Δευτέρα, 11 Δεκεμβρίου 2017

ΠΛΑΛΑ ΧΡΥΣΟΥΛΑΣ «Ο πλατύς γιαλός»


Ο πλατύς γιαλός

        

Χρυσούλας Πλάλα

 

Δοκιμαστικά, για ένα-δυο μήνες, χωρίς βαθιές σκέψεις, έφυγα από το πατρικό μου, μόλις ενηλικιώθηκα.

Πριν δεν τολμούσα κι έτυχαν ευκαιρίες με κάποια αγόρια, επισκέπτες στο χωριό. Φανταζόμουνα τον πατέρα μου να με κυνηγάει, για να μ’ επαναφέρει εκεί που γεννήθηκα και μεγάλωσα.

Πώς… είχα απειλήσει:

«Εδώ δε με χωράει ο τόπος, δεν μπορώ να συγυρίζω το σπίτι και να μαγειρεύω συνέχεια. Τι να τα κάνω τ’ αγγλικά, τα γαλλικά και την κιθάρα, που τόσα χρόνια μου μάθαινε ο θείος μου, ένας ήσυχος οικογενειάρχης, που, επειδή δεν είχε παιδιά, με φόρτωσε μ’ ένα όργανο…»

Ευτυχώς, λέω εκ των υστέρων. Να σεργιανάω στ’ αμπέλια μας, δεν το βλέπω. Γενικά η πατρική εστία μ’ ενοχλούσε. Δεν μου άφηνε χώρο να δω τον εαυτό μου και τις δυνατότητές του. Μου έδινε στα νεύρα αυτό το νοιάξιμο – έλεγχος των γονιών μου.

Μου έλειπε ο πλατύς κόσμος, τα ταξίδια… όσο για το ερωτικό, το ’παιζα ανυπόταχτη. Να μάθω πράγματα για έξω απ’ την καλύβα μου και κάπου εκεί θα γνωρίσω και τον έρωτα της ζωής μου. Ναι, βέβαια. Ήθελα το δυνατό, το μεγάλο αίσθημα, όχι φλερτ και καφές ή μπίρα έτσι για να περνάει η ώρα.

Αλλά η γνωριμία με το πάθος σε βρίσκει στους μεγάλους δρόμους.

Δοκιμαστικά… γιατί λέω δοκιμαστικά, αφού δεν ήθελα να επιστρέψω; Γιατί υπάρχουν ασύμμετρα πράγματα, απρόβλεπτοι παράγοντες, αντοχές άμαθη ήμουν απλά έξω απ’ το σπίτι μου, αλλά είχα φτιάξει στο κεφάλι μου έναν κόσμο στον οποίο ήθελα να δραπετεύσω.

Καθυστέρησα αυτή την έξοδο στη θάλασσα, σ’ έναν πλατύ γιαλό, γιατί είχαν φροντίσει ο πατέρας μου ο Αλέξης κι η μάνα μου η Καλλιόπη να μου μιλάνε για Τρίτωνες και Λαιστρυγόνες μακριά απ’ το σπιτικό.

«Να, κάτω στη δημοσιά, το μεγάλο δρόμο, περιμένεις το λεωφορείο, σταματάει ένα αυτοκίνητο και σε απαγάγει…»

       

Το σπίτι που θα με φιλοξενούσε ήταν μιας φιλικής οικογένειας, γνωστής του θείου μου, ο μόνος που του είχα εκμυστηρευτεί όλο το πλάτος της επιθυμίας μου να αποσχιστώ.

Νεάπολη Εξαρχείων. Αυτό ήταν το μέρος. Είχα κάνει τη γνωριμία μου με την πρωτεύουσα δυο-τρεις φορές, με προορισμό την Πλάκα, το Μοναστηράκι, το Παγκράτι και από θάλασσες, στον Άλιμο, κάποια απεγνωσμένα καλοκαίρια.

Αναζητούσα βέβαια τις μέρες-ρηλάξ αγκαλιά με τα κύματα, ωστόσο εκείνο που με καλούσε ήταν ένα είδος ζωής, μια συναλλαγή με κόσμο, μια γνωριμία με ανθρώπους λιγότερο κοντόφθαλμους. Ονειρευόμουνα βέβαια να δω την πανσέληνο περπατώντας αγκαλιά με το πάθος μου στη Διονυσίου Αρεοπαγίτου. Το τελευταίο μπορούσε να περιμένει.

Κατεβαίνοντας από το λεωφορείο, είχα την εντύπωση ότι άφηνα κάτι μόνιμα κι η διάθεσή μου ήταν ανοιχτή σε νέες προκλήσεις.

Το ταξί με άφησε περασμένο μεσημέρι σε μια παλιά μονοκατοικία κοντά στον περιφερειακό Λυκαβηττού απ’ τη μεριά των Εξαρχείων. Η πρώτη εντύπωση ήταν θετική. Ανέβαινα σκαλοπάτια για την είσοδο. Μου άνοιξαν δυο νεαρά αγόρια, μάλλον του Λυκείου.

«Είσαι η Μόρφω; Πέρασε. Καλώς όρισες.»

Με βοήθησαν με τις αποσκευές, με κατεύθυνση ένα δώμα.

«Μπορείς να το κάνεις ό,τι θες. Ακόμη και να το βάψεις. Μόνο, αν σε βρει ο χειμώνας εδώ, κάνει κρύο. Θες ένα φραπέ;»

Ο Μίλτος και ο φίλος του ο Ιωσήφ.

«Το μεσημέρι θα γυρίσει απ’ τη δουλειά και η Χρυσαυγή, η αδελφή μου. Βολέψου. Πάω να φτιάξω φραπέ.»

«Μία ζάχαρη», είπα.

Μέχρι εκείνη την ώρα δεν είχα ακούσει τη φωνή μου. Συνειδητοποιώντας το, φώναξα, γιατί ο Μίλτος κατέβαινε:

«Ευχαριστώ για όλα. Πολύ ωραίο το σπίτι σας. Να του ρίξω μια ματιά;»

Δεν πήρα απάντηση. Έβγαλα πρόχειρα τα ρούχα μου κι άλλαξα, πήρα τα τσιγάρα μου και κατέβηκα.

Ο φραπές σωστός.

Τα δυο αγόρια κάθισαν απέναντί μου σ’ ένα κρεβάτι. Πήρε ο Μίλτος την κιθάρα του κι αστειευόμενος μου λέει:

«Τι στην έδωσε, ρε Μόρφω, κι άφησες τις ραχούλες;»  

«Ε, μωρέ, μονοτονία, ξέρεις… χωριό. Από κιθάρα ακαμπάζω κι εγώ. Μου ’μαθε ο Άνθιμος, ο θείος μου…»    

«Θα σε πάρω καμιά φορά μαζί στο δρόμο. Παίζουμε κοντά στην πλατεία, για λίγο χαρτζιλίκι.»

«Ευχαρίστως. Θα ’ναι εμπειρία…»

«Ζόρικη… Σκοπεύεις να βρεις δουλειά;»

«Θα ’θελα πολύ. Να δίνω και σε σας κάτι για το δώμα.»

«Άσ’  το αυτό… Φωνή έχεις; Να κάνουμε ένα γκρουπάκι για τα Σαββατοκύριακα σε κανένα φαγάδικο.»

«Δε χάνουμε τίποτα…»

Όλ’ αυτά μου ηχούσαν πρωτόγνωρα, διασκεδαστικά. Άλλες έγνοιες στην πρωτεύουσα κι άλλες ανάγκες.

Ο Μίλτος είχε φιλοδοξίες να μπει στο Πολυτεχνείο. Η κιθάρα ένα μέρος, δυο το διάβασμα για το φροντιστήριο. Ο Ιωσήφ ακολουθούσε.

«Ωραία τυπάκια είστε…». Έτσι μου ’ρθε.

Άφησα τ’ αγόρια, για να ξεκουραστώ λίγο. Το μεσημέρι θα γνώριζα την υπόλοιπη οικογένεια.

Άνοιγε ένα τοπίο μπροστά μου, αυτό της πρωτεύουσας και των νέων σχέσεων, πρωτοειδωμένο, με υποσχέσεις και προκλήσεις. Ήδη φανταζόμουνα τον εαυτό μου με την κιθάρα και τη μαλακιά βαθιά φωνή μου να καθηλώνει τους θαμώνες. Όπως είπε ο Μίλτος, «το να γοητεύσεις δεν είναι δύσκολο, άμα έχεις κάποια προσόντα».

Λαγοκοιμήθηκα, με τον ήλιο να μου πέφτει στα μάτια απ’  το μικρό παράθυρο.

   

Με ξύπνησε η Χρυσαυγή ξανθιά, ορμητική, γεμάτη ενέργεια και διάθεση καλή.

«Μόρφω, ξύπνα να φας. Σε λίγο θά ’ρθουν η μάνα μου κι ο πατέρας μου Φεβρωνία και Αλέκος αντίστοιχα. Δε χρειάζεται να τους περιμένουμε. Συνήθως εμείς τα παιδιά τρώμε. Ο Μίλτος πρέπει να πάει φροντιστήριο.»

Ανακάθισα στο κρεβάτι τρίβοντας τα μάτια μου.

Η πρώτη ερώτηση που μου ’ρθε στο νου:

«Πού δουλεύεις, Χρυσαυγή;»

«Σε μια δισκογραφική εταιρία. Γιατί;»

«Δεν ξέρω… Ίσως γιατί χρόνια ήθελα κι εγώ να γυρίζω σπίτι τα μεσημέρια από κάποια δουλειά, αντί να κάθομαι σπίτι και να μαγειρεύω για τους άλλους.»

«Έχει μπιφτέκια με πατάτες στο φούρνο σήμερα. Είναι κούραση, ρε Μόρφω, να γυρίζεις σπίτι και να πρέπει να μαγειρέψεις. Ευτυχώς που έχουμε τη μαμά, να ετοιμάζει απ’ το βράδυ…»

«Και μετά πρέπει κι εκείνη να πάει στη δουλειά.»

«Ναι, εδώ όλοι με κάτι ασχολούμαστε…»

Κατεβήκαμε στο μεγάλο δωμάτιο. Η Χρυσαυγή σέρβιρε στο κοντό φαρδύ τραπέζι του καθιστικού και το φαγητό ήταν πεντανόστιμο.

«Πάρε τη Μόρφω για ξενάγηση στην πλατεία το βραδάκι και θα περάσω να σας δω κι εγώ στο "βήμα", στο μπαρ της γωνίας, στη Βαλτετσίου.»

Ο πατέρας κι η μάνα υπερβολικά φιλικοί, με κατανόηση για την απροθυμία της Χρυσαυγής να πλύνει τα πιάτα και την ενασχόληση του Μίλτου με την κιθάρα.

«Θα σου αρέσει το δωματιάκι σου, ό,τι λείπει μας το ζητάς…»

Εγώ πάλι ήθελα περισυλλογή, να χωθώ στη μοναδική πολυθρόνα του και να συζητήσω με τον εαυτό μου.

Σιέστα. Μεσημέρι. Όλοι στην ξεκούραση, εκτός απ’ τον Μίλτο που ’ταν φροντιστήριο.

Συναγερμός στο είναι μου.

«Πρέπει να οργανωθώ.»

Η πρόταση του Μίλτου γυρόφερνε στο μυαλό μου, ενώ παράλληλα θα χτυπούσα την πόρτα γειτονικών φροντιστηρίων ξένων γλωσσών για δουλειά.

Κάποια στιγμή αναπήδησα απ’ το κρεβάτι μου, σα να με πήρε ο χρόνος κι άρχισα να τακτοποιώ τα πράγματά μου. Υπήρχε γραφειάκι μπροστά στο παράθυρο  και δυο καρέκλες, πλην της πολυθρόνας, συρτάρια για τα ρούχα μου και μια ντουλαπίτσα.

Τουαλέτα και ντουζιέρα. Αυτά για χαλάρωση.

Άρχισα να αισιοδοξώ γι’ αυτό τον ερχομό στην πρωτεύουσα. Το χωριό μου στο βάθος. Δεν μ’ απειλούσε προς το παρόν.

Η Χρυσαυγή, αυθόρμητη και ανοιχτή, ανέβηκε αργά το απόγευμα και μου μίλησε για τη δουλειά της και τις σχέσεις της με το άλλο φύλο. Ανέδιδε μια μυρωδιά εύπλαστου ανθρώπου, που το μόνο που ζητούσε απ’ τη ζωή ήταν η ειλικρίνεια και η αφοσίωση.

Δεν είχα καμιά αντίρρηση να γίνουμε κολλητές.

Το βραδάκι έδειχνε τα δόντια του, άχρωμο μακριά απ’ την πλατεία, κι εγώ αδημονούσα για κάποιο τσούρμο από περίεργους ν’ ακούσουν τις νότες μου.

Αυτό θ’ αργούσε. Απόψε θα βλέπαμε το τοπίο μαζί με το Μίλτο.

Είχα πρόγραμμα να ξεμακρύνω και προς το Σύνταγμα ή το Μοναστηράκι.

Η Χρυσαυγή δεν ενέκρινε την πρόταση του Μίλτου. Την έβρισκε προκλητική και τολμηρή για ένα κορίτσι απ’ την επαρχία. Με παρότρυνε παρ’ όλα αυτά:

«Δοκίμασε, να δεις αν αντέχεις. Μην πάρουν τα μυαλά σου αέρα… Κάν’ το, σε τελευταία ανάλυση, για το χαρτζιλίκι.»

«Το ’χω ανάγκη να βγω προς τα έξω. Ύστερα έχω και την κάλυψη του Μίλτου.»

Περιδιαβάσαμε όλα τα στενά γύρω απ’ την πλατεία. Μια διάθεση ρέμπελη και μια ευθυμία μετά λόγου ή άνευ μας τριγύριζε.

Καταλήξαμε στο "βήμα", σ’ ένα τραπεζάκι, ένα γύρω νεανικός ανθός. Μου ξύπνησε μια όρεξη ν’ ανεβώ μπροστά απ’ το μπαρ και… — άσ’ το, την επόμενη φορά — καλό είναι ν’ απέχω από παρόμοιους αυθορμητισμούς. Ανάμεσα στις γουλιές από μπύρα, μελαγχολούσα για τη μέχρι τώρα πορεία μου στη ζωή.

Ο Μίλτος δεν άργησε.

«Τα ’δες τα πράγματα;… Απλά. Είναι ένα κοινό που δεν γουστάρει το επιτηδευμένο. Θα κάνω κρούση απόψε…»

Ο καταστηματάρχης είπε:

«Πάμε και βλέπουμε… απ’ το επόμενο Σάββατο.»

Ένιωθα λίγο χαμένη, ενώ το ευχόμουνα. Μ’ έπιασε αγωνία, χρειαζόμουνα πρόβες.

«Χαλαρά…», άκουσα το Μίλτο να λέει. «Δε θα γίνουμε ρεζίλι.»

Με απέσπασε απ’ την έγνοια η Χρυσαυγή, μιλώντας μου για το φίλο της, τον Πάνο.

«Περνάμε ωραία και λείπουν οι κόντρες. Ζωγραφίζει και γράφει στίχους. Είμαστε δυο χρόνια μαζί.»

Την άκουγα και ταξίδευα στην Αθήνα βράδυ. Ήταν και μια πίεση στο στομάχι αυτό το κολύμπι στα βαθιά, ωστόσο σα να μην είχα άλλη επιλογή.

Γυρίσαμε σπίτι αργά και κοιμήθηκα αμέσως.

 

Την άλλη μέρα έχασα τη ροή του σπιτιού. Βρέθηκα μόνη με την κιθαρίτσα μου κι άρχισα να δοκιμάζω τραγούδια. Μια ώρα μπορούσα να καλύψω, να δούμε τι θα ’κανε ο Μίλτος.

Το φαγητό για το μεσημέρι ήταν έτοιμο. Βγήκα μια βόλτα στη γειτονιά. Δεν είχε πολλές μονοκατοικίες. Δεν άκουγα ούτε πουλιά ούτε τζιτζίκια. Μου κακοφαίνονταν λίγο αυτή η φωνή του τσιμέντου και της πολυκατοικίας…

Μου τηλεφώνησαν οι γονείς μου. Πρέπει ν’ ακούστηκα ενθουσιασμένη.

«Καλά, παιδάκι μου, όπως θες, αρκεί που ’σαι καλά. Αν χρειαστείς χρήματα, θα σου στείλουμε.»

Δεν πρόλαβα, εδώ που τα λέμε, να κάνω σχέδια, να χαθώ για λίγο στους χάρτες μου, προέκυψε πλάνο συγκεκριμένο βλέπεις, με χρώματα περίεργα.

Όταν γύρισε ο Μίλτος το μεσημέρι, τιτίβιζα συνεχώς και του πρότεινα ν’ αρχίσουμε πρόβες. Πήρε την κιθάρα του και συμφωνήσαμε σε κάτι μπαλάντες.

Έφτασε η στιγμή ν’ ακουστώ. Μπροστά μου ανοίχτηκε το μαγαζί κι είπα αβίαστα το τραγούδι, με πάθος. Πού το βρήκα! Η ορμή μου για έκθεση φαίνεται ν’ αποδείξω κάτι… και μετά μαζεύτηκα. Ο Μίλτος συνέχισε και ξαναμπήκα στις νότες φορτσάτη. Υπέροχα!

Μετά ακολούθησε παύση και το σχόλιο:

«Έχεις φωνή που είναι κυματιστή κι έχει χρώμα. Θ’ αρέσεις.»

«Κι εσύ παίζεις με δύναμη.»

«Μόρφω, θα κάνουμε εντύπωση… Μην τα παρατάς.»

«Μίλτο, ξέρεις, ήθελα να ξεφύγω απ’ το χωριό μου, απ’ τη ζωή μου μέχρι τώρα, κι εσύ μου προτείνεις έναν κύκλο να μπω, μου βάζεις ερωτήματα…»

«Όσο πάει… δεν έχουμε συμβόλαιο. Ας κάνουμε κάτι, να μη χάνουμε τον καιρό μας… Για μένα είναι ξεκούραση… ξεφεύγω λίγο απ’ τη μελέτη.»

Η Χρυσαυγή μας άκουσε και σχολίασε κι αυτή θετικά. Οι γονείς του Μίλτου το διασκέδασαν.

«Μην κρεμαστείς σ’ αυτό για την επιβίωσή σου, Μόρφω… έχεις καιρό…»

 Ανάμεσα σ’ όλον αυτό τον πυρετό προετοιμασίας, διατηρούσα τη νηφαλιότητά μου κι αναρωτιόμουνα αν έκανα το σωστό. Εξάλλου επρόκειτο για μια έκθεση. Μπορεί να τα κατάφερνα.

 

Εκείνο το Σάββατο είχα έναν εκνευρισμό, που μαλάκωσε περιέργως μόλις πλησίαζε η ώρα.

Στις εννιά είμαστε στο μαγαζί. Πολύ φιλικός ο ιδιοκτήτης. Ο Μίλτος δεν είχε πρόβλημα. Μου ’δωσε το έναυσμα:

«Έλα, Μορφούλα, πες το μας…»

Έτσι άρχισα να τραγουδάω.  

Δεν μου έλειπε η θεατρικότητα, συνειδητοποίησα αμέσως. Με την κιθάρα ή χωρίς, η σκηνή ήταν δικιά μας. Μας χειροκροτούσαν κι ένιωθα γλυκά σαν ένα μικρό μεθύσι.

Όταν ο Μίλτος είπε «διάλειμμα», δεν μπορώ να πω ότι το ήθελα. Ήπιαμε ένα ποτό κι ο Μίλτος μ’ αγκάλιασε ενθουσιασμένος.

«Καλύτερα απ’ ό,τι περίμενα. Είσαι η ανακάλυψή μου!»

Το δεύτερο μέρος ήταν πιο δυνατό. Επιτυχίες της χρονιάς, μετά την αναδρομή στο χρόνο. Το ύφος άλλαξε. “Πού είσαι, θείε, να μ’ ακούσεις”, σκεφτόμουνα.

«Θα κλείσουμε με κάτι ξεχασμένο ίσως. Νέο Κύμα…»,ανακοίνωσε ο Μίλτος. «…Κουμιώτη "Στο βαθύ φιλί σου να πνιγώ… Πρώτη στα χέρια σου φορά γεννιέμαι και πεθαίνω…"»

Μετά… μετά προσγειώθηκα. Δεν έπαυα να ’μαι η ξέμπαρκη, αυτή που αναζητούσε ένα πάτημα στην πόλη, σχέσεις να κρατηθεί, μια δημιουργία.

Η Χρυσαυγή ήρθε και μας άκουσε και μου ’πε κολακευτικά:

«Μέχρι και δίσκο σε βλέπω να κάνεις. Μπράβο.»

Όταν πήγα στο δωματιάκι μου το βράδυ, δεν μπορούσα να διαχειριστώ όλη αυτή την επιτυχία και τα μάτια μου τρέχανε, σαν να είχα δεχτεί ένα βόλι. 

Κοίταζα ένα γύρω το δωμάτιο κι έλεγα στον εαυτό μου:

«Μπορώ να κάνω πράγματα, δεν είμαι ένας θεατής στη ζωή αυτή.»

Αποκοιμήθηκα ξέπνοη.

Την άλλη μέρα πήρα ένα τηλεφώνημα απ’ τον καταστηματάρχη για μια μόνιμη συνεργασία.

Θ’ άρχιζα να πληρώνομαι. Κι όμως, δεν πετούσα στα σύννεφα. Εκτός απ’ το τραγούδι, θ’ αναζητούσα και κάτι για τις άλλες μέρες. Η ιδέα του να παραδίδω μαθήματα στα μικρά ήταν γοητευτική.

Ξανοίχτηκα στους δρόμους των Εξαρχείων και πέτυχα ένα μικρό φροντιστήριο με καλή πρόταση για τρεις φορές την εβδομάδα, πέντε με οκτώ. Θα ’πρεπε να δοκιμαστώ όμως για ένα μήνα, λόγω απειρίας. Όλα αυτά απ’ την καινούργια σεζόν. Το ’κλεισα και βάλθηκα να γίνω μια καλή δασκάλα στα γαλλικά.

 

Σα να ’ρθαν γρήγορα τα αναμενόμενα, σαν οιπροσδοκίες μου να ευοδώνονταν. Κατάκατσε η ψυχούλα μου, γιατί μόνο με το τραγούδι δεν θα είχα ησυχία. Όσο για σπίτι δικό μου, «άσ’ το προς το παρόν, να δεις πώς θα στρώσουν όλ’ αυτά…», είπε η κυρία Φεβρωνία. Πράγματι… κι άρχισα να συγυρίζω το μικρό μου δωμάτιο, μέχρι ν’ απλωθώ κάπου πιο ευρύχωρα.

Μπορώ να πω πως η πόλη με είχε δεχτεί, δεν δοκίμαζε τις αντοχές μου…

 

Ήταν πρωί, κατά τις έντεκα, κι εγώ απολάμβανα ένα καφεδάκι κοντά στην πλατεία Κλαυθμώνος και χαμογελούσα ψηλά στον ήλιο που έλαμπε.

Σταυροκοπήθηκα μυστικά.

«Μάνα, θα μετακομίσω οριστικά εδώ, βρήκα κάτι άκρες… Μην ανησυχείτε…», το τηλεφώνημα ήταν απαραίτητο.

Ένιωθα ότι θ’ αναστέναζαν και θα πικραίνονταν, αλλά οι φτερούγες μου είχαν πια ανοίξει. Στο βάθος του μυαλού μου έκλεισα το μάτι πονηρά σε κάποια αντρική φιγούρα αδιόρατη.

«Καλώς να ’ρθει», ψιθύρισα.   

 

Χρυσούλα Πλάλα

Δεκέμβρης 2017