Πέμπτη, 15 Νοεμβρίου 2018

ΙΟΡΔΑΝΗΣ ΤΑΚΗΣ ~ ΓΙΑ ΤΟΝ ΟΔΙΚΟ ΑΞΟΝΑ ΚΑΛΛΟΝΗΣ - ΣΙΓΡΙΟΥ

ΣΕ ΚΑΛΟ ΔΡΟΜΟ

Ο ΟΔΙΚΟΣ ΑΞΟΝΑΣ ΚΑΛΛΟΝΗΣ - ΣΙΓΡΙΟΥ

 

     Στα πλαίσια της παρακολούθησης (follow up) του έργου της Επιτροπής Αγώνα για τον  «οδικό άξονα Καλλονής - Σιγρίου», ως ο Πρόεδρός της, επισκέφθηκα σήμερα 14.11.2018 το Υπουργείο Υποδομών και Μεταφορών και είχα διεξοδική συζήτηση επ’ αυτού με τον αρμόδιο Διευθυντή κ. Δ. Αναγνώπουλο. Τούτη ήταν συνέχεια εκείνης της προ εννεαμήνου περίπου.

     Η σημερινή επίσκεψη ήταν για μένα ιδιαίτερα ευχάριστη, αφού με τη συζήτηση που έγινε πείσθηκα ότι ο «οδικός άξονας Καλλονής - Σιγρίου» τελικά θα ολοκληρωθεί μέσα στα όρια του βιολογικού μου κύκλου και έτσι η σχετική δέσμευσή μου, ότι θα τον περπατήσω απ’ την Καλλονή ως το Σίγρι, στα 46.664 μέτρα του, όταν αυτός θα παραδοθεί τελειωμένος, θα γίνει πραγματικότητα.

 

    Αυτά που αξονικά κατέγραψα ήταν:

    - Τα κονδύλια για την ολοκλήρωσή του υπάρχουν και είναι αποκλειστικά δεσμευμένα για το έργο μας.

    - Η ολοκλήρωση του έργου θα γίνει μέσα στα πλαίσια των χρονοδιαγραμμάτων και των χρονικών οριζόντων ισχύος του νέου ΕΣΠΑ 2014 - 2020.

    - Το έργο θα το ολοκληρώσει κοινοπραξία της ΑΚΤΩΡ και της μιας εκ των τριών εταιρειών της παλιάς κοινοπραξίας που ξεκίνησε το έργο το 2013.

    - Το γεγονός που είναι χαρακτηριστικό είναι πως φαίνεται σταθήκαμε «τυχεροί» στο ότι, ευτυχώς, η νέα ηγεσία της ΑΚΤΩΡ δεν ενέταξε το έργο μας σ’ εκείνα τα έργα που είχε δρομολογήσει η προηγούμενη ηγεσία της και η νέα τα απέρριψε.

   - Ότι ολοκληρώνονται τα διαδικαστικά και επίκειται η υπογραφή της απαιτούμενης  συμβάσεως με το νέο κοινοπρακτικό σχήμα.

    - Τέλος, ότι, όπως λέει ο μεγάλος Λαζόπουλος, η «πρώτη κασμαδιά» της επανέναρξης των εργασιών στο δρόμο μας θα γίνει οσονούπω.

 

    Την αλήθεια του πράγματος πιστεύω ότι θα τη δούμε μπροστά μας άμεσα κι έτσι πια θα πάψει η όποια αδημονία μας. Ο θυμόσοφος λαός μας σ’ αυτές τις περιπτώσεις λέει το: «κοντός ψαλμός, αλληλούια»

 

Ο Πρόεδρος της Επιτροπής Αγώνα

Τάκης Ιορδάνης


Τετάρτη, 14 Νοεμβρίου 2018

ΜΑΥΡΑΓΑΝΗΣ ΞΕΝΟΦΩΝ ~ ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΗΡΙΑ ΜΝΗΜΕΙΟΥ ΛΕΣΒΙΑΚΗΣ ΦΑΛΑΓΓΑΣ

ΤΑ ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΗΡΙΑ

 

Ανεπανάληπτες στιγμές ιστορικής μνήμης έζησαν οι κάτοικοι του Πλωμαρίου και όσοι προσήλθαν στην τελετή αποκαλυπτηρίων του ΜΝΗΜΕΙΟΥ της ΛΕΣΒΙΑΚΗΣ ΦΑΛΑΓΓΑΣ, που πραγματοποιήθηκαν το Σάββατο 10 Νοεμβρίου 2018 στο παραθαλάσσιο πάρκο του Πλωμαρίου Λέσβου.

 

 

Στην τελετή παρέστησαν ο Υπουργός Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής Φώτης Κουβέλης, ο Γενικός Γραμματέας Νησιωτικής Πολιτικής Γιάννης Γιαννέλης, ο Δήμαρχος Λέσβου Σπύρος Γαληνός, οι βουλευτές Λέσβου Γιώργος Πάλλης και Χαράλαμπος Αθανασίου, ο Αντιδήμαρχος Πλωμαρίου Μανώλης Αρμενάκας, ο Αντιδήμαρχος Οικονομικών Κώστας Κατσαρός, το Τοπικό Συμβούλιο Πλωμαρίου με επικεφαλής την Πρόεδρό του Λίτσα Βάμβουρα, η εκπρόσωπος της Περιφέρειας Βορείου Αιγαίου Πόπη Γόμου, ο αρχηγός του Λιμενικού Σώματος Αντιναύαρχος Σταμάτης Ράπτης, ο Μέραρχος υποστράτηγος Σταύρος Τσερπές, ο Ανώτερος Διοικητής της Ελληνικής Αστυνομίας Βορείου Αιγαίου, ο Διοικητής της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας Λέσβου αρχιπύραρχος Διονύσης Κουτσοκώστας, ο Λιμενάρχης Μυτιλήνης αντιπλοίαρχος Κωνσταντίνος Φλουρής, ο Διοικητής της 9ης Περιφερειακής Διοίκησης Ακτοφυλακής πλοίαρχος Νικόλαος Πασάδης, ο Περιφερειακός Διευθυντής Εκπαίδευσης Βορείου Αιγαίου Αριστείδης Καλάργαλης, ο λογοτέχνης-φυσιοδίφης Μάκης Αξιώτης. Ξεχωριστές ήταν και οι παρουσίες της ερευνήτριας συγγραφέως Κωνσταντίνας Βάκκα - Κυριαζή και του Πλωμαρίτη συζύγου της, φυσικού και συγγραφέα, Αριστείδη Κυριαζή.

 

Ιδιαίτερη συγκίνηση προκάλεσε η παρουσία του Αντώνη Αγγελή, εγγονού του συνονόματού του Πλωμαρίτη μετανάστη, που ήρθε ειδικά για την τελετή από από το Jacksonville των ΗΠΑ, όπου είναι μόνιμα εγκατεστημένος, καθώς και του εγγονού του συνταγματάρχη Κωνσταντίνου Μαρινάκη, στρατιωτικού στελέχους της Λεσβιακής Φάλαγγας, που ήρθε γι’ αυτόν το λόγο από την Κρήτη.

                                                                                                                                                                                              

 

 Στις 10 το πρωί τελέσθηκε στον καθεδρικό ναό του Αγίου Νικολάου δοξολογία, προεξάρχοντος του Μητροπολίτη Μηθύμνης Χρυσοστόμου, με την παρουσία όλου του κλήρου. Στη συνέχεια, όλοι οι μετέχοντες στην τελετή κατευθύνθηκαν στο χώρο του Μνημείου, το οποίο έχει φιλοτεχνήσει ο γλύπτης Γιώργος Κατσαρός, όπου, μετά το τρισάγιο που έψαλαν οι ιερείς, μίλησε ο Δήμαρχος Λέσβου και Πρόεδρος του Δημοτικού Λιμενικού Ταμείου Λέσβου, που κάλυψε όλο το κόστος της κατασκευής του Mνημείου, παραχωρώντας ταυτόχρονα το χώρο όπου στήθηκε, Σπύρος Γαληνός, αναφερόμενος στην τεράστια θυσία των ανθρώπων εκείνων που μετανάστευσαν στην Αμερική, αναζητώντας μια καλύτερη ζωή, αλλά, ακούγοντας τη φωνή της Πατρίδας που αναζητούσε την ελευθερία της, έσπευσαν να την υπηρετήσουν, «καταβάλλοντας και τα έξοδα της όλης εκστρατείας τους εξ ιδίων». Αυτός ο εθελοντισμός και η φιλοπατρία διακατέχουν πάντοτε τους κατοίκους της Λέσβου, που και τότε και τώρα αποδεικνύουν την προσήλωσή τους στην προσφορά, την ελευθερία και τη δημοκρατία.

 

 Το Δήμαρχο Λέσβου ακολούθησε ο Ξενοφών Μαυραγάνης, Πρόεδρος της ΛΕΣΧΗΣ ΠΛΩΜΑΡΙΟΥ “ΒΕΝΙΑΜΙΝ Ο ΛΕΣΒΙΟΣ”, που είχε την πρωτοβουλία της ανέγερσης του Μνημείου. Αναφερόμενος στην εθελοντική στράτευση των Λεσβίων μεταναστών στις ΗΠΑ, μνημόνευσε και τον πρόσφατα αποθανόντα υποπλοίαρχο Λιμενικού Κυριάκο Παπαδόπουλο, που έσωσε από βέβαιο πνιγμό στις ακτές του νησιού μας, χιλιάδες πρόσφυγες και μετανάστες, που αναζητούσαν λύτρωση με τη φυγή τους από τους τόπους του ολέθρου.

 

Συνεχίζοντας αναφέρθηκε στο γεγονός ότι στο Πλωμάρι, το μοναδικό αστικό κέντρου του νησιού, εκτός της πρωτεύουσάς του Μυτιλήνης, αναπτύχθηκε στα πενήντα τελευταία χρόνια της τουρκικής κατοχής ένα είδος εθνικής αστικής τάξης, που στα πλαίσια της οθωμανικής αυτοκρατορίας ανάλωσε μεγάλο τμήμα της οικονομικής ευρωστίας του για την οικοδόμηση σχολείων, εκκλησιών και κτιρίων, των οποίων τα έσοδα θα χρησιμοποιούνταν για τη μόρφωση των Ελλήνων, με την ίδρυση περισσοτέρων σχολείων.

 

Αυτής της γενιάς γόνος ήταν και ο Ευστράτιος Ι. Αθανασιάδης, που τέθηκε επικεφαλής της εννεαμελούς Επιτροπής που οργάνωσε στις ΗΠΑ τη ΛΕΣΒΙΑΚΗ ΦΑΛΑΓΓΑ. Προσέθεσε δε ο ομιλητής ότι σήμερα, σε καιρούς ελευθερίας, το Πλωμάρι «συρρικνώνεται, υποβαθμίζεται και αδικείται αντί να αναπτύσσεται, με ευθύνη ΚΑΙ της Πολιτείας, η οποία έδειξε και προσφάτως  την απαξίωσή της γι’ αυτόν τον τόπο στο θέμα της διάσπασης του Δήμου Λέσβου».

 

Κλείνοντας, ο Πρόεδρος της Λέσχης ευχαρίστησε το Δήμαρχο Σπύρο Γαληνό, τον Αντιπρόεδρο του Δημοτικού Λιμενικού Ταμείου Λέσβου Κυριάκο Πετρέλλη και το Δ.Σ. του ΔΛΤΛ, για την αμέριστη βοήθεια που προσέφεραν για τη δημιουργία του Μνημείου, σε σχήμα αναμμένου κεριού, που απαθανατίζει την ηρωική απόφαση των μεταναστών, των οποίων τα 210 ονόματα αναγράφονται στο Μνημείο μαζί με τον τόπο καταγωγής τους, τα μέλη της Κεντρικής Επιτροπής που οργάνωσε την αποστολή, καθώς και τα ονόματα των αξιωματικών και των υπαξιωματικών που στελέχωσαν το σώμα.

 

Στη συνέχεια, στο καφενείο ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΕΙΟΝ, παρουσιάστηκε το βιβλίο της Κωνσταντίνας Βάκκα-Κυριαζή «Η ΛΕΣΒΙΑΚΗ ΦΑΛΑΓΓΑ», των εκδόσεων «Μύθος» Μυτιλήνης. Για το βιβλίο μίλησαν ο εκπαιδευτικός Δημήτρης Μπούμπας, ο γιατρός Αριστείδης Φρυδάς και η συγγραφέας, ενώ το συντονισμό είχε ο Αντιπρόεδρος της ΛΕΣΧΗΣ ΠΛΩΜΑΡΙΟΥ ΒΕΝΙΑΜΙΝ Ο ΛΕΣΒΙΟΣ Θεολόγος Πατερέλης.

 

 

Στο μεταξύ, στην αίθουσα του Πολιτιστικού Σωματείου μας, ιδρυμένου το 1878, πραγματοποιήθηκε σύσκεψη υπό τον Υπουργό Ναυτιλίας, στην οποία έλαβαν μέρος ο Γενικός Γραμματέας Νησιωτικής Πολιτικής Γιάννης Γιαννέλλης, ο Δήμαρχος Λέσβου Σπύρος Γαληνός, ο Αντιδήμαρχος Πλωμαρίου Μανώλης Αρμενάκας, ο Λιμενάρχης Μυτιλήνης, ο Αντιπρόεδρος του ΔΛΤΛ, ο Πρόεδρος της Λέσχης, ο Πρόεδρος του Φορέα Ανάπτυξης Πλωμαρίου Γαβριήλ Χαλδέζος, η Πρόεδρος του Τοπικού Συμβουλίου Λίτσα Βάμβουρα και άλλοι. Στη σύσκεψη συζητήθηκαν τα θέματα της πύλης εισόδου, καθώς και η ακτοπλοϊκή σύνδεση Μυτιλήνης - Θεσσαλονίκης, που δεν εκτελείται εδώ και τέσσερα χρόνια.

                            

Πρόεδρος Λέσχης Πλωμαρίου

Ξενοφών Ε. Μαυραγάνης



ΚΕΡΙ ΑΝΑΜΜΕΝΟ Η ΑΓΑΠΗ ΜΑΣ ΓΙΑ ΤΗ ΛΕΣΒΟ

                    

Παρασκευή, 9 Νοεμβρίου 2018

ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΗΡΙΑ ΜΝΗΜΕΙΟΥ ΛΕΣΒΙΑΚΗΣ ΦΑΛΑΓΓΑΣ - ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ


Θα χαρώ να παρευρεθείτε στα αποκαλυπτήρια του Μνημείου της Λεσβιακής Φάλαγγας και στην παρουσίαση του βιβλίου μου. Ευχαριστώ.
Κωνσταντίνα Βάκκα - Κυριαζή

ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ ΚΑΙ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΤΕΛΕΤΗΣ ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΗΡΙΩΝ ΜΝΗΜΕΙΟΥ ΛΕΣΒΙΑΚΗΣ ΦΑΛΑΓΓΑΣ

ΚΑΛΗ ΕΠΙΤΥΧΙΑ ΣΤΗΝ ΕΚΔΗΛΩΣΗ

Παρασκευή, 2 Νοεμβρίου 2018

ΚΥΡΙΑΖΗΣ ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ ~ ΜΝΗΜΕΙΟ ΛΕΣΒΙΑΚΗΣ ΦΑΛΑΓΓΑΣ ΣΤΟ ΠΛΩΜΑΡΙ

Μνημείο της Λεσβιακής Φάλαγγας στο Πλωμάρι

Το Σάββατο 10 Νοεμβρίου 2012, κατά τον εορτασμό των 106 χρόνων της απελευθέρωσης της Λέσβου από την τουρκική κατοχή των 450 ετών, θα τελεσθούν στο χώρο του Ηρώου του Πλωμαρίου Λέσβου τα αποκαλυπτήρια του μαρμάρινου μνημείου της Λεσβιακής Φάλαγγας με τα ονοματεπώνυμα των 210 Ελληνοαμερικανών Λεσβίων εθελοντών στρατιωτών, οι οποίοι ήλθαν από την Αμερική με δικά τους έξοδα εισιτηρίων, οπλισμού, στρατιωτικής ενδυμασίας και διατροφής κατά το δεκαπενθήμερο ατμοπλοϊκό υπερωκεάνιο ταξίδι τους και πολέμησαν στην πρώτη γραμμή της τετραήμερης απελευθερωτικής μάχης της Λέσβου στο χωριό Κλαπάδος στις 5-8 Δεκεμβρίου 1912, συνεχίζοντας την ένοπλη δράση τους στη Μακεδονία το 1913, ενώ ορισμένοι εξ αυτών πολέμησαν και στη Μικρασιατική Εκστρατεία μέχρι και το 1922.

Στο μνημείο είναι χαραγμένα και τα ονοματεπώνυμα της εννεαμελούς Κεντρικής Οργανωτικής Επιτροπής, που προετοίμασε στην Αμερική τη συγκέντρωση, το στρατιωτικό εφοδιασμό, την εκγύμναση και την αποστολή των εθελοντών στην Ελλάδα. Όπως σημείωσε ο Πλωμαρίτης ιδρυτής της Λεσβιακής Φάλαγγας Ευστράτιος Ιωάννου Αθανασιάδης σε συνέντευξή του στις 28-12-1912 στην εφημερίδα της Νέας Υόρκης New York Herald:

«Οι περισσότεροι από τους 210 άνδρες απομακρύνθηκαν από τα σπίτια τους, για να αποφύγουν τη στρατιωτική θητεία στον τούρκικο στρατό και την τυραννική συμπεριφορά της οθωμανικής κυβέρνησης, και ήρθαν σε αυτή τη χώρα να βρουν καταφύγιο από τη διαρκή δίωξη. Αφήνοντας την Αμερική εγκατέλειψαν τις δουλειές τους και άφησαν αποδοτικές θέσεις».

Ο σκοπός της Λεσβιακής Φάλαγγας και η διαφοροποίησή της από άλλες αποστολές των εθελοντών στρατιωτών ήταν να τεθεί στις διαταγές της Ελληνικής Κυβέρνησης ένα σώμα ένστολο, εξοπλισμένο με όπλα και πολεμοφόδια, γυμνασμένο, δομημένο σε λόχο, έτοιμο να πολεμήσει, χωρίς να επιβαρύνει την Ελλάδα, οικονομικά και στρατολογικά. Ένα σώμα εθελοντών στρατιωτών που δεν θα εγκαταλειπόταν με την αναχώρησή του στην Ελλάδα αλλά θα υποστηριζόταν από τους Λέσβιους συμπατριώτες τους στην Αμερική για όποια ανάγκη ήθελε προκύψει. Ένας Λόχος Λεσβίων, ο οποίος δεν θα ετοποθετείτο σε πεδίο μάχης εκεί που θα όριζε η στρατιωτική ηγεσία της Ελλάδας, όπως συνέβαινε με τα άλλα σώματα των εθελοντών, αλλά όντας οικονομικά ανεξάρτητος, θα αποτελούσε σύμφωνα με τον ιδρυτή της Λεσβιακής Φάλαγγας…

«τον πυρήνα μιας ενόπλου δυνάμεως προς σύμπραξιν εις την απελευθέρωσιν της μεγαλονήσου (Λέσβου)».

Το παραπάνω όραμα σημειώνεται στο βιβλίο "Η Λεσβιακή Φάλαγγα" της Κωνσταντίνας Βάκκα-Κυριαζή, από το οποίο ελήφθησαν τα στοιχεία του μνημείου και το οποίο αμέσως μετά τα αποκαλυπτήρια θα παρουσιασθεί στο "Αθανασιάδειο Καφενείο" του Πλωμαρίου, που παραχώρησε ο πατέρας του ιδρυτή της Λεσβιακής Φάλαγγας, υπό τον όρο τα έσοδά του να αποδίδονται στα σχολεία του Πλωμαρίου.

Αριστείδης Κυριαζής

 aristeidis2007@gmail.com

 

Το δημοσίευμα στην Εφημερίδα Συντακτών/Επιλεκτικά/1-11-2018

ΛΕΣΧΗ ΠΛΩΜΑΡΙΟΥ ~ ΜΝΗΜΕΙΟ ΛΕΣΒΙΑΚΗΣ ΦΑΛΑΓΓΑΣ

ΤΟ ΜΝΗΜΕΙΟ ΤΗΣ ΛΕΣΒΙΑΚΗΣ ΦΑΛΑΓΓΑΣ

Παρουσία του υπουργού εμπορικής ναυτιλίας Φώτη Κουβέλη, που θα εκπροσωπήσει την ελληνική κυβέρνηση, θα πραγματοποιηθούν το Σάββατο 10 Νοεμβρίου τα αποκαλυπτήρια του μνημείου της ΛΕΣΒΙΑΚΗΣ ΦΑΛΑΓΓΑΣ στο Πλωμάρι Λέσβου.

Το μνημείο, έργο του γλύπτη Γιώργου Κατσαρού, ανεγέρθηκε με δαπάνη του Δημοτικού Λιμενικού Ταμείου Λέσβου, με πρωτοβουλία και μετά από σχετική πρόταση της ΛΕΣΧΗΣ ΠΛΩΜΑΡΙΟΥ ΒΕΝΙΑΜΙΝ Ο ΛΕΣΒΙΟΣ, πολιτιστικού σωματείου που λειτουργεί από το 1878.

Με την ανέγερση του μνημείου αποδίδεται μετά από 106 χρόνια η οφειλόμενη τιμή στη ΛΕΣΒΙΑΚΗ ΦΑΛΑΓΓΑ, ένα στρατιωτικό σώμα που δημιουργήθηκε το 1912 στη Νέα Υόρκη από Λέσβιους μετανάστες που ντύθηκαν, εξοπλίσθηκαν και ταξίδεψαν με δικά τους έξοδα, για να λάβουν μέρος στις μάχες που δίνονταν τότε για την απελευθέρωση των νησιών του Αιγαίου, και ειδικότερα της πατρίδας τους, της Λέσβου.

Όταν έφθασε στην Ελλάδα το σώμα, στελεχώθηκε από αξιωματικούς και υπαξιωματικούς του ελληνικού στρατού, παρήλασε σε ειδική τελετή μπροστά στον πρωθυπουργό Ελευθέριο Βενιζέλο και ταξίδεψε αμέσως για την Λέσβο, όπου και έλαβε μέρος στις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις και στην τελική μάχη εναντίον των Τούρκων στις 12 Δεκεμβρίου 1912 στη θέση Κλαπάδος της βορειοδυτικής Λέσβου.

Στο μνημείο, που θα κοσμεί την παραλιακή πλατεία του Πλωμαρίου, αναγράφονται τα ονόματα των 210 μαχητών της Λεσβιακής Φάλαγγας, με τους τόπους καταγωγής τους, καθώς και τα ονόματα της επιτροπής που είχε συγκροτηθεί στη Νέα Υόρκη για να συντονίσει το όλο έργο, που ταυτοποιήθηκαν μετά από έρευνα της Κωνσταντίνας Βάκκα - Κυριαζή, σχετικό βιβλίο της οποίας θα παρουσιασθεί το μεσημέρι της ίδιας μέρας.

Κατά την τελετή των αποκαλυπτηρίων, στην οποία έχουν κληθεί όλες οι αρχές του τόπου, θα μιλήσουν ο δήμαρχος Λέσβου Σπύρος Γαληνός και ο πρόεδρος της Λέσχης Πλωμαρίου Βενιαμίν ο Λέσβιος Ξενοφών Μαυραγάνης.
Πρόεδρος Λέσχης Πλωμαρίου
Ξενοφών Μαυραγάνης 

Κυριακή, 28 Οκτωβρίου 2018

Νικολαΐδου Ελένης «Οι συνταγές της… πείνας»

Για να θυμόμαστε…

 

Από το βιβλίο της Ελένης Νικολαδου

«Οι συνταγές της… πείνας. Η ζωή στην Αθήνα την περίοδο της Κατοχής»

 

Ένα βιβλίο για τη ζωή στην Αθήνα κατά τη διάρκεια της γερμανοϊταλικής Κατοχής (1941-1944), με στοιχεία που συνέλεξε η Ελένη Νικολαΐδου από τις εφημερίδες της εποχής. Ο μεγάλος λιμός που ακολούθησε την κατάκτηση και λεηλασία της Ελλάδας από τους Γερμανούς, η αγωνιώδης αναζήτηση τροφής από τους Έλληνες, ο διαρκής αγώνας για την επιβίωση… Ένα βιβλίο γεμάτο ευρηματικές συνταγές μαγειρικής και οδηγίες επιβίωσης. Χρήσιμα μαθήματα οικονομίας από τα χρόνια του πολέμου για καιρούς κρίσης και μη. Αξίζει να διαβάσετε το βιβλίο, να μαγειρέψετε κάποια από τις συνταγές της Κατοχής, να θυμηθείτε και να διδαχτείτε… Οι υπαίτιοι δεν έχουν πληρώσει ακόμα

                                                    

Σούπα με ελιές

 

«Ξέρετε ότι μπορεί να γίνει μια πολύ νόστιμη και θρεπτική σούπα με ελιές; Να η συνταγή: Περνάτε από τον τρίφτη μία οκά ντομάτες πολύ ώριμες και τις βάζετε να βράσουν με λίγο νερό [1 οκά=400 δράμια=1282 γραμμάρια]. Προσθέτετε κάμποσες ελιές ανάλογα με τα πρόσωπα που έχει η οικογένεια, πέντε με έξι για τον καθένα και του δίνετε ακόμα μια βράση. Η σούπα σας είναι έτοιμη. Το όλο μαγείρεμα δεν απαιτεί πιο πολύ από μισή ώρα. Τώρα, αν έχετε λίγο ρυζάλευρο, «δένετε» τη σούπα σας, προσθέτοντας τέσσερις κουταλιές της σούπας κοφτές, αφού προηγουμένως τις διαλύσετε σε λίγο νερό και ανακατεύοντας καλά για να μη σβολιάσει. Αν βγάλετε με τέχνη προηγουμένως τα κουκούτσια από τις ελιές, ακόμα καλύτερα. Λίγος ψιλοκομμένος μαϊντανός την ώρα του σερβιρίσματος κάνει τη σούπα σας ακόμα πιο νόστιμη και πιο… θεαματική.»

Πατάτες με γάλα

 

«Να ένας τρόπος ακόμα, για να μαγειρέψετε τις πατάτες χωρίς βούτυρο, χωρίς λίπος, χωρίς λάδι και να κάνετε ένα φαγητό εξαιρετικά εύγευστο και θρεπτικό, ιδίως για τα παιδιά και τους εξασθενημένους οργανισμούς.

Θα βράσετε τις πατάτες μέσα στο γάλα. Να πώς: Βάζετε το γάλα στη φωτιά και μόλις βράσει ρίχνετε μέσα τις πατάτες κομμένες σε μικρά κομματάκια, για να βράσουν γρήγορα. Βάλτε και το ανάλογο αλάτι. Προτιμότερο να ψήσετε το φαγητό σας σε πολύ σιγανή φωτιά για να «χυλώσουν» πιο καλά οι πατάτες και να μείνει και λίγη σάλτσα. Ανακατεύετε συχνά, για να μην «πιάσει». Όταν οι πατάτες βράσουν καλά, το φαγητό είναι έτοιμο. Το αφήνετε να κρυώσει λιγάκι ‒ δεν πρέπει να το παρουσιάσετε καυτό ‒ και το σερβίρετε σε μια πιατέλα, γαρνίροντάς το από πάνω με λίγο ψιλοκομμένο φρέσκο μαϊντανό. Θα δείτε τι επιτυχία θα έχετε και πώς θα καταβροχθισθεί. Παιδάκια που αποστρέφονται το γάλα τρώνε με ιδιαίτερη ευχαρίστηση αυτό το φαγητό. Σημειώστε ότι δεν είναι τόσο ακριβό όσο μπορεί να σας φανεί εκ πρώτης όψεως. Υπολογίστε τις εξής αναλογίες: μία οκά πατάτες, μία οκά γάλα. Μπορείτε όμως να μεταχειρισθείτε μόνο μισή οκά γάλα και 100 δράμια νερό που θα ρίξετε μέσα στο γάλα (για μια οκά πατάτες πάντοτε). Με το βράσιμο το νερό εξατμίζεται και μένουν οι πατάτες καλοβρασμένες, καθώς και μια παχιά άσπρη σάλτσα, που περιέχει όλα τα θρεπτικά συστατικά του γάλακτος. Επαναλαμβάνουμε και πάλι τη σύσταση περί σιγανής φωτιάς.»


      

 

                                                                                                 

Πηγή: Από το βιβλίο της Ελένης Νικολαΐδου «Οι συνταγές… της πείνας. Η ζωή στην Αθήνα την περίοδο της Κατοχής», εκδόσεις Οξυγόνο, 11, σελ. 116-117, 126-127. Εικόνες: εξώφυλλο, σελ. 46, 84, 171.

ΚΥΡΙΑΖΗΣ ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ–Η ΠΛΑΤΦΟΡΜΑ ΣΥΓΧΡΟΝΗΣ ΤΕΧΝΗΣ ΤΟΥ ΝΙΚΟΛΑ ΒΑΜΒΟΥΚΛΗ

Νήσος Αιολίς Λέσβος
Η πλατφόρμα σύγχρονης τέχνης του Νικόλα Βαμβουκλή
Δεκαπενθήμερες επισημάνσεις
Η νομαδική πλατφόρμα σύγχρονης τέχνης "K-Gold Temporary Gallery" ιδρύθηκε το 2014 στη Λέσβο από τον Καλλονιάτη Νικόλα Βαμβουκλή, απόφοιτο Φιλοσοφίας από το Πανεπιστήμιο Κρήτης και Χορού από την Εθνική Λυρική Σκηνή, με μεταπτυχιακές σπουδές στις Εικαστικές Τέχνες και Επιμελητικές Σπουδές στην Nuova Accademia di Belle Arti του Μιλάνου.
Ο Νικόλας Βαμβουκλής είναι επιμελητής της Gallerie delle Prigioni και της Συλλογής Τέχνης του Luciano Benetton καθώς και μέλος της επιμελητικής ομάδας της Mediterranea Biennale του 2020 στον Σαν Μαρίνο, ενώ το 2017 έλαβε το βραβείο Σύγχρονης Τέχνης του Fondazione Francesco Fabbri.
Η τελευταία έκθεση της πλατφόρμας, με τίτλο "Πώς να Πέσετε με Χάρη", πραγματοποιήθηκε με επιτυχία στη Λέσχη "Αρίσβη" στην Καλλονή από 10 Αυγούστου έως 2 Σεπτεμβρίου 2018, όπου συμμετείχαν είκοσι καταξιωμένοι και ανερχόμενοι καλλιτέχνες από την Ελλάδα και το εξωτερικό (Βέλγιο, Γαλλία, Ιταλία, Ισπανία, Δανία, Κύπρος, Αγγλία, Μαρόκο, Νότια Αφρική, Ολλανδία και Ταϊπέι). Το εικονιζόμενο έργο "Ceremony of the Void" του 2017 είναι της συμμετέχουσας στην έκθεση Αγγλίδας Zoe Williams.
"Ceremony of the Void" (2017) της συμμετέχουσας στην έκθεση Αγγλίδας Zoe Williams

Στον καλαίσθητο εκατοντασέλιδο κατάλογο της έκθεσης που εξέδωσε το Ν.Π.Δ.Δ. Πολιτισμού, Αθλητισμού και Τουρισμού του Δήμου Λέσβου, ο Αντιδήμαρχος Πολιτισμού Κώστας Αστυρακάκης γράφει:
«Ο Νικόλας Βαμβουκλής είναι ένα αυθεντικό ταλέντο του νησιού μας στη σύγχρονη τέχνη. Η πληθωρικότητά του δεν αφορά μόνο την τέχνη του, αλλά και την επικοινωνία του, με συνεργάτες, με σημαντικούς ανθρώπους της τέχνης, με πολιτιστικούς φορείς και φυσικά με το κοινό. Είμαι σίγουρος ότι στο μέλλον αυτά τα προσόντα του και η ευελιξία του στη σκέψη και στις σχέσεις του θα αποτελέσουν κεφάλαιο για τον τόπο».
Ο Πρόεδρος της Λέσχης "Αρίσβη" και πρώην Δήμαρχος Καλλονής Αριστόβουλος Ελευθερίου σημειώνει:
«Όταν ο Νικόλας Βαμβουκλής μάς έκανε κοινωνούς της ιδέας που είχε να οργανώσει και να παρουσιάσει τον Αύγουστο του 2018 στους χώρους και στις αίθουσες του Πνευματικού Κέντρου Καλλονής Λέσχη "Αρίσβη" τη νέα του εικαστική έκθεση, η πρότασή του έγινε αμέσως δεκτή με ενθουσιασμό από το Διοικητικό Συμβούλιο».
O Νικόλας Βαμβουκλής, στο Επιμελητικό Σημείωμά του, προσθέτει:
«Η επιλογή της Λέσχης "Αρίσβη" έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς, ενώ ξεκίνησε το 1905 ως χώρος μιας κλειστής κοινωνικά ομάδας αστών, με την πάροδο του χρόνου, ο χαρακτήρας της απέκτησε ανοιχτά πολιτιστική και εκπαιδευτική χροιά. Θέματα κοινωνικής διαστρωμάτωσης, τύπων και διασκέδασης που συναντιούνται στη Λέσχη συγκροτούν σημεία αφετηρίας για την έρευνα γύρω από την έννοια της γιορτής και συμβάλλουν στην μετατροπή του χώρου σε ένα ανοικτό σημείο συνάντησης και διαλόγου μέσω πρακτικών της σύγχρονης τέχνης. {…}
Πέρα από την επιβεβαίωση της ίδιας της ζωής, ο εορτασμός καταδεικνύει την ταυτότητά μας. Θέτει ζητήματα αληθινής ή προσποιητής συμπεριφοράς καθώς, εισερχόμενοι στο στολισμένο τόπο της γιορτής όπου τα όρια του δημόσιου και του ιδιωτικού χάνονται, επιλέγουμε να επιδείξουμε ή να αποκρύψουμε ποιοι είμαστε, που ανήκουμε. {…}
Ακόμα και σε μια πολιτική και οικονομική κρίση, διαφαίνεται ένας παραλληλισμός με τη γιορτή: από την υπέρ-επαρκή πρόσβαση και σπατάλη χρημάτων και αγαθών φτάνουμε στο τέλος του πάρτυ. Το τέλος αυτό, αν και βίαιο, καταλήγει μια ευκαιρία για αλλαγή και αναγέννηση.
Σε κάθε περίπτωση, η γιορτή αποτελεί ένα πολύ ιδιαίτερο γεγονός, απρόβλεπτο στην έκβασή του. Επιβεβαιώνει τη ζωή ως μια προσπάθεια του ανθρώπου να νιώσει, να ξεσπάσει, να δημιουργήσει, να λάμψει στο σκοτάδι της νύχτας. Η κοινωνία στη Γιορτή κοινωνεί με τον εαυτό της. Όλοι συμμετέχουν και χάνονται στη δίνη της».
Συγχαίροντας τον επιμελητή Νικόλα Βαμβουκλή και τους καλλιτέχνες της εντυπωσιακής και πρωτοποριακής έκθεσης σύγχρονης τέχνης στην Καλλονή, ευχόμαστε τη συνέχιση των δράσεών τους που πραγματοποιήθηκαν στην Ελλάδα (Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Καλλονή, Μυτιλήνη, Μόλυβος) και στο εξωτερικό (Κολονία, Λονδίνο, Λωζάνη, Μαδρίτη, Μιλάνο, Ναντ, Νέα Υόρκη, Πράγα, Σικάγο, Στοκχόλμη, Τίρανα) και αναμένοντας την έκτη επετειακή εκδήλωση της "K-Gold Temporary Gallery" στη Λέσβο,
Αριστείδης Κυριαζής
            

Δευτέρα, 22 Οκτωβρίου 2018

ΜΑΥΡΑΓΑΝΗΣ ΞΕΝΟΦΩΝ–Η ΜΕΓΑΛΗ ΑΝΑΒΡΟΧΙΑ

ΔΙΗΓΗΜΑ                Αναδημοσίευση από το ηλεκτρονικό περιοδικό ΦΡΕΑΡ: http://frear.gr/?p=22594

Η μεγάλη αναβροχιά

γράφει ο Ξενοφών Ε. Μαυραγάνης


Στον παπα-Μανώλη Μανωλέλλη

Εκείνη τη χρονιά δεν έβρεξε σχεδόν καθόλου. Κύλησαν οι μήνες, έφυγε ο χειμώνας, προχωρούσε η άνοιξη, ερχόταν το καλοκαίρι, χωρίς ούτε ένα συννεφάκι να ζωγραφιστεί στον ουρανό μας. Ήλιος και πάλι ήλιος, να χαίρονται οι εραστές των καθαρών ουρανών, και οι βορεινοί σπάνιοι επισκέπτες μας, για την αδιάκοπη ηλιοφάνεια.

Μάταια κάποιες μέρες, που αντίκριζαν οι άνθρωποι λίγο σκοτεινιασμένη την «Αγκαθερή», το βουνό που θαρρείς προστάτευε την πόλη μας, στύλωναν τα μάτια τους προς αυτήν περιμένοντας να κυλήσει ένα δάκρυ του ουρανού. Να δροσίσει την καμένη μας γη, που θρυμματίζονταν, κάτω απ’ τις πατούσες μας, που απ’ την πολλή χρήση έμοιαζαν με σόλες παπουτσιών. Κι αυτός ακόμα ο γυμνασιάρχης, πολλές φορές ξεγελιότανε, όταν αισθανόταν μια ψιχάλα κι ανέβαινε στην ταράτσα του γυμνασίου, για να ελέγξει το βροχόμετρο, στημένο ακριβώς στο κέντρο της, να μην έχει από καμιά μεριά εμπόδια για να μαζεύει όλο το νερό που έπεφτε και να μας δείχνει τις σωστές αποδόσεις, της κάθε βροχής . Ούτε τον επιστάτη τον κυρ Γιάννη εμπιστευότανε. Άδικος όμως ο κόπος του αφού στο τέλος της περιόδου, όλες οι προσθέσεις δεν του έδωσαν ούτε πέντε ίντσες, όταν τις άλλες χρονιές ξεπερνούσε τις τριάντα.

Αργότερα όμως, λένε πως ο επόμενος επιστάτης, ο Στέλιος, που είχε στην ευθύνη του το βροχόμετρο, έβγαζε και ανακοίνωνε αποτελέσματα, εντελώς αντίθετα προς ό, τι πράγματι συνέβαινε. Γιατί κατά περίεργο τρόπο, εύρισκε σχεδόν πάντα το βροχόμετρο με περίσσεια υγρού, που σήμαινε ικανές βροχοπτώσεις, τη στιγμή που η γη ήταν κατάξερη και τα δέντρα αναστέναζαν για μια σταγόνα νερού. Κι αυτή η περίσσεια νερού ανιχνεύονταν πάντα τις Δευτέρες, ώσπου διαπιστώθηκε πως μια μικρή συμμορία μαθητών, έκλεβε τα κλειδιά της ταράτσας από το θυρωρείο και την Κυριακή δοκίμαζε την αντοχή του βροχόμετρου στην αμμωνία των ούρων τους.

Ανάστατοι και περίλυποι ήταν οι αγρότες, αλλά όχι μόνο αυτοί, αφού όλη η περιοχή ζούσε από την αγροτική παραγωγή και κυρίως της ελιάς, δεν ήξεραν τι να κάνουν. Ακόμα και βροχοποιητικά αεροπλάνα από την Αμερική σκεφθήκανε να φέρουν, αλλά ο προϋπολογισμός μιας τέτοιας απόφασης κι η υλοποίησή της, κι αν ακόμα ήταν εφικτή, παρουσιαζόταν απλησίαστος.

Λέγανε, την εποχή εκείνη, πως στην Αμερική βρέθηκε μια μέθοδος βομβαρδισμού των σύννεφων με κάποιες χημικές ουσίες, που τα ανάγκαζε να υγροποιηθούν και να μεταβληθούν σε βροχή. Τόσο πολύτιμη και τόσο αναμενόμενη από την ξεραμένη γη μας.

Ανεξάρτητα από το κόστος, που κανείς δεν τόλμησε να διερευνήσει, υπήρχε και ο πιστός λαός του Θεού που θεωρούσε αυτές τις εφευρέσεις έργα του Σατανά και δεν θα επέτρεπε ποτέ να πραγματοποιηθεί ένα τέτοιο ανοσιούργημα στον τόπο μας. Έτσι όλος ο κόσμος οδηγήθηκε στην παλιά, άγνωστο πόσο πιστοποιημένη, παράδοση της λιτανείας.

Τέλειωσε ο χειμώνας, είχαμε μπει σοβαρά στην άνοιξη, περιμένοντας το Πάσχα, όταν μια Κυριακή πρωί, μετά την λειτουργία, συγκεντρώθηκαν όλοι οι παπάδες της κωμόπολής μας, στον κεντρικό, τον μητροπολιτικό όπως τον ήθελαν μερικοί, ναό του Αγίου Νικολάου, εφτά τον αριθμό, προκειμένου να μετάσχουν στη λιτανεία.

Μπροστά τα εξαπτέρυγα και τα υαλόφρακτα φανάρια με τα αναμμένα κεριά, τα λάβαρα όλων των συντεχνιών, οι ψαλτάδες και των τριών εκκλησιών και οι εφτά παπάδες, με επικεφαλής τον αρχιμανδρίτη Θεόκλητο, περιβεβλημένοι όλοι με τα καλύτερά τους άμφια, ολόλευκα με χρυσά πλουμίδια ξεκίνησαν μ’ ένα τρισάγιο στο ηρώο των τιμημένων μας νεκρών, που χάθηκαν στους πολέμους της πατρίδας, υπερασπίζοντάς την. Ο Θεόκλητος, με την μακριά του γενειάδα, την κάπως προτεταμένη γαστέρα και τον μεγάλο χρυσό σταυρό, αναπαυόμενο στο στήθος του, έμοιαζε με μητροπολίτη, καθώς το αξίωμα του αρχιμανδρίτη, του έδινε το δικαίωμα να κρατάει κι ένα μαύρο καλογυαλισμένο μπαστούνι, παραπέμποντας σε αρχιερατική ράβδο.

Η απόδοση τιμής στους ηρωικούς νεκρούς μπροστά στο ηρώο μας τέλειωσε κι η κουστωδία με την τάξη που είχε τηρηθεί, άρχισε ν’ ανεβαίνει προς το βουνό, όπου βρίσκονταν και τα ταλαιπωρημένα από την ανομβρία ελαιόδενδρα κι όλα τ’ άλλα μικρά και μεγάλα φυτά.

Πίσω, κατά την ίδια τάξη, ακολουθούσαν οι αρχές, ο δήμαρχος, ο αστυνόμος, ο ειρηνοδίκης, ο τελώνης, ο έφορος και ο ταμίας, ο αρχηγός των προσκόπων και κάπου στο τέλος στριμωγμένοι ο γυμνασιάρχης, οι διευθυντές των δημοτικών σχολείων, οι δάσκαλοι και οι καθηγητές. Τελευταίοι οι δάσκαλοι, όπως πάντα.

Ο δρόμος ήταν ανηφορικός και δύσκολος, παρ’ ότι καλοστρωμένο καλντερίμι, που γινόταν ακόμα πιο δύσκολος για τους ψαλτάδες που ήταν υποχρεωμένοι να οδηγούν την λιτανεία ψάλλοντας. Συγκεκριμένη ακολουθία της λιτανείας δεν υπήρχε γι αυτό και οι επιφορτισμένοι με το καθήκον να ντύσουν υμνολογικά την όλη τελετή, κυριολεκτικά αγκομαχούσαν. Άρχισαν με το «σώσον, Κύριε, τον λαόν σου», συνέχισαν με «τη Υπερμάχω», τα απολυτίκια των αγίων της πόλεώς μας, και κατέληξαν κοντά στο τέλος της πορείας, στο «Αλωνέλι» πια, να μουρμουρίζουν κάποια ακατάληπτα, σε ρυθμό όμως βυζαντινής ψαλμωδίας.

Στα βασικά τρίστρατα της διαδρομής η πομπή σταματούσε και ένας – ένας οι παπάδες μουρμούριζαν την ευχή, παρακαλώντας τον Ύψιστο και στοργικό πατέρα όλων μας, να στείλει «όμβρους ειρηνικούς, προς ανάπτυξιν , αναζωογόνησιν και καρποφορίαν της γης». Πρόσθεταν κι άλλα, ό, τι ο καθένας θυμόταν «υπέρ ευκρασίας αέρων, ευφορίας των καρπών της γης και καιρών ειρηνικών», ας πούμε, για να μακραίνουν τα παρακλητικά κείμενα. Ή παρακαλούσαν «βροχήν εκούσιον κατάπεμψον τη κληρονομία σου» κι ακόμα «Εύφρανον το πρόσωπον της γης δια τους πτωχούς του λαού σου και τα νήπια και τα κτήνη και τα άλλα πάντα, ότι προς σε προσδοκώσι δούναι την τροφήν αυτών εις εύκαιρον» και εν πάση περιπτώσει ό,τι θυμόταν ο καθένας από τα περιεχόμενα του μεγάλου ευχολογίου.

Πίσω από τα πρόσωπα που ακολουθούσαν την πομπή, ως εκ της ιδιότητός τους, ο κόσμος γεμάτος αγωνία και με έντονα εκδηλούμενη την ελπίδα συνέρρεε συνεχώς μακραίνοντας την ουρά, που άρχιζε από το κέντρο της πόλης μας ως την πρώτη σειρά των εξαπτέρυγων. Κάπου εκεί στο τέλος των επισήμων ο γυμνασιάρχης, κουβεντιάζοντας όπως όλοι, με τους συμπορευόμενους καθηγητές και δασκάλους, θυμήθηκε πως ως λιτανεία αναφέρονταν στα βιβλία και τα λεξικά «η θρησκευτική πομπή εορταστικού ή παρακλητικού χαρακτήρα» και σημαίνει ικεσία και παράκληση. Και θυμήθηκε ακόμα, ο αθεόφοβος, πως και οι αρχαίοι Έλληνες, οι δωδεκαθεϊστές δηλαδή, με λιτανείες προσπαθούσαν να προκαλέσουν τις βροχές, να σταματήσουν τους αέρηδες και να εξασφαλίσουν την καρποφορία των δέντρων απ’ τα οποία περίμεναν άνθρωποι και ζώα να προμηθευτούν την τροφή τους. Έλεγε, λοιπόν, πως ο μέγας περιηγητής Παυσανίας γράφει πως κάποτε, εκείνα τα αρχαία χρόνια, μεγάλη ξηρασία βασίλευε σε μια περιοχή της Αρκαδίας με κίνδυνο να καταστραφούν όλα τα δέντρα και τα φυτά και να ψοφήσουν τα ζώα. Οπότε ο ιερέας του Λυκαίου Διός, αφού έκανε τη θυσία, όπως όριζαν οι λατρευτικοί κανόνες, αγίασε το νερό, κατεβάζοντας ένα κλαρί δρυός, στα βάθη της πηγής και ευχήθηκε τα σύννεφα που ήταν στον ουρανό να γίνουν βροχή και να ποτίσουν τη γη των Αρκάδων, που τόσο πολύ διψούσε.

«Ην αιχμός χρόνον επέχη πολύν και ήδη σφίσι τα σπέρματα εν τη γη και τα δένδρα αιαίνηται τηνικαύτα ο ιερεύς του Λυκαίου Διός προσευξάμενος ες το ύδωρ και θύσας οπόσα εστίν αυτώ νόμος καθίησι δρυός κλάδον επίπολής και ουκ ες βάθος της πηγής. Ανακινηθέντος δε του ύδατος άνεισιν αχλύς εοικυία ομίχλη διαλιπούσα δε ολίγον γίνεται νέφος η αχλύς και ες αυτήν άλλα επαγομένη των νεφών υετόν τοις Αρκάσιν ες την γην κατιέναι ποιεί εστί δε εν τω Λυκαίω Πανός το ιερόν και περί το άλσος δένδρων». Απέξω τα ήξερε τα αρχαία ο δάσκαλος και τα έλεγε αφήνοντας όσους μετείχαν στη λιτανεία και τον άκουγαν με ανοιχτό το στόμα, που κανονικά περίμεναν, μετά μάλιστα τη μετάφραση του αρχαίου κειμένου, να μαζευτούν τα σύννεφα και ν’ αρχίσει να βρέχει, όπως έγινε τότε στην Αρκαδία.

Όμως κάτι μικρά αραχνοΰφαντα συννεφάκια, που έκαναν την εμφάνισή τους στην πιο ψηλή κορφή της Αγκαθερής, δεν προμήνυαν με τίποτα βροχή, ούτε καν ψιχάλα. Άσε που κι αν ερχόταν αυτή, δεν υπήρχε περίπτωση να ανακουφίσει κανέναν. Μόνο κακό θα έκανε. Παρ’ όλ’ αυτά η πομπή προχωρούσε. Άφησε πίσω της το «Αλωνέλι» και έστριψε προς το πρώτο, το μεγάλο νεκροταφείο, να ζητήσει και τις ευχές των προκεκοιμημένων μας νεκρών, με τους παπάδες και ψαλτάδες να σιγομουρμουρίζουν πια, εξουθενωμένοι από την κούραση, όσα υπόλοιπα ύμνων και ευχών είχαν απομείνει στο μυαλό τους. Κι ο κόσμος ακολουθούσε υπομονετικά, με τις ελπίδες του να κρατιούνται ζωντανές, μια και η ευσπλαχνία του μεγάλου πατέρα σε καμιά περίπτωση δεν ήταν δυνατόν να αμφισβητηθεί.

Ανάμεσά του κι η Άνοιξη. Μια μεγαλοκοπέλα, γύρω στα πενήντα, όμορφη και τροφαντή, με το καλό της φουστάνι, όσο καλό μπορούσε να επιτραπεί στην τάξη της και στην προσωπική της κατάσταση. Γιατί η Άνοιξη ήταν βουβή. Κωφάλαλη, που θα έλεγαν οι γραμματιζούμενοι. Αφότου γεννήθηκε, δεν αισθάνθηκε έναν ήχο να χαϊδεύει ή να ξεσκίζει τ’ αυτιά της, δεν μπορούσε να ξέρει τι είναι λόγος, μουσική, ψαλμωδία. Κάτι άναρθρους φθόγγους, μικρές κραυγές, έκφραση της χαράς ή της λύπης της ανάλογα, μπορούσε να βγάζει απ’ το στόμα της. Κι όλα τ’ άλλα τα ’λεγε με τα μάτια της. Τα κατάμαυρα και εκφραστικά μάτια της, που τόσα πολλά θέλανε να πούνε.

Μπροστά, σχεδόν δίπλα στους παπάδες η Άνοιξη, που αυτή την πρωτοκαθεδρία τής την επέτρεπαν τόσο η «κυρία» της, όσο κι οι άλλες κυρίες της μικρής και μοχθηρής κοινωνίας όπου ζούσε. Γιατί η Άνοιξη, ήταν υπηρέτρια. Τι άλλο άραγε θα μπορούσε να κάνει ένα πλάσμα, που δεν μπορούσε να μιλήσει, να συζητήσει, να εκφρασθεί, να διεκδικήσει, να βρίσει. Τι άλλο μπορούσε να περιμένει κανείς από ένα λαβωμένο ζώο, που όμως συνέβαλλε ουσιαστικά και δυναμικά στην ζωή και την οικονομία της οικογένειας που υπηρετούσε. Ήξερε να αναθρέφει μωρά, να μαγειρεύει, να καθαρίζει άψογα το σπίτι, να πλένει, να πηγαίνει τον χειμώνα στις ελιές, να ποτίζει τον κήπο, να αρμέγει την κατσίκα και το πρόβατο, να φτιάχνει τυριά, γιαούρτια, μυζήθρες και τραχανό, ίσως και να καταπραΰνει τις ορμές του αφεντικού της. Όχι αυτή η συγκεκριμένη Άνοιξη, αλλά άλλες όμοιές της, που δεν είχαν άλλο τρόπο να σταθούν στη ζωή, παρά να υπηρετούν τους αρχοντάδες, όπως αυτοί όριζαν.

Βάδιζε λοιπόν η Άνοιξη με το επίσημο φουστάνι της, έκανε το σταυρό της κάθε φορά που έβλεπε να κάνουν το ίδιο οι παπάδες, γυρνούσε το κεφάλι της στον ουρανό κοιτάζοντάς τον παρακλητικά, σχηματίζοντας ταυτόχρονα στη γλώσσα των βουβών τη λέξη βροχή. Δεν πρέπει να την ένοιαζε και πολύ την Άνοιξη η μεγάλη ευφορία της γης γιατί δουλειές και φροντίδες της πρόσθετε, αλλά αυτή ήταν συνηθισμένη να θέλει ό,τι και τα αφεντικά της. Γι αυτό και επαναλάμβανε τις μετάνοιες και τους μεγάλους σταυρούς που έκαναν αυτοί, υψώνοντας συχνά πυκνά τα μάτια της στον ουρανό, όπου κατοικούσε το, κατά την αντίληψή της, υπέρτατο ον. Σε κάθε περίπτωση κάτι πιο μεγάλο και πιο δυνατό απ’ αυτήν, όπως μέσα από τη φτώχεια των όσων γνώριζε, αντιλαμβάνονταν.

Κοντά στο μεσημέρι ολοκληρώθηκε η λιτανεία. Επέστρεψαν οι παπάδες στις εκκλησίες τους να ξεφορέσουν κι οι διψασμένοι κάτοικοι στα σπίτια τους να ξαποστάσουν και να φάνε το λιτό, σε κάθε περίπτωση, μεσημεριανό τους. Παρ’ όλ’ αυτά, δεν φάνηκε να λυγίζει ο ουρανός στις τόσες παρακλήσεις κι η γη εξακολουθούσε να ξεραίνεται όλο και πιο πολύ.

Ακόμα κι ο Σεδούντας, ο χείμαρρος που χωρίζει την μικρή μας πόλη στα δύο, με τις μεγάλες πηγές στην κορφή του βουνού, δεν είχε μουσκέψει, για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια. Η ολόθερμη προσευχή όλων των συγχωριανών μας, δεν συγκίνησε αυτόν που έπρεπε.

Το καλοκαίρι περνούσε βασανιστικά, μακρόσυρτα κι η ζέστη ανέβαινε αφύσικα. Καλό για το μεγάλωμα και την καρποφορία των καλοκαιρινών λαχανικών, αλλά πώς να γίνει αυτό χωρίς νερό. Αφού ακόμα και τα πηγάδια έδειχναν να στερεύουν. Μάταια οι μπαχτσεβάνηδες, πρόσθεταν καινούργια κουβαδάκια στα μαγγανοπήγαδα και τσάμπα έτρωγαν βιτσιές στα πισινά τους τα γαϊδούρια και τα μουλάρια που με κλεισμένα τα μάτια, για να μη ζαλίζονται από την συνεχή κυκλοτερή τους κίνηση, τραβούσαν την αντένα ν’ ανεβάσουν νερό από τα έγκατα της γης. Μόνο λίγο λασπόνερο κατάφερναν να ρίξουν στα χωμάτινα λούκια, που δεν κατάφερναν να πάνε το νερό στις ρίζες των φυτών, καταπίνοντάς το τα ίδια.

Φωτογραφία: Wolfgang Suschitzky.

Ιούλιο μήνα πια η Άνοιξη, ακολουθώντας πάντα την οικογένειά που, ας πούμε, την υιοθέτησε, χωρίς ποτέ να ξεχνά πως είχε έναν παντοτινό βοηθό στο σπίτι και τις αγροτικές δουλειές, χωρίς αντάλλαγμα, με μόνη αμοιβή την τροφή και την ενδυμασία, ιδιαίτερα οικονομική σ’ αυτές τις περιπτώσεις, εγκαταστάθηκε στο εξοχικό. Μερικά χιλιόμετρα μακριά από την μόνιμη κατοικία τους. Δίπλα ακριβώς στο εξοχικό της οικογένειας, ένα χαμηλό σπιτάκι με σοφά, και επιστρωμένο με χαλίκια της θάλασσας δάπεδο, ένα επίσημο «ντάμι» δηλαδή, αν μπορούσε μια χαμοκέλα να γίνει επίσημη, ήταν η κατοικία της Άνοιξης. Ένα κρεβάτι, μια μισοχαλασμένη ψάθινη καρέκλα και μια σειρά καρφιά στον τοίχο, αντικαθιστώντας την κρεμάστρα, αποτελούσαν το ενδιαίτημά της, που εξ άλλου το χρησιμοποιούσε μόνο για ύπνο.

Όλη τη μέρα την περνούσε με την κυρά της. Περιποίηση των τριών παιδιών της οικογένειας, άρμεγμα της κατσίκας και του πρόβατου, προετοιμασία του γάλακτος για την παρασκευή του τραχανού, μαγείρεμα για τα παιδιά κι αν έμενε χρόνος, μάζεμα των λαχανικών από τον μεγάλο κήπο της οικογένειας. Έναν κήπο τεράστιο, ίσως τον πιο μεγάλο της περιοχής, που σε αντίθεση με όλη την περιοχή ήταν καταπράσινος, θαλερός και κυρίως παραγωγικός. Πολύ παραγωγικός. Αιτία η άφθονη ποσότητα νερού, που αντλούνταν από το πηγάδι του, που δεν στέρευε ποτέ.

Την περασμένη χρονιά ο κύρης, το αφεντικό να πούμε, της Άνοιξης έβαλε μπρος ένα μεγάλο έργο. Άνοιξε πηγάδι μεγάλο και βαθύ, εννιά με δέκα μέτρα έλεγαν, στη μέση του κήπου, εκεί όπου του είπανε οι υδρολόγοι που έφερε από τη Μυτιλήνη. Δυο μήνες, απ’ την άνοιξη και μετά, με κάτι ραβδιά που κρατούσανε μετρούσαν και ξαναμετρούσαν, όλες τις μεριές του κήπου. Και κάποια μέρα είπανε στο αφεντικό.

-«Εδώ θα σκάψεις».

-«Σίγουρα;»

-«Όπως μας βλέπεις και σε βλέπουμε».

Ήρθαν ύστερα τα συνεργεία, κι έσκαβαν δεκαπέντε μέρες το πηγάδι. Ώσπου να βρούνε τις πρώτες σταγόνες του νερού. Δεν υπήρχαν βλέπεις τότε, εκσκαφείς και μπουλντόζες. Όλα με το χέρι γινόντουσαν. Τσαπιά και φτυάρια. Κι ύστερα κουβαλήσανε με κάτι πρωτόγονα μεγάλα έλκηθρα, τεράστια κομμάτια βράχων από την κοίτη του ποταμού και σε τρεις μήνες, αρχές του Φθινοπώρου το πηγάδι ήταν έτοιμο. Πετούσες μια πέτρα κι άκουγες ένα πνιχτό μπλουμ που ερχόταν ως απάντηση από τον πάτο του.

Σε λίγες μέρες είχε εγκατασταθεί και η μηχανή που θα ανέβαζε το νερό. Ντήζελ, πετρελαιομηχανή έλεγαν με θαυμασμό όσοι γνώριζαν από τέτοιες δουλειές. Γυρνούσες μια μανιβέλα, λίγο βαριά είναι αλήθεια και σε λίγο έτρεχε άφθονο το νερό από σωλήνα τριών ιντσών-μεγάλη υπόθεση- γεμίζοντας τη χαβούζα, τη στέρνα δηλαδή, σε μία ώρα. Είκοσι χιλιάδες κυβικά νερό. Απίστευτη ποσότητα. Ούτε κουβαδάκια, ούτε γαϊδάροι ή μουλάρια, ούτε ώρες αγωνιώδους αναμονής. Ήταν, λέγανε η πρώτη ντηζελομηχανή που έφτανε στην περιοχή. Αφού να φαντασθείς, ήρθε μηχανικός με το βοηθό του απ’ την Αθήνα να τη στήσει. Κι έτσι τα μπερεκέτια εμφανίσθηκαν γρήγορα. Κάθε πρωί ο μεγάλος γιος του αφεντικού, καβάλα στο γάϊδαρό τους, ανάμεσα σε δυο μεγάλα κοφίνια, γεμάτα ντομάτες, μελιτζάνες, κολοκύθια, μπάμιες και ό, τι άλλο έβγαζε η καλοποτισμένη γη του κήπου τους, παρέδιδε την πραμάτεια στο μεγαλύτερο μανάβικο της πόλης τους. Ήταν το μοναδικό περιβόλι που είχε τέτοια παραγωγή, αφού η αναβροχιά είχε κάψει όλους τους άλλους μπαχτσέδες. Κάποιοι μάλιστα επέμεναν να λένε, με ικανή δόση κακίας, πως το βάθος του πηγαδιού ήταν τέτοιο που ρουφούσε όλες τις φλέβες νερού της λεκάνης, όπου βρίσκονταν οι μπαχτσέδες.

Χαιρόταν κι η Άνοιξη με τη χαρά των ανθρώπων της. Η Άνοιξη, που όταν προλάβαινε τις δουλειές, το βράδυ όταν ο ήλιος εξαφανίζονταν πίσω από το μεγάλο, τεράστιο μάρμαρο, που έκρυβε όλον τον άλλο κόσμο πίσω του, επισκέπτονταν τους γείτονες στον διπλανό κήπο. Για παρέα και κουβεντολόϊ. Τι κουβεντολόϊ δηλαδή αφού μόνο με νοήματα, μορφασμούς και κινήσεις των χεριών μπορούσαν να συνεννοηθούν. Κι όμως τα κατάφερναν.

Φτωχοί άνθρωποι οι γείτονες, ένα δυστυχισμένο ζευγάρι, χωρίς παιδιά, χωρίς πόρους παρά μόνο την παραγωγή του μπαχτσέ τους. Κι ούτε που ο μπαχτσές ήταν δικός τους. Ας ήταν καλά ο αδερφός της Παρασκευούλας, μετανάστης στην Αμερική, που τους τον έδωσε να τον καλλιεργούν, όσο αυτός θα βρίσκονταν στα ξένα. Κι ήταν και άρρωστη η Παρασκευούλα. Η φοβερή αρρώστια η λέπρα, η λούβα, όπως τη λέγανε, που στα παλιότερα χρόνια σάρωνε την περιοχή, όπου μέχρι και Λωβοχώρι υπήρχε, την είχε χτυπήσει κι είχαν αρχίσει να ξεραίνονται και να πέφτουν, μικρά κομμάτια των άκρων της.

Η πείνα φαινόταν να χτυπά την πόρτα τους, μια κι ούτε δυο μελιτζάνες και μια ντομάτα δεν μπορούσαν να εξοικονομήσουν για το καθημερινό τους. Ακόμα κι η κατσίκα τους, που δεν έβρισκε πρασινάδα να φάει, άρχισε να στερεύει.

Τα έλεγαν και τα έδειχναν τα πάθια τους στην Άνοιξη, στις σύντομες επισκέψεις της τα βράδια. Κι υπέφερε μαζί τους η Άνοιξη. Ώσπου μια Κυριακή μετά τον πρωινό εκκλησιασμό της οικογένειας η Άνοιξη «μίλησε» στην κυρά της.

-«Λίγο νερό χρειάζονται, να μην πεθάνουν». Κι έτρεχαν κρουνοί τα μάτια της Άνοιξης.

Τρόμαξε η κυρά της. Πώς να το πουν στον άντρα της. Ήξερε την απάντηση. «Σε μας το νερό κοστίζει. Ξεχνάς πόσα ξοδέψαμε πέρυσι; Εργάτες, μηχανές, τσιμέντα. Και τώρα ακόμα χωρίς πετρέλαιο η μηχανή δε δουλεύει».

Τα ήξερε αυτά κι όμως τόλμησε. Αφού η δυστυχία των γειτόνων της, που δεν περίμενε βέβαια να τη μάθει από την Άνοιξη, την απασχολούσε. Κι ο αφέντης φάνηκε να μαλακώνει. Παρ’ όλ’ αυτά δεν έκανε το βήμα, να δώσει μερικά κυβικά νερό στο διψασμένο κήπο των γειτόνων του.

Ώσπου μια μέρα η Άνοιξη δεν άντεξε. Τον πήρε απ’ το χέρι και τον οδήγησε σ’ ένα σημείο του τοίχου που χώριζε τους δυο κήπους. Εκεί υπήρχε μια τρύπα για να περνούν οι σκύλοι των δυο γειτονικών κήπων. Του την έδειξε κι αρπάζοντας μια τσάπα, τράβηξε μια γραμμή επεκτείνοντας νοητά τον ποτιστή, που τέλειωνε δυο μέτρα μακρύτερα από την τρύπα του τοίχου.

Βουρκωμένη, ιδρωμένη η Άνοιξη, έδειξε με νοήματα στον αφέντη της τι εννοούσε. Ν’ αφήσουν το νερό του πηγαδιού να τρέξει από τον πράσινο κήπο τους στον κατάξερο και μισοπεθαμένο μπαχτσέ των γειτόνων τους. Δε χρειάστηκε μεγάλη προσπάθεια. Σε λίγο ακουγόταν μεσημεριάτικα ο ρυθμικός ήχος της ντηζελομηχανής και το γαργάρισμα του νερού, που υποδέχονταν γονατιστή με τις βράκες της να βρέχονται και τα δάκρυα να μουσκεύουν το πρόσωπό της η άρρωστη Παρασκευούλα στο δικό της μπαχτσέ. Ελπίζοντας ν’ αναστηθούν τα μαραμένα φυτά της.

Κι η Άνοιξη έβρεχε τα χέρια της στον ποτιστή, υψώνοντάς τα μετά στον ουρανό, ίσως ευχαριστώντας τον για την ανταπόκρισή του στις παρακλήσεις της, για την ρίψη υετού, στην διψασμένη γη.

 [Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό περιοδικό Φρέαρ. Φωτογραφία: Wolfgang Suschitzky. http://frear.gr/?p=22594]

 

* Ο Ξενοφών Ε. Μαυραγάνης γεννήθηκε στο Πλωμάρι Λέσβου το 1940. Δικηγόρησε και δημοσιογράφησε στη Θεσσαλονίκη για 40 χρόνια. Είναι πρόεδρος της ΛΕΣΧΗΣ ΠΛΩΜΑΡΙΟΥ ΒΕΝΙΑΜΙΝ Ο ΛΕΣΒΙΟΣ, που ιδρύθηκε το 1878 στο Πλωμάρι. Κυκλοφορούν οι συλλογές διηγημάτων «Ο θείος μου ο άγιος» 2009, Μυτιλήνη, «Ψάρι με κεφάλι και ουρά», «Προς το παρόν υγιαίνω», «Ανισαμιά» και τα αφηγήματα «Το ουζερί», «Εφτά και κάτι νύχτες», εκδόσεις Νησίδες, Θεσσαλονίκη.