Σάββατο, 11 Μαΐου 2013

ΜΑΛΑΜΑΣ ΒΑΣΙΛΗΣ

Ο ΒΑΣΙΛΗΣ ΕΜΜ. ΜΑΛΑΜΑΣ ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΛΑΙΟΧΩΡΙ ΛΕΣΒΟΥ

                                   
       Οι βουλευτές μας
                          
  (1)    Παρ’ όλο που ’μαι αγράμματος,
         μ’ αρέσει να διαβάζω
         κι ό,τι μπροστά μου και αν βρω
         όλα τα σχολιάζω.
 
  (2)    Και τώρα αυτό που θα σας πω
         ετούτη τη φορά
         είν’ ένα θέμα σοβαρό
         π’ όλους μας αφορά.
 
  (3)    Μα την υπόθεση αυτή
         που θα σας αναφέρω
         να σχολιάσω μόνος μου
         δεν θα τα καταφέρω.
 
  (4)    Γι’ αυτό και απεφάσισα
         κι εσάς να σας ρωτήσω,
         κι αν είμαστ’ όλοι σύμφωνοι,
         τότε θα συνεχίσω.
 
  (5)    Αφού μονάχος δεν μπορώ
         συμπέρασμα να βγάλω,
         άλλοι θα μου κανοναρχούν
         κι εγώ θα τους τα ψάλλω.
 
  (6)    Αυτούς που ανεβάσαμε
         στα τόσα σκαλοπάτια
         μας λέν’ πως πάνε στη Βουλή
         με τα κλειστά τα μάτια.
 
  (7)    Πάντα προτού τις εκλογές
         μας δίνουν υποσχέσεις,
         μα όταν βγούνε βουλευτές
         μας κόβουνε τις σχέσεις.
  
  (8)    Προτού μας κολακεύουνε
         με λόγια παχουλά,
         στα αιτήματά μας συμφωνούν
         και σ’ άλλα πιο πολλά.
 
  (9)    Πηγαίνοντας για τη Βουλή
         και πριν ακόμα φτάσουν,
         τις συμβουλές που θἄχουνε
         όλες θα τις ξεχάσουν.
 
(10)    Εκεί πέρα ο αρχηγός
         παίρνει όλη την ευθύνη
         και οτιδήποτε κι αν πει
         αυτό θα πουν κι εκείνοι.
 
(11)    Και έτσι απαλλάσσονται
         απ’ όλες τις υποθέσεις,
         μόνο που θἄρχονται σε μας
         να δίνουν υποσχέσεις.
 
(12)    Τώρα κι εκείνοι μάθανε
         και παίζουν το βιολί τους
         και όλοι τους ξεχάσανε
         ποια είν’ η αποστολή τους.
 
(13)    Τις υποσχέσεις που ’διναν
         στην άκρη τις αφήνουν
         κι έδωσαν το δικαίωμα
         για να τους κατακρίνουν.
 
(14)    Γι’ αυτό να μην παρεξηγούν
         αυτούς που τους τα ψάλλουν,
         μόνο να προσπαθήσουνε
         λίγο μυαλό να βάλουν.
 
(15)    Όλοι τους αδιαφορούν
         για όλα που συμβαίνουν
         κι όσοι βασίζονται σ’ αυτούς
         άδικα περιμένουν.
 
(16)    Κι έτσι κανένας δεν τολμά
         το στόμα του ν’ ανοίξει
         για κάποιο θέμα σοβαρό
         που ’χε σκοπό να θίξει.
 
(17)    Αυτούς που ανεβάσαμε
         στα έδρανα καβάλα
         χορτάσαμε να βλέπουμε
         να λέν’ λόγια μεγάλα.
 
(18)    Και τώρα εδώ που φθάσαμε
         ποιος θά ’ρθει να μας σώσει,
         που να ’χει ατσάλινη ψυχή
         και στο κεφάλι γνώση;
                                
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
                        
        1. Το ποίημα «Οι βουλευτές μας» το υπαγόρευσε στη Μυρσίνη Βουνάτσου ο αείμνηστος συγχωριανός μας Βασίλης Εμμ. Μαλαμάς από μνήμης, σε καφενείο της αγοράς Παλαιοχωρίου Λέσβου, το καλοκαίρι του 1989. Είμαστε σχεδόν σίγουροι ότι αυτή είναι η πρώτη δημοσίευσή του και χαιρόμαστε που το ανακαλύψαμε πρόσφατα στα χαρτιά μας, γιατί ο ίδιος ήθελε να δημοσιευτούν τα ποιήματά του.
         2. Το ποίημα είναι πολύστιχο (72 στίχοι), με 18 τετράστιχες στροφές, σε ιαμβικό μέτρο, χωρίς ορισμένο αριθμό συλλαβών σε κάθε στίχο. Ομοιοκαταληκτούν ο 2ος με τον 4ο στίχο, ενώ μόνο στην 7η και στη 12η στροφή έχουμε πλεκτή ομοιοκαταληξία και του 1ου με τον 3ο στίχο. Γλώσσα απλή δημοτική, περιεχόμενο πολιτικό σατιρικό χωρίς λεκτικές ακρότητες, ύφος κριτικό και αφηγηματικό, λεπτό χιούμορ, προβληματισμός, απογοήτευση για τη συμπεριφορά των Ελλήνων βουλευτών, κοινωνική ευαισθησία. Χρησιμοποιεί προσωπικό τόνο, με α΄ ενικό πρόσωπο απευθύνεται στους συμπολίτες του σε β΄ πληθυντικό πρόσωπο, σαν να τους έχει μπροστά του και κάνουν διάλογο, σχολιάζει την πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα και καυτηριάζει τη φθορά των πολιτικών ηθών. Το ποίημα θα μπορούσαμε να το χαρακτηρίσουμε ως ένα έμμετρο πολιτικό σχόλιο, που εκφράζει την αγωνία του Έλληνα για την πολιτική κρίση που βασανίζει την Ελλάδα εδώ και πολλά χρόνια και την έλλειψη ικανών ηγετών, που να συνδυάζουν «γνώση» κι «ατσάλινη ψυχή», πολιτική αρετή και τόλμη, για το καλό της Ελλάδας μας.
         3. Το ποίημα είναι τραγικά επίκαιρο, θαρρείς πως το έγραψε κάποιος για τους σημερινούς βουλευτές μας. Αν ζούσε σήμερα ο Βασίλης Μαλαμάς, τι άλλο θα έγραφε για τους πολιτικούς  της ελληνικής Βουλής;
          4. Ο Βασίλης Μαλαμάς έχει δημοσιεύσει άλλα 7 ποιήματά του κι ένα πεζό κείμενο στο περιοδικό «Τα Παλιοχωριανά» του Συλλόγου Παλαιοχωριτών Αθήνας "Η Μελίντα", που τα δημοσιεύουμε παρακάτω, με χρονολογική σειρά.
          5. Τρία απ’ αυτά τα ποιήματα του Βασίλη Μαλαμά έχει συμπεριλάβει ο εκλεκτός Λέσβιος γραμματολόγος Κώστας Γ. Μίσσιος στο πολύτομο έργο του «Ανθολόγιο Λεσβίων Ποιητών. Β΄. Οι δημιουργοί της "Λεσβιακής Άνοιξης" και οι διάδοχοί τους (1890-1929)», Μυτιλήνη 1998, τόμος 9ος, σελ. 337-340.

*****

Άλλα δημοσιευμένα κείμενα του Βασίλη Μαλαμά


 1. Σατιρικό ποίημα, με τίτλο «Ο θησαυρός», δημοσιευμένο το 1987 στο περιοδικό «Τα Παλιοχωριανά», τεύχος 27ο, ΙΟΥΛ.-ΑΥΓ.-ΣΕΠΤ. 1987, σελ. 418.

 2. Σατιρικό ποίημα, με τίτλο «Κοσκωτικά λαδώματα», δημοσιευμένο το 1988 στο περιοδικό «Τα Παλιοχωριανά», τεύχος 32ο, ΟΚΤ.-ΝΟΕΜΒΡΗΣ-ΔΕΚ. 1988, σελ. 498.

3. Πεζό κείμενο, με τίτλο «Ιστορικό Ίδρυσης Ελαιουργικού Συνεταιρισμού Παλαιοχωρίου», δημοσιευμένο το 1989 στο περιοδικό «Τα Παλιοχωριανά», τεύχος 33ο, ΙΑΝ.-ΦΕΒΡ.-ΜΑΡΤ. 1989, σελ. 511-514.

4. Ποίημα, με τίτλο «Ειρηνικό - Αντιπυρηνικό», δημοσιευμένο το 1989 στο περιοδικό «Τα Παλιοχωριανά», τεύχος 36ο, ΟΚΤ.-ΝΟΕΜΒΡΗΣ-ΔΕΚ. 1989, σελ. 562. To ποίημα αυτό έχει συμπεριλάβει ο εκλεκτός Λέσβιος γραμματολόγος Κώστας Γ. Μίσσιος στο πολύτομο έργο του «Ανθολόγιο Λεσβίων Ποιητών. Β΄. Οι δημιουργοί της Λεσβιακής Άνοιξης και οι διάδοχοί τους (1890-1929)», Μυτιλήνη 1998, τόμος 9ος, σελ. 337).
                                        
5. Ποίημα, με τίτλο «Μικρασιατική Καταστροφή 1922», δημοσιευμένο το 1990 στο περιοδικό «Τα Παλιοχωριανά», τεύχος 40ό, ΟΚΤ.-ΝΟΕΜΒΡΗΣ-ΔΕΚ. 1990, σελ. 639.
    *Σημείωση: Ο Βασίλης είχε αδελφό που σκοτώθηκε στη Μ. Ασία. Η καταστροφή έγινε τον Αύγουστο του 1922.

6. Ποίημα, με τίτλο «28 Οκτώβρη 1940», δημοσιευμένο το 1991 στο περιοδικό «Τα Παλιοχωριανά», τεύχος 43ο, ΙΟΥΛ.-ΑΥΓ.-ΣΕΠΤ. 1991, σελ. 691. To ποίημα αυτό έχει συμπεριλάβει ο εκλεκτός Λέσβιος γραμματολόγος Κώστας Γ. Μίσσιος στο πολύτομο έργο του «Ανθολόγιο Λεσβίων Ποιητών. Β΄. Οι δημιουργοί της Λεσβιακής Άνοιξης και οι διάδοχοί τους (1890-1929)», Μυτιλήνη 1998, τόμος 9ος, σελ. 338).

7. Ποίημα, με τίτλο «Οι Αποκριές και τα Νιάτα», δημοσιευμένο το 1993 στο περιοδικό «Τα Παλιοχωριανά», τεύχος 49ο, ΙΑΝ.-ΦΕΒΡ.-ΜΑΡΤ. 1993, σελ. 790.

8. Ποίημα, με τίτλο «Ο πόλεμος της Μικράς Ασίας και η καταστροφή της Σμύρνης», δημοσιευμένο το 1994 στο περιοδικό «Τα Παλιοχωριανά», τεύχος 55ο, ΙΟΥΛ.-ΑΥΓ.-ΣΕΠΤ. 1994, σελ. 898-899. To ποίημα αυτό έχει συμπεριλάβει ο εκλεκτός Λέσβιος γραμματολόγος Κώστας Γ. Μίσσιος στο πολύτομο έργο του «Ανθολόγιο Λεσβίων Ποιητών. Β΄. Οι δημιουργοί της Λεσβιακής Άνοιξης και οι διάδοχοί τους (1890-1929)», Μυτιλήνη 1998, τόμος 9ος, σελ. 339).

9. Σατιρικό ποίημα, με τίτλο «Οι βουλευτές μας», καταγεγραμμένο το καλοκαίρι του 1989 και πρωτοδημοσιευμένο στο Paleochori-lesvos.blogspot.gr, στις 11-5-2013.

*****

     Ο θησαυρός

 (1)- Στη Μυτιλήνη σ’ ένα χωριό
       θησαυρό ανακαλύψαν
       μα κανείς δεν ξέρει πότε και πού
       πήγανε και τον κρύψαν.

(2)- Μα στο χωριό οι κάτοικοι
      γέλασαν σαν τ’ ακούσαν,
      μια κι από χρόνια ξέρανε,
      για λίρες συζητούσαν.

(3)- Απ’ τον καιρό της κατοχής
      άρχισαν οι σκοτούρες
      μην τύχει και οι Γερμανοί
      τους πάρουνε τις λίρες.

(4)- Κι απέ τις μεταφέρανε
      σε τόπο ασφαλή,
      ώσπου να τις μετατρέψουνε
      από χρυσό σε γη.

(5)- Και από τότε ησύχασαν
      και ήσυχοι πεθάναν,
      μ’ αυτοί που αναλάβανε
      γης μαδιάμ τα κάναν.

(6)- Και όλοι συμφωνήσανε,
      για να βγουν απ’ την ευθύνη,
      πως πρέπει με μηχάνημα
      η έρευνα να γίνει.

(7)- Αφού ήλθε η εντολή
      ο τοίχος να χαλάσει,
      όλος ο κόσμος έτρεξε
      να το διασκεδάσει.

(8)- Η επιτροπή ήταν «παρών»
      μαζί κι η Εφορία,
      για κάθε ενδεχόμενο
      ήλθε κι η Αστυνομία.

(9)- Μαζί με άλλους πήγα κι εγώ
      την ώρα να περάσω,
      μα χωρίς καμία πρόθεση
      τον τοίχο να χαλάσω. 

(10)- Λέγαν γι’ αυτούς που ακάβανε
        τον τοίχο με σκαπάνες,
        ήταν αυτοί που προ καιρού
        τους γδύσαν οι τσιγγάνες.

  (Σατιρικό ποίημα, με τίτλο «Ο θησαυρός», δημοσιευμένο το 1987 στο περιοδικό «Τα Παλιοχωριανά», τεύχος 27ο, Ιούλ.-Αύγ.-Σεπτ. 1987, σελ. 418)

*****

Κοσκωτικά λαδώματα

Μια ερώτηση θα έκανα στου κοσκωτά το θέμα
αν όλα αυτά αληθεύουνε για όλα είναι ψέμα.
Αυτός λένε πως δούλευε στην Τράπεζα της Κρήτης,
μα σε κάποιους επιτήδειους τους μύρισε στη μύτη.
Τον στείλαν στην Αμερική, εκεί για να φοιτήσει,
να πάρει το πτυχίο του και πίσω να γυρίσει.
Μα όταν πίσω γύρισε μ’ ένα καλό πτυχίο,
σκέφθηκε πως θα έπρεπε να κάνει ένα σχολείο.
Πήγε εκεί και σπούδασε σε μια σχολή της Σ.Ι.Α.
κι άμα εδώ εγύρισε, είχε πολλά πτυχία.
Την τράπεζα αγόρασε, σχολή για να την κάνει,
μαθήματα λογιστικής εκεί μέσα να κάνει.
Ακόμα και στους δάσκαλους μάθημα παραδίνει,
τα κόλπα αυτός που έμαθε να μάθουνε κι εκείνοι.
Δίπλα από την έδρα του με λάδι ένα δοχείο,
που ήταν το μοναδικό της φίρμας του στοιχείο.
Ο πόθος του πάντα ήτανε η σχολή να μεγαλώνει,
τον καθένα πρόσεχε καλά να τον λαδώνει.
Μα ήτανε τόσοι πολλοί εκεί μέσα που εμπήκαν
κι ο τενεκές ξεχείλισε και όλοι λαδωθήκαν.
Όλα μαγειρευόντανε με τέχνη και με τύπους
κι όλα μετά πηγαίνανε σε μερικών τους οίκους…

(Σατιρικό ποίημα, με τίτλο «Κοσκωτικά λαδώματα», δημοσιευμένο το 1988 στο περιοδικό «Τα Παλιοχωριανά», τεύχος 32ο, Οκτ.-Νοέμβρης-Δεκ. 1988, σελ. 498.)

*****

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΙΔΡΥΣΗΣ ΕΛΑΙΟΥΡΓΙΚΟΥ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΥ ΠΑΛΑΙΟΧΩΡΙΟΥ

     Δημοσιεύουμε παρακάτω αποσπάσματα από γραφτό του Βασίλη Μαλαμά για την ίδρυση του Ελαιουργικού Συνεταιρισμού, αμέσως μετά την απελευθέρωση από τη γερμανική κατοχή το 1944.
     Είναι γνωστό ότι ο Β. Μαλαμάς ήτανε από τους πρωτεργάτες στις εθνικοαπελευθερωτικές οργανώσεις του χωριού μας. Πρόεδρος της Κοινότητας και ο βασικότερος συντελεστής στη δημιουργία του Συνεταιρισμού.
     Το κείμενο είναι πιστή αντιγραφή από δικό του χειρόγραφο μεγαλύτερο, που αναφέρεται και σε άλλα θέματα. Πιθανόν, επειδή πέρασαν από τότε πολλά χρόνια και είναι δύσκολο να τα θυμάται κανείς όλα, το κείμενο να παρουσιάζει μερικά κενά. Εμείς ευχαρίστως θα δημοσιεύαμε οτιδήποτε σχετικό με το θέμα αυτό, αλλά και άλλα θέματα που αφορούν στην ιστορία του χωριού μας.
     «… Και αμέσως μετά την απελευθέρωση… μας κάλεσαν όλους στη Μυτιλήνη, για να μας πουν επίσημα ότι οι Γερμανοί έφυγαν… και ότι η εντολή είναι να ορίσουμε Κοινοτικά Συμβούλια για τα χωριά και να οργανωθούν αμέσως Συνεταιρισμοί, ανάλογα νε την παραγωγή που είχε κάθε χωριό, και, αφού έδωσαν ορισμένες οδηγίες στους υπεύθυνους κάθε επαρχίας, μετά τραγουδήσαμε τον Εθνικό Ύμνο…
     »Την άλλη μέρα ήλθαν στο χωριό ξανά ο Φωκίων Βουνάτσος με το Νίκο Μαυραγάνη, να ορίσουμε Κοινοτικό Συμβούλιο, και να μας μιλήσουν και για το Συνεταιρισμό, γιατί τους είχα πει ότι θα βρούμε μεγάλη αντίδραση στο χωριό μας. Είχε γίνει άλλος Συνεταιρισμός το 1927, αλλά απέτυχε και είχε πληρώσει αρκετά ο καθένας για να ξεχρεώσει, γι’ αυτό δεν ήθελαν να ακούσουν τίποτα για Συνεταιρισμούς. Τέλος, όταν ήλθαν ο Βουνάτσος με το Μαυραγάνη, ο κόσμος είχε συγκεντρωθεί στην αγορά και, αφού τους είπαν λίγα για την απελευθέρωση του νησιού, τους είπαν και για ποιο λόγο ήρθαν στο χωριό. Αφού μας ρώτησαν εάν θέλουμε να γίνει η εκλογή με ψηφοφορία ή διά βοής, τότε όλοι είπαν να μείνουν αυτοί που ήταν μέχρι τώρα, οι ίδιοι που οργάνωσαν το Ε.Α.Μ. . Αυτοί ας τα κανονίσουν.
     » Αμέσως πήγαμε στο Γραφείο περίπου δέκα άτομα, να δούμε με ποιους άλλους θα συμπληρώσουμε το Κοινοτικό Συμβούλιο, που αποτελείτο από εφτά άτομα που αναφέρω πιο κάτω: Βασίλης Εμμ. Μαλαμάς, Παναγιώτης Ν. Μαυραγάνης, Παναγιώτης Σωτήρχου Σωτήρχος, Κατερίνα Ζωγράφου–Στεριανού, Ιωάννης Κ. Αληγιάννης, Παναγιώτης Μ. Μαυραγάνης και Γρηγόριος Π. Κουτσουραδής.  
     » Η πρώτη απόφαση που πήραμε ήταν να δώσουμε δουλειά στους εργάτες. Συγκροτήθηκαν δυο συνεργεία να σιάξουν τους δρόμους και να ορίσουμε έναν προσωρινό πρόεδρο του Συνεταιρισμού. Επίσης, υποχρεώσαμε ορισμένους κτηματίες να βάλουν δουλειά στα κτήματά τους. Εν τω μεταξύ ορισμένοι κτηματίες άνοιξαν δουλειά και από μόνοι τους, παρ’ όλο που τους είχαμε υποχρεώσει να μας δώσουν λάδι, σύμφωνα με την οικονομική τους κατάσταση.
     » Επίσης συζητήσαμε το ζήτημα του Συνεταιρισμού. Εγώ προσωπικά είχα πει στο Μανώλη Αληγιάννη ν’ αναλάβει, αλλά δεν δέχτηκε, για το λόγο που ανέφερα παραπάνω. Μετά το είπα στο Γιώργο Μαραγγέλη, με την έγκριση του Συμβουλίου, και αρχίσαμε όλοι μαζί την προπαγάνδα. Αλλά τα πράγματα δεν πήγαιναν καθόλου καλά…
     » Τότε πήγα ξανά στο Πλωμάρι, για να φέρω τον κατάλληλο άνθρωπο, που ήδη είχαμε συνεννοηθεί από πριν να τους μιλήσει για το εργοστάσιο και γενικά για τους Συνεταιρισμούς. Αυτός ήταν ο Γεώργιος Βαρβαγιάννης, ο πρώτος γραμματέας του πρώτου Συνεταιρισμού Πλωμαρίου, επίσης και ο Γεώργιος Καμνορώκης, γεωπόνος και πρόεδρος του δεύτερο Συνεταιρισμού Πλωμαρίου. Αλλά η κατάσταση δεν άλλαξε.
     » Τότε σκεφτήκαμε να κάνουμε Προμηθευτικό Συνεταιρισμό. Δηλαδή να φέρνουμε τρόφιμα, να κάνουμε διανομή. Και τότε γράφτηκαν ενενήντα άτομα. Όσον αφορά τα χρήματα, είχαμε συγκεντρώσει κάπου πεντέμιση χιλιάδες οκάδες λάδι και τεσσερισήμιση είχαμε πάρει από το εργοστάσιο του Γεωργίου Παπουτσάνη. Αυτό ήταν το λάδι που ήθελαν να πάρουν οι Γερμανοί.     
     » Αυτή η δουλειά συνεχίστηκε, μέχρι που ήρθε η εντολή να παραδώσουμε την Κοινότητα στον πρόεδρο που ήταν επί Κατοχής, τον Ευάγγελο Βουλγαρέλη. Η παράδοση έγινε στις 12-9-1945, αριθμ. Πρωτοκόλλου 2491. Συνεχίσαμε όμως να πηγαίνουμε στο Γραφείο για υποθέσεις του Συνεταιρισμού, μέχρι που μια μέρα μας είπαν να πάψουμε να πηγαίνουμε εκεί και αναγκαστήκαμε να πηγαίνουμε πάλι στο μαγαζί του Σωτήρχου. Αλλά είχαμε και την αποθήκη του Μιχαλάκη Παπουτσάνη. Αφού πέρασε αρκετός καιρός, αρχίσαμε πάλι την προπαγάνδα για το εργοστάσιο.     
     » Στο μεταξύ το εργοστάσιο του Γ. Παπουτσάνη είχε μείνει μόνο, γιατί το άλλο είχε καεί το 1941. Για να πας ν’ αλέσεις, έπρεπε να πας να ραβδίζεις μια ή δυο μέρες δωρεά, για να πάρεις σειρά. Αυτή ήτανε η κατάσταση και η δουλειά που γινότανε ήτανε να τραβάς τα μαλλιά σου. Το μισό λάδι πήγαινε στην πυρήνα. Οι εργάτες που δούλευαν μέσα ή όποιος άλλος πήγαινε εκεί έπρεπε να περπατά πάνω στις σανίδες, αλλιώς βούλιαζε μέσα στην πυρήνα. Γι’ αυτό πολλοί παραγωγοί πήγαιναν σ’ άλλα χωριά κι άλεθαν. Ο άλλος Παπουτσάνης το έφτιαξε γρήγορα το εργοστάσιο, αλλά η κατάσταση συνεχιζόταν η ίδια ως προς τον τρόπο αλέσματος.         
     » Αυτό μας βοήθησε πολύ, κι έτσι βγήκε η απόφαση να γίνει το εργοστάσιο του Συνεταιρισμού. Και τότε άρχισε άλλη δουλειά. έπρεπε να διαγραφούν όλοι εκείνοι που ήταν συνεταίροι ακτήμονες και να μείνουν μονάχα οι κτηματίες. Και πήρε το όνομα Ελαιουργικός Πιστωτικός Συνεταιρισμός και από τόσοι που ήμασταν έμειναν γύρω στους τριάντα. Μεταξύ των διαγραφέντων ήμουν κι εγώ. Ήμουν ακόμα ανύπαντρος.     
     » Και αρχίσαμε πάλι απ’ την αρχή να βρούμε κτηματίες, να γίνουν συνεταίροι. Έπρεπε να συγκεντρωθούν περίπου 1.000 μετοχές, έτσι όριζε το καταστατικό. Για να αρχίσουμε ενέργειες για το δάνειο, είχαν γραφτεί κι άλλοι συνεταίροι, αλλά δεν ήταν εύκολο να συγκεντρωθούν τόσες μετοχές. Είχε αρχίσει μια προπαγάνδα κατά του Συνεταιρισμού και δεν βρίσκαμε άλλους. Ο κάθε συνέταιρος που γραφότανε δήλωνε την περιουσία του και πόσες μετοχές ήθελε για να γραφτεί. Αυτό ήτανε στη διάθεσή του. Όταν όμως είδαμε ότι δεν μπορούσαμε να συμπληρώσουμε τις μετοχές που έπρεπε, εφαρμόσαμε άλλο σχέδιο: Χωρίς να τους ρωτήσουμε, εν αγνοία τους, προσθέσαμε στον καθένα, ανάλογα με τα κτήματα που είχε και την οικονομική του κατάσταση, και άλλες μετοχές, κι έτσι συμπληρώθηκε το ποσό των μετοχών που θέλαμε.     
     » Το 1945 έγινε η πρώτη Γενική Συνέλευση στις 23-12-45 και εκλέγουν διά βοής το πρώτο Διοικητικό Συμβούλιο, το οποίο αποτελείτο από τους εξής: Εμμανουήλ Κ. Αληγιάννης πρόεδρος, Δημήτριος Γεωργ. Αμπελικιώτης αντιπρόεδρος, Ιωάννης Δ. Στεριανός ταμίας, Παναγιώτης Σωτήρχου Σωτηρχέλης και Παναγιώτης Μαλαμά Μαυραγάνης μέλη. Το Συμβούλιο σε μια συνεδρίαση πήραν απόφαση να υποβάλουν αίτηση να δοθεί άδεια για εργοστάσιο, αλλά λόγω μη απαρτίας δεν έγινε τίποτα.     
     » Το Φεβρουάριο του 1947 γίνεται άλλη συνέλευση, για να ληφθεί απόφαση να υποβάλουν αίτηση για σύναψη δανείου. Η έγκριση ανακοινώθηκε στις 16-6-1947. Επίσης, έγιναν ενέργειες να σταλεί μηχανικός, για την εξεύρεση οικοπέδου. Όταν ήρθε ο μηχανικός, του υποδείξαμε δυο μέρη, το ένα στην είσοδο του χωριού και το άλλο εκεί που είναι τώρα. Προτίμησε το δεύτερο για πιο πεδινό. Το οικόπεδο αυτό ανήκε σε δυο άτομα, στο Δημήτριο Μουτσουγιάννη, οικογένεια Κανέλλου Σμυρναίου, και το άλλο στον Ευστράτιο Χατζηβασιλείου, οικογένεια Ευρυνόμης Βουνάτσου. Ο πρώτος δεν έφερε αντίρρηση, αλλά ο δεύτερος δεν δεχότανε με κανένα τρόπο και ανέλαβε ο Παναγιώτης Σωτήρχος να πάει να τον βρει στο Πλωμάρι και τον κατάφερε. Την άλλη μέρα πήγαν και έκαναν τα συμβόλαια. Τελικά ήρθε ο μηχανικός να μας δώσει το σχέδιο, πώς θα γίνει το εργοστάσιο. Παρ’ όλο που ήταν όλα προσχεδιασμένα, ήρθε κι αυτός να πάρει το μερίδιο του.    
     » Στο διάστημα αυτό είχαν γίνει ενέργειες για τα μηχανήματα. Είχαμε συνεννοηθεί για μια μηχανή σαράντα ίππων, αλλά την τελευταία στιγμή μας είπαν ότι δεν υπάρχει τέτοια μηχανή και μας πρότειναν μια είκοσι επτά ίππων. Αλλά δεν πέρασαν λίγες μέρες και, αντί αυτής, μας πρότειναν άλλες δυο μικρές πετρελαιοκίνητες. Το Συμβούλιο αντέδρασε, έγιναν διαμαρτυρίες, αλλά στο τέλος δεχτήκαμε, αφού δε γινόταν αλλιώς (Σημείωση: Είναι γνωστό στους παλιούς ότι συνεχώς παρεμβάλλονταν διάφορα εμπόδια και με χίλιους τρόπους στην προσπάθεια για συνεταιρισμό από διάφορα συμφέροντα, όπως έγινε το 1926 με τον πρώτο Συνεταιρισμό.).    
     » Ο καιρός περνούσε, ο κόσμος είχε συγκεντρώσει πολλές ελιές, έπρεπε να τελειώνουμε. Τέλος, πήγαν αντιπρόσωποι να τα πάρουν από τη Μυτιλήνη. Επίσης είχαν πάει αντιπρόσωποι και στην Αθήνα, για να φροντίσουν να επισπευστεί το δάνειο, που είχε εγκριθεί από τον Ιούνιο του 1947. Όλο το δάνειο ήταν ογδόντα εκατομμύρια, αλλά πιο μπροστά είχαμε πάρει σε δυο δόσεις άλλο δάνειο βιομηχανικό, περίπου ογδονταπέντε εκατομμύρια.    
     » Για τη μεταφορά των μηχανημάτων είχε γίνει μειοδοτική δημοπρασία, αλλά ζητούσαν πολλά, γιατί ο δρόμος είχε χαλάσει εδώ στη Φουλάδα και δεν περνούσαν αυτοκίνητα. Γι’ αυτό αναιρέσαμε αυτή την απόφαση και το Συμβούλιο ομόφωνα αποφάσισε να φέρουν μπουλντόζα, ν’ ανοίξουν το δρόμο που είχε χαλάσει και να μεταφέρουν τα μηχανήματα κατευθείαν από το εργοστάσιο της Μυτιλήνης. Πρέπει να σημειώσω ότι με τα μηχανήματα που είχαμε παραγγείλει είχαμε και μια γεννήτρια, για να ηλεκτροδοτήσουμε την Κοινότητα. Επίσης, στην αίτηση που είχαμε υποβάλει, αναφέραμε και εγκατάσταση αλευρόμυλου, αλλά, λόγω του ότι δεν βρέθηκε η μηχανή, έμειναν όλα στα χαρτιά.    
     » Σαν να μην έφταναν όμως όλα αυτά, βρήκαμε και χειρότερα. Αφού ήρθαν τα μηχανήματα, ήρθαν και οι μηχανικοί να τα εγκαταστήσουν. Μόλις δοκίμασαν να τα βάλουν εμπρός, εστάθει αδύνατον. Αμέσως το αναφέραμε στην Τράπεζα και μας έστειλε άλλο μηχανικό, αλλά και πάλι τα ίδια. Φέραμε άλλον ξανά, ένα Ρώσο που ήθελε μια μπουκάλα κρασί τη μέρα. Μετά απ’ όλα αυτά, η Τράπεζα αναγκάστηκε να στείλει μηχανολόγο από την Αθήνα, κάποιο Γεώργιο Θωμάκο, ο οποίος, αφού διέλυσε τις μηχανές εντελώς, άρχισε να λιμαίρνει με μια μεγάλη λίμα στο κέντρο της κάθε μιας, όπου είχε μια πλάκα διαμέτρου είκοσι πόντων περίπου. Εκεί πάνω λιμάριζε όλη μέρα κι όλη νύχτα. Όλο το Συμβούλιο είχαμε διανυκτερεύσει εκεί και τον παρακολουθούσαμε απογοητευμένοι. Οι παραγωγοί άρχισαν να σκέφτονται τι να κάνουν, μερικοί άλεσαν στα άλλα εργοστάσια. Όλοι μας σχεδόν αυτή τη σκέψη κάναμε. Ο μηχανικός προσπαθούσε να τις βάλει εμπρός, αλλά εμείς είχαμε απελπιστεί. Οι μηχανές ήτανε σαμποταρισμένες από το εργοστάσιο κατασκευής, όπως μας είπε ο μηχανικός, και οι δυο καινούργιες είχανε γίνει σε καιρό πολέμου. Ως φαίνεται, η κατασκοπεία είχε εισχωρήσει παντού και τις είχε σαμποτάρει.      
     » Τέλος, στις 21 Μαρτίου κατόρθωσε και τις έβαλε σε κίνηση κι αρχίσαμε ν’ αλέθουμε. Οι μηχανές ήτανε πολύστροφες και είχαμε κάθε λίγο διακοπές και ο μηχανικός που είχαμε δεν μπορούσε να τις ρεγουλάρει. Οι εργάτες αναγκάζονταν να δουλεύουν δέκα ώρες, πολλές φορές και παραπάνω. Αλλά δούλευαν με όρεξη, γιατί τα άλλα εργοστάσια, όπως αναφέραμε παραπάνω, ήταν χάλια. Ως προς τ’ άλλα μηχανήματα ήταν πολύ καλά. Οι αποδόσεις που είχαμε ήταν πολύ καλές, αφού από άλλα χωριά έρχονταν παραγωγοί και παρακολουθούσανε τη δουλειά που γινότανε. Αλλά, από τις καθυστερήσεις που είχαμε, έφυγαν πολλά μόδια στα άλλα εργοστάσια. Από την ημέρα όμως που λειτούργησε το εργοστάσιο του Συνεταιρισμού, τα πράγματα πήραν άλλη στροφή. Όλοι σχεδόν θέλανε ν’ αλέσουνε τις ελιές τους εκεί. Αν θυμάμαι καλά, αναγκαστήκαμε και βάλαμε κι άλλη βάρδια κι έτσι βγάλαμε λίγη ζημιά.  
     » Μόλις τέλειωσαν τ’ αλέσματα, αρχίσαμε ξανά τις ενέργειες για όποιες υποθέσεις είχαμε και προπαντός για ν’ αλλάξουμε τις μηχανές. Να μας στείλουν τη μηχανή αυτή που είχαμε παραγγείλει από την αρχή. Αφού όμως όλοι ήμασταν όλοι σχεδόν σύμφωνοι, ο πρόεδρος μας κάλεσε σε συνεδρίαση να πάρουμε απόφαση, αλλά ένας σύμβουλος αντέτεινε, με την  πρόφαση ότι έχουμε κι άλλες ανάγκες, ενώ με τις μηχανές που έχουμε μπορούμε να περάσουμε κι άλλη χρονιά και μετά βλέπουμε. Έτσι η δουλειά έμεινε για ένα ορισμένο διάστημα. 
     » Στο μεταξύ τα πράγματα είχαν αλλάξει. Η αστυνομία άρχισε να κάνει παρατηρήσεις, ώσπου μια μέρα κάλεσε τον Πρόεδρο στο Τμήμα και του είπε ότι το συμβούλιο πρέπει να διαλυθεί, με πρόφαση ότι υπήρχαν μέσα άτομα ανεπιθύμητα. Και έτσι δε θυμάμαι ακριβώς αν έγιναν εκλογές ή μας αντικατέστησαν εμένα και τον Παναγιώτη Σωτήρχο, οπωσδήποτε επειδή μετείχαμε στο Ε.Α.Μ. . Μετά απ’ όλα αυτά, όλες οι δουλειές, όλες οι προτάσεις που είχαν γίνει στην αρχή, δηλαδή για αντικατάσταση της μηχανής, για υδραγωγείο και παράγκες, έμειναν απραγματοποίητες.    
     » Το 1957 έγινε συνέλευση και αναλάβαμε άλλο συμβούλιο, που αποτελείτο από τους παρακάτω: Γρηγόρης Π. Κουτσουραδής, Ιωάννης Γρ. Λούπος, Ιωάννης Θ. Τσιμναδής, Εμμανουήλ Μαυροθαλασσίτης, Βασίλειος Εμμ. Μαλαμάς. Την άλλη μέρα τα πρακτικά τα στείλανε στην Αστυνομία, για να εγκριθούν. Η απάντηση ήταν να πάω στο Πλωμάρι στο διοικητή, που μου είπε ότι δεν έπρεπε να βάλω υποψηφιότητα. Εγώ του είπα ότι δεν είχα θέσει υποψηφιότητα, αλλά η Συνέλευση με ψήφισε. Αυτό είχε γίνει κι άλλες φορές. Τέλος, αφού είπαμε λίγα ακόμα, του είπα να μην αναλάβω πρόεδρος και δέχτηκε να μείνω. Γι’ αυτό δεν με ξαναενόχλησε η Αστυνομία.  
     » Έτσι αρχίσαμε ξανά τις ενέργειες και φέραμε τη μηχανή, σιάξαμε το υδραγωγείο και κτίσαμε τις έξω παράγκες. Αυτά έγιναν περίπου το 1956-1957, δεν θυμάμαι ακριβώς. Εγώ έμεινα στο συμβούλιο μέχρι το 1966 και μετά υπέβαλα παραίτηση, γιατί σκόπευα να φύγω στην Αθήνα. Από τους Πλωμαρίτες που ήξερα ζούσε μόνο ο Βαρτής και ο Ευστράτιος Γιαννουλέλλης, δικηγόρος στην Αθήνα. Και όταν φύγαμε στο βουνό και μας κυνήγησε η αστυνομία, το Γιαννουλέλλη τον κρύψαμε στο Βαλανιά, στο ντάμι του Γιάννη Τσιμναδή. 
     » Όταν αναλάβαμε εμείς, μετά τα έργα που κάναμε, ζητήσαμε από την Αγροτική Τράπεζα δάνειο, αλλά δεν μας το ενέκρινε, επειδή είχαμε χτίσει τις παράγκες παρά τη θέλησή της, όπως είχαμε κάνει και για τις προηγούμενες. Δεν έδινε δάνειο, γιατί ήθελε να έχουμε κασάκια, αλλά δεν μας εξυπηρετούσαν, γι’ αυτό παρανομούσαμε. Έτσι αναγκαστήκαμε να πάρουμε δάνειο από την Εμπορική Τράπεζα. Πιστώθηκα εγώ και ο Εμμανουήλ Μαυροθαλασσίτης ήταν εγγυητής. Προτού όμως πάρουμε αυτή την απόφαση, φωνάξαμε όλους τους παραγωγούς τους μεγαλοκτηματίες και τους ενημερώσαμε, γιατί αυτό που κάναμε ήτανε βλακεία. Τυχόν και η δουλειά του εργοστασίου δεν πήγαινε καλά, το χρέος θα έμενε στο λαιμό μας. Ευτυχώς που είχε μαξούλι. Γι’ αυτό βέβαια χρεωθήκαμε και πήγαν όλα καλά.  
     » Αιτία που έμειναν όλες οι δουλειές επί τόσα χρόνια στάσιμες ήταν η ασυμφωνία που εκδηλώθηκε από την αρχή. Ένας σύμβουλος διαφώνησε την τελευταία στιγμή, παρ’ όλο που είμαστε όλοι σύμφωνοι στην αρχή. Ήθελε να επιβάλλει τη γνώμη του και ό,τι έλεγε ζητούσε να γράφεται στα πρακτικά.»  

(Πεζό κείμενο, με τίτλο «Ιστορικό Ίδρυσης Ελαιουργικού Συνεταιρισμού Παλαιοχωρίου», δημοσιευμένο το 1989 στο περιοδικό «Τα Παλιοχωριανά», τεύχος 33ο, ΙΑΝ.-ΦΕΒΡ.-ΜΑΡΤ. 1989, σελ. 511-514.)


*****


    Ειρηνικό - Αντιπυρηνικό

(1)- Τη γνώμη μου θέλω να πω
      πάνω σε ένα θέμα
      που όλο τον κόσμο αφορά
      μ’ όλους αυτούς κι εμένα.

(2)- Στον ουρανό λένε θα πάν’ 
      τ’ άστρα να κατακτήσουν
      κι από εκεί κόντρα στη γη
      τον πόλεμο ν’ αρχίσουν.

(3)- Στην Ιαπωνία ρίξανε
      τη βόμβα τη μεγάλη,
      που τα πάντα σε κόλαση
      τα είχε μεταβάλει.

(4)- Χορτάρι δεν εφύτρωσε
      στον τόπο αυτόν ακόμα,
      κι η λέξη Κ α τ ά ρ α γράφτηκε
      πάνω στο μαύρο χώμα.

(5)- Τ’ όπλο που στον κόσμο άνοιξε
      τόσους πολλούς γιαράδες,
      τ’ όπλο αυτό που έκανε
      τέρατα να γεννούν μανάδες,

(6)- ο μικρός Τρούμαν διακήρυττε
      με πολλή χαρμοσύνη
      το όπλο που δοκίμασε
      θα φέρει στον κόσμο την Ειρήνη.

(7)- Μ’ αυτό τον τρόπο προσπαθούν
      να φέρουν την ειρήνη.
      Μα ας το ’χουνε υπόψη τους
      όλα της Γης τα κτήνη πως…

(8)- στάχτη θα κάνουνε τη γη,
      αυτοί δε λένε αστεία,
      κι όσοι δεν το πιστεύουνε
      ας πάνε έναν περίπατο
      μέχρι τη Χιροσίμα.

(Ποίημα, με τίτλο «Ειρηνικό - Αντιπυρηνικό», δημοσιευμένο το 1989 στο περιοδικό «Τα Παλιοχωριανά», τεύχος 36ο, Οκτ.-Νοέμβρης-Δεκ. 1989, σελ. 562. To ποίημα αυτό έχει συμπεριλάβει ο εκλεκτός Λέσβιος γραμματολόγος Κώστας Γ. Μίσσιος στο πολύτομο έργο του «Ανθολόγιο Λεσβίων Ποιητών. Β΄. Οι δημιουργοί της Λεσβιακής Άνοιξης και οι διάδοχοί τους (1890-1929)», Μυτιλήνη 1998, τόμος 9ος, σελ. 337.)


*****
  
    Μικρασιατική Καταστροφή 1922

(1)- Σε μια γωνιά καθόμουνα
      λιγάκι σκεπτικός,
      μα μ’ έβγαλε απ’ τις σκέψεις μου
      κάποιος περαστικός.
      
(2)- Ήλθε κάθισε δίπλα μου
      και με χείλη πικραμένα
      άρχισε να μου εξιστορεί
      πράγματα περασμένα.   

(3)- «Είμαι παλιός πολεμιστής
       απ’ τη Μικρά Ασία
       και θέλω να διηγηθώ
       όλη την ιστορία.

(4)- »Έξι χρόνια στο μέτωπο
       ντυμένος στο χακί
       μέρα και νύχτα στα βουνά
       σε επιφυλακή.

(5)- »Περάσαμε φριχτές στιγμές,
       ζήσαμε νύχτες τρόμου,
       δεν ξέραμε τι θα συμβεί
       στο γύρισμα του δρόμου.

(6)- »Μα όλα αυτά τα ξέχασα,
       μου φύγανε απ’ τη μνήμη,
       όταν στην οπισθοχώρηση
       περάσαμε απ’ τη Σμύρνη.

(7)- »Τότε είδανε τα μάτια μου…
       Πώς να τα περιγράψω;
       Και μόνο που τα σκέπτομαι,
       μου έρχεται να κλάψω.

(8)- »Σε όσες μάχες πέρασα
       εκεί πάνω στα βουνά
       μια τέτοια αγριότητα
       δεν είδα πουθενά.

(9)- »Είδα τ’ ασκέρι του Κεμάλ
       στα άλογα καβάλα
       ν’ αρπάζουνε μικρά παιδιά,
       σκοτώνοντας τη μάνα.

(10)- »Ωσάν τα άγρια θεριά,
         μέσα στη Σμύρνη μπήκαν
         και σφάζανε αλύπητα
         όσους μπροστά τους βρήκαν.

(11)- »Παντού ανάβανε φωτιές
         και καίγανε τα σπίτια,
         σφάζανε γέρους και παιδιά
         κι ατίμαζαν κορίτσια…»

(12)- Ο περαστικός μ’ έκανε να θυμηθώ
        τα παιδικά μου χρόνια,
        που έπαιζα μ’ άλλα παιδιά
        με μπάλες και με χιόνια.

(13)- Θυμήθηκα τη μάνα μου,
        ωσάν να ήταν τώρα,
        που ερχόταν και μας φώναζε
        στου φαγητού την ώρα.

(14)- Μας έδινε το φαγητό
        και το ψωμί κομμάτια,
        μα κείνη κάθιζε δίπλα μας
        με δάκρυα στα μάτια.

(15)- Μας κοίταζε σαν να ’λεγε:
        «Κάνετε το σταυρό σας,
        να βοηθήσει η Παναγιά
        να ’ρθει ο αδερφός σας»*

(16)- Της έλεγαν ότι θα ’ρθει
        όλοι οι χωριανοί,
        μα τόσα χρόνια πέρασαν
        κι ακόμα να φανεί.

(17)- Και ο πατέρας μας σκυφτός,
        κλειστός στον εαυτό του,
        σκεπτότανε τη συμφορά
        που ’λθε στο σπιτικό του.

(18)- Σκληρός είναι ο πόλεμος
        και γίνεται αιτία
        να μεταβάλλονται οι άνθρωποι
        σε άγρια θηρία.

(Ποίημα, με τίτλο «Μικρασιατική Καταστροφή 1922», δημοσιευμένο το 1990 στο περιοδικό «Τα Παλιοχωριανά», τεύχος 40ό, Οκτ.-Νοέμβρης-Δεκ. 1990, σελ. 639. *Σημείωση: Ο Βασίλης είχε αδελφό που σκοτώθηκε στη Μ. Ασία. Η καταστροφή έγινε τον Αύγουστο του 1922.)

 *****
  
     28 Οκτώβρη 1940

(1)- Οκτώβρη εικοσιοκτώ,
      αξέχαστη ημέρα,
      που οι φαντάροι φώναξαν
      στους Ιταλούς «αέρα».

(2)- Εκεί πάνω στο μέτωπο,
      με το «εφ’ όπλου λόγχη»,
      προβάλανε τα στήθη τους
      και φώναξαν το «ΟΧΙ».

(3)- Εκεί κοντά στα σύνορα
      όσοι σιμά βρεθήκαν,
      άνδρες, γυναίκες και παιδιά
      όλοι επιστρατευθήκαν.

(4)- Άλλοι με κασμάδες τρέξανε
      και άλλοι με τα φτυάρια,
      θάρρος πήγαν να δώσουνε
      εκεί στα παληκάρια.

(5)- Μας είχανε υποσχεθεί
      οι Γερμανο-Ιταλοί
      πως δεν θα μας πειράξουνε,
      ό,τι και αν συμβεί.

(6)- Την τελευταία όμως στιγμή
      όλα τα ’χαν ξεχάσει.
      ζήτησαν απ’ τα σύνορα
      ο στρατός τους να περάσει.

(7)- Ο Μουσολίνι έστειλε
      σήμα με το γαμπρό του
      πως θα περάσει ανενόχλητος
      μαζί με το στρατό του.

(8)- Τον Παντόλιο διέταξε
      επίθεση ν’ αρχίσει
      και ό,τι κι αν βρεθεί μπροστά
      όλα να τα γκρεμίσει.

(9)- Εμάς δεν μας λογάριασαν
      ως φαίνεται και τόσο
      κι έκαναν το λογαριασμό
      χωρίς τον ξενοδόχο.

(10)- Των Ιταλών τα οχυρά
         πέφτουνε ένα-ένα,
         μα όλες οι βουνοκορφές
         ποτίστηκαν με αίμα.

(11)- Πόσοι λεβέντες μείνανε
        μες στα βουνά θαμμένοι
        και πόσοι πίσω γύρισαν
        βαριά τραυματισμένοι.

(12)- Πόσες γυναίκες με παιδιά
        θα ’χουν κρυφό τον πόνο,
        αφού για πάντα μείνανε
        μονάχες μες στο δρόμο.

(13)- Δεν πρόκειται να ξαναδούν
        ποτές πια άσπρη μέρα,
        αφού για πάντα έχασαν
        το στοργικό πατέρα.

(14)- Αυτά έχει ο πόλεμος,
        χωρίς αμφιβολία.
        ΚΑΤΑΡΑ ΑΝΑΘΕΜΑ
        Σ’ ΑΥΤΟΥΣ ΠΟΥ ΗΤΑΝΕ ΑΙΤΙΑ

(Ποίημα, με τίτλο «28 Οκτώβρη 1940», δημοσιευμένο το 1991 στο περιοδικό «Τα Παλιοχωριανά», τεύχος 43ο, ΙΟΥΛ.-ΑΥΓ.-ΣΕΠΤ. 1991, σελ. 691. To ποίημα αυτό έχει συμπεριλάβει ο εκλεκτός Λέσβιος γραμματολόγος Κώστας Γ. Μίσσιος στο πολύτομο έργο του «Ανθολόγιο Λεσβίων Ποιητών. Β΄. Οι δημιουργοί της Λεσβιακής Άνοιξης και οι διάδοχοί τους (1890-1929)», Μυτιλήνη 1998, τόμος 9ος, σελ. 338.)
  
*****
     
    Οι Αποκριές και τα Νιάτα

(1)- Μας ήρθαν οι Αποκριές
      ω! τι χαρά μεγάλη
      μέσα στους δρόμους βγήκανε
      όλοι, μικροί μεγάλοι.

(2)- Οι νέοι με τα τραγούδια τους
      παντού χαρά απλώνουν,
      τρέχουν, χορεύουν, τραγουδούν,
      κι όλοι τους καμαρώνουν.

(3)- Οι νέοι θέλουν να χαρούν,
      να παίξουν, να γελάσουν
      κι όλες τις πίκρες της ζωής
      θέλουν να τις ξεχάσουν.

(4)- Όλοι τους υποδέχονται
      και τους επευφημούνε
      κι εκείνοι τους ευχαριστούν
      και τους χαμογελούνε.

(5)- Οι νέοι θέλουν να χαρούν,
      να παίξουν, να γλεντήσουν
      κι όσους πικραίνει η ζωή
      να τους παρηγορήσουν.

(6)- Οι γέροι που τους βλέπουνε
      αρχίζουν να ζηλεύουν,
      μπαίνουν κι εκείνοι στο χορό
      κι όλοι μαζί χορεύουν.

(7)- Ο κόσμος τους χειροκροτεί,
      τους δίνουν την ευχή τους,
      ποτέ να μη γνωρίσουνε
      πόλεμο στη ζωή τους.

(8)- Όπου κι αν πάνε εύχονται
      «ΕΙΡΗΝΗ ΚΑΙ ΑΓΑΠΗ».
      Με την ειρήνη, ω λαοί,
      προκόβουνε τα κράτη.

(Ποίημα, με τίτλο «Οι Αποκριές και τα Νιάτα», δημοσιευμένο το 1993 στο περιοδικό «Τα Παλιοχωριανά», τεύχος 49ο, ΙΑΝ.-ΦΕΒΡ.-ΜΑΡΤ. 1993, σελ. 790.)

*****

Ο Πόλεμος της Μικράς Ασίας και η Καταστροφή της Σμύρνης

(1)- Σε μια γωνιά καθόμουνα
      λιγάκι σκεπτικός,
      μα μ’ έβγαλε απ’ τις σκέψεις μου
      κάποιος περαστικός.
      
(2)- Ήλθε κάθισε δίπλα μου
      χωρίς να μου μιλήσει,
      μα ούτε και προσπάθησε
      για να με χαιρετήσει.  

(3)- Ως φαίνεται, στις σκέψεις του
      ήταν προσηλωμένος
      ή ίσως από γηρατειά
      ήταν καταβλημένος.

(4)- Σκέφθηκα ότι θα ’πρεπε
      εγώ να του μιλήσω,
      ίσως και κάτι ήθελε,
      για να τον βοηθήσω.

(5)- Μα πρόσεξα τα χείλη του
      σαν να σιγομιλούσαν
      και μέσα από τα μάτια του
      τα δάκρυα κυλούσαν.

(6)- «Ξένε», του λέω, «τι ζητάς
      θέλω να σε ρωτήσω,
      ίσως και κάτι να ’θελες,
      για να σε βοηθήσω.»

(7)- «Θα ’θελα κάποιον για να βρω,
       σε κάποιον να μιλήσω,
       προτού να έλθει η στιγμή
       τα μάτια μου να κλείσω.
        
(8)- »Θέλω να διηγηθώ
       τα όσα έχω περάσει,
       που τόσα χρόνια πέρασαν,
       μα δεν τα ’χω ξεχάσει.  

(9)- »Είμαι παλιός πολεμιστής
       στο Σκρα, στη Βουλγαρία,
       μετά μας μεταφέρανε
       και στη Μικρά Ασία.
     
(10)- »Έξι χρόνια στο μέτωπο
       ντυμένος στο χακί
       μέρα και νύχτα στα βουνά
       σε επιφυλακή.

(11)- »Μέσα σε άγρια βουνά,
          σ’ απόκρημνα λαγκάδια
          και πάνω στις βουνοκορφές
          περνούσαμε τα βράδια.

(12)- »Μέσα σε δάση σκοτεινά,
          σ’ απέραντα λιβάδια
          οι τσέτες ξεφυτρώνανε
          ωσάν τα μανιτάρια.

(13)- »Περάσαμε φριχτές στιγμές,
       ζήσαμε νύχτες τρόμου,
       δεν ξέραμε τι θα ’βρουμε
       στο γύρισμα του δρόμου.

(14)- »Μα όλα αυτά τα ξέχασα,
         μου ’φύγαν απ’ τη μνήμη,
         όταν στην οπισθοχώρηση
         περάσαμε απ’ τη Σμύρνη.

(15)- »Το τι είδαν τα μάτια μου
         πώς να τα περιγράψω;
         Και μόνο που τα σκέπτομαι,
         μου έρχεται να κλάψω.

(16)- »Πολλές μάχες επέρασα
         εκεί πάνω στα βουνά,
         μα τέτοια αγριότητα
         δεν είδα πουθενά.

(17)- »Είδα τ’ ασκέρια του Κεμάλ
         στα άλογα καβάλα
         ν’ αρπάζουνε μικρά παιδιά,
         σκοτώνοντας τη μάνα.

(18)- »Ωσάν τα άγρια θεριά,
         μέσα στη Σμύρνη μπήκαν
         και σφάζανε αλύπητα
         όσους μπροστά τους βρήκαν.

(19)- »Παντού ανάβανε φωτιές
         και καίγανε τα σπίτια,
         σφάζανε γέρους και παιδιά
         κι ατίμαζαν κορίτσια.

(20)- »Είδα ακέφαλα κορμιά
         στην άκρη πεταμένα
         και μες στο δρόμο έτρεχε
         και άχνιζε το αίμα…»

(21)- Μα ξαφνικά σταμάτησε
        και πια δεν μου μιλούσε
        και με το βλέμμα απλανές
        στο άπειρο ο νους κυλούσε.

(22)- Σιγά-σιγά σηκώθηκε
        να φύγει, να μ’ αφήσει
        και το ’να χέρι κίνησε,
        για να με χαιρετήσει.

(23)- Τα λόγια του με φέρανε
        στα χρόνια τα παλιά,
        πράγματα που τα πέρασα,
        μα δεν θυμόμουν πια.

(24)- Σκληρός είναι ο πόλεμος
        και γίνεται αιτία
        να μεταβάλλονται οι άνθρωποι
        σε άγρια θηρία.

(Ποίημα, με τίτλο «Ο πόλεμος της Μικράς Ασίας και η καταστροφή της Σμύρνης», δημοσιευμένο το 1994 στο περιοδικό «Τα Παλιοχωριανά», τεύχος 55ο, Ιούλ.-Αύγ.-Σεπτ. 1994, σελ. 898-899. To ποίημα αυτό έχει συμπεριλάβει ο εκλεκτός Λέσβιος γραμματολόγος Κώστας Γ. Μίσσιος στο πολύτομο έργο του «Ανθολόγιο Λεσβίων Ποιητών. Β΄. Οι δημιουργοί της Λεσβιακής Άνοιξης και οι διάδοχοί τους (1890-1929)», Μυτιλήνη 1998, τόμος 9ος, σελ. 339.)