Πέμπτη, 14 Μαΐου 2015

ΠΑΛΙΟΧΩΡΙΑΝΑ ΧΟΥΡΑΤΑ ΓΙΑ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΟ ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟ ΚΑΙ ΧΡΕΗ

clip_image001
ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΣΤΕΙΕΣ ΚΑΙ ΣΟΒΑΡΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΛΑΙΟΧΩΡΙ ΛΕΣΒΟΥ
          
Για δυο διαχρονικά θέματα επαγγελματικός προσανατολισμός και χρέηπου κυριαρχούν στην επικαιρότητα αυτό τον καιρό μιλούν τα παρακάτω "χουρατά" (χωρατά), αστείες ιστοριούλες δηλαδή από το παρελθόν του χωριού μας, με ήρωες και αφηγητές καλοκάγαθους Παλιοχωριανούς. Τις ανθολογήσαμε από το περιοδικό «Τα Παλιοχωριανά» του δραστήριου Συλλόγου Παλαιοχωριτών Λέσβου «Η Μελίντα», που κυκλοφορεί αδιάλειπτα από το 1981 μέχρι σήμερα. Ελπίζουμε να σας αρέσουν…
²²²

• Η παρακάτω δραστηριότητα των μαθητών, που ο ονομαστός δάσκαλος παπα-Βασίλης Πανανής εφάρμοζε στην αρχή του 20ού αιώνα στο Παλαιοχώρι, συνιστάται και σήμερα στις συναντήσεις με θέμα τον επαγγελματικό προσανατολισμό εφήβων και νέων. Όλη η ομάδα-τάξη ακούει με ενδιαφέρον τι θέλει να κάνει στη ζωή του ο καθένας. Μερικές φορές, ανάμεσα στα σοβαρά προκύπτουν και τα… παρατσούκλια!    

Παλιοί Επαγγελματικοί Προσανατολισμοί

     Τα παλιά χρόνια ο παπα-Βασίλης, εκτός από τα θρησκευτικά του καθήκοντα στο χωριό, έκανε το γιατρό, το συμβολαιογράφο, αλλά και το δάσκαλο. Όλοι οι παλιοί είχανε να λένε για το δασκαλίκι του.
     Στο τέλος μιας σχολικής χρονιάς έβαλε τους τελειόφοιτους του Δημοτικού να πει ο καθένας τι επάγγελμα σκέπτεται ν’ ακολουθήσει μετά την αποφοίτησή του από το σχολείο, γιατί εκείνα τα χρόνια δεν σκεπτότανε κανείς για παραπέρα συνέχιση στο Σχολαρχείο, το Γυμνάσιο της εποχής.
     Για να ενθαρρύνει τους μαθητές, να πει ο καθένας το επάγγελμα που θ’ ακολουθήσει, τους έκανε την παρακάτω σύντομη εισαγωγή σε μορφή στίχου.

     Τα γράμματα τα μάθαμε, δεν έχει πλέον άλλα,
     είναι όλα 24 μικρά μεγάλα.
     Τώρα πια ξεσκολίσαμε, κοπέλια θα γινούμε
     να λιόμιστι στον καφενέ κι εμείς να τραγουδούμε.

     Μετά απ’ αυτά, άρχισαν ένας-ένας να λέει τι επάγγελμα σκοπεύει ν’ ακολουθήσει.
     Ο πρώτος είπε:
      ― Εγώ θα γίνω γιουμτζής (ναυτικός), ταξίδια πολλά να κάνω.
     Ο δεύτερος λέει:
     ― Εγώ θα γίνω έμπορας, λάδια και ξύδια ν’ αγοράζω.
     Όταν ήλθε η σειρά του Δημήτρη Καλδέλη, που ο πατέρας του ήταν χασάπης, είπε:
     ― Εγώ θέλω να σας πω καλύτερα απ’ όλα χασάπης θα γινώ, να τρώω και πριζόλα.
     Έτσι του έμεινε πια από τότε το παρατσούκλι η «Πριζόλα». Άντε να τον έβρισκες στο χωριό με το πραγματικό του όνομα Δημήτρης Καλδέλης.

Αφήγηση από τον Κώστα Δ. Αληγιάννη
        (Δημοσιευμένο στο πδκ. «Τα Παλιοχωριανά», τεύχος 51ο, Ιούλ.-Αύγ.-Σεπτ. 1993, σελ. 834)

²²²

• Ο επαγγελματικός προσανατολισμός των παιδιών ήταν και είναι οικογενειακή υπόθεση…

Επαγγελματικός προσανατολισμός…

     Πλούσια οικογένεια του χωριού μας, για να αποφασίσει τι θα σπουδάσει το μεγαλύτερο γιο της, καλεί οικογενειακό συμβούλιο. Μετά από πολλές προτάσεις, αποφασίζεται να σπουδάσει κτηνίατρος.
     Αλλά, ξάφνου, κάποια θεία πετάγεται και με ύφος ζωηρό λέει:
     ― Πάναγια μ’, τσ’ άμα του μουρό του κλουτσήσ’ κανένα μ’λάρ’;… 
     Και η απόφαση απορρίφθηκε!

(Δημοσιευμένο στο πδκ. «Τα Παλιοχωριανά», τεύχος 13ο, Ιαν.-Φεβρ.-Μάρτ. 1984, σελ. 205)

²²²

• Από τα χρόνια της Τουρκοσκλαβιάς στη Λέσβο (1462-1912), όταν οι Τούρκοι κατακτητές εφάρμοζαν το φορολογικό σύστημα της δεκάτης (ουσούρι), για να απομυζούν άκοπα τον κόπο των σκλαβωμένων Ελλήνων, η παρακάτω ιστοριούλα μας. Χρόνια πικρά, που μοιάζουν με τους σημερινούς καιρούς της οικονομικής κρίσης και των εκβιασμών της χάρτινης ευρωπαϊκής οικονομοκρατίας…  

Παλιοί φοροφυγάδες

     Είναι γνωστό ότι τα χρόνια της τουρκοκρατίας οι Τούρκοι φορολογούσαν τους παραγωγούς με το σύστημα της δεκάτης, το ουσούρι. Ο έλεγχος της παραγωγής γινότανε από το μαμούρη (φοροελεγκτή και φοροεισπράκτορα) στις λιοπατές των σπιτιών, των ελαιόμυλων, ακόμα και στα ντάμια στα βουνά. Λιοπακές έχουνε όλα τα κατώγια των σπιτιών και μέχρι πριν μερικά χρόνια τις χρησιμοποιούσανε, γιατί οι ελαιόμυλοι, με τα μέσα που είχανε τότε, δεν προλάβαιναν να αλέσουν τις ελιές.
     Το εργαλείο για να μετρήσουν την ποσότητα ήταν ένα ραβδί, που το πίεζαν με δύναμη μέσα στη λιοπακή μέχρι να φτάσει στο σανιδένιο πάτο και, ανάλογα με το ύψος που έδειχνε το ραβδί, υπολόγιζαν την ποσότητα. Οι παλιοί  Παλιοχωριανοί, για να ξεγελάνε τα ταγκαλάκια τους Τούρκους, άνοιγαν ένα βαθύ λάκκο κάτω από τη λιοπακή, έβαζαν από πάνω σανίδια και πάνω από εκεί σηκώνανε τη λιοπακή. Έτσι το ραβδί έδειχνε άλλα αντ’ άλλων και ξεγελούσαν τους αχμάκηδες Τουρκαλάδες.

Αφήγηση από τη Ρηνιώ Αλαμάγκου - Καραμπέτσου
(Δημοσιευμένο στο πδκ. «Τα Παλιοχωριανά», τεύχος 50ό, Απρίλ.-Μάιος-Ιούν. 1993, σελ. 818)

²²²
           
• Καινούργια και παλιά χρέη…

Μπαγιάτικα χρέη

     Σε παλιότερες και πιο δύσκολες εποχές, ο δανεισμός από συγχωριανό ήταν κάτι το πολύ συνηθισμένο. Το ίδιο συνηθισμένοι και αρκετοί ήταν και τα «μπατάκια», αυτοί δηλαδή που δεν πλήρωναν τα χρέη τους, και οι σχετικοί καυγάδες.
     Σχετική είναι και η παρακάτω συζήτηση:
     Βράδυ, στο καφενείο της Βαρβάρας Μαρή, κάθονταν δύο φίλοι, αν και διαφορετικού χαρακτήρα. Σε μια στιγμή ο ένας είδε να μπαίνει κάποιος που του χρωστούσε κι έβγαλε να τα πληρώσει.   
     «Μα κι κάν’ς, βρε κουμπάρι;», του είπε ο φίλος του ο Παναγιώτης Χ., που καθόταν δίπλα του. «Ιγώ παλιά χρέη δεν τα πληρώνου».
     «Καλά», είπε ο άλλος, που ήξερε πως ο φίλος του είχε βάλει αρκετά «φέσια» σε συγχωριανούς του, «τα παλιά δεν τα πληρών’ς, τα τσινούργια κι τα κάν’ς;…»
     «Τ’ αφήνου τσι παλιώνουν!», απάντησε ετοιμόλογος ο Παναγιώτης.
                                         
Μανώλης Ι. Μαυραγάνης
(Δημοσιευμένο στο πδκ. «Τα Παλιοχωριανά», τεύχος 22ο, Απρίλ.-Μάιος-Ιούν. 1986, σελ. 340)

²²²

• Τους μήνες που δεν είχαν δουλειά οι Παλιοχωριανοί τα παλιά χρόνια ξενιτεύονταν σε άλλα μέρη της Ελλάδας ή της απέναντι μικρασιατικής ακτής κι έπιαναν διάφορες δουλειές. Οι παλιοί Παλιοχωριανοί ήταν πολυφαμελίτες αλλά και πολυτεχνίτες, εργατικοί και φιλότιμοι. Έφευγαν μετά το λιομάζεμα και τα κλαδέματα, παίρνοντας μαζί έναν μπόγο με τα στρωσίδια τους, λίγα τρόφιμα κι ένα μικρό κεφάλαιο για ν’ αγοράσουν σερμαγιά. Πιο συνηθισμένο ήταν να πάνε σε μέρη με αρκετή ξυλεία, να κάψουν καμίνια για κάρβουνα. Τα πουλούσαν και γύριζαν μετά από καιρό στο χωριό, κοντά στις γυναίκες και στα παιδιά τους. Μερικές φορές αναγκάζονταν να δανειστούν ένα μικρό κεφάλαιο για τα έξοδά τους στα ξένα μέρη, κάνοντας συμφωνία στην επιστροφή να ξεπληρώσουν σε είδος ή χρήματα το χρέος τους. Δύσκολοι καιροί μεγάλης ανέχειας αλλά και σκληρής δουλειάς… Συχνά στο γυρισμό έφερναν διάφορα εμπορεύματα, συνήθως τρόφιμα, κι έβγαζαν ένα μικρό κέρδος από το μικροεμπόριο. Καμιά φορά όμως το ταξίδι δεν έφερνε το προσδοκώμενο κέρδος. Στις δύσκολες ώρες, η εκποίηση της περιουσίας, ακόμα και των ζωντανών που παλιά ήταν το δεξί χέρι του αγρότη, εξασφάλιζε την αξιοπρέπεια του τίμιου και φιλότιμου Παλιοχωριανού…

Πέ’ πους ψόφ’σι

     Η Παλκάρα (Δημήτριος Μαυραγάνης) είχε πάρει από το Βριγιό (Κώστα Βουνάτσο) δάνειο, για να πάει στα κάρβουνα. Δεν πήγε όμως καλά η δουλειά και, όταν γύρισε, δεν είχε να επιστρέψει το χρέος. Ο Βριγιός τον πίεζε και γι’ αυτό αναγκάστηκε να πουλήσει το μουλάρι του.
     Στεναχωριόταν όμως κι έλεγε στον εαυτό του, για να παρηγοριέται:
     ― Πέ’ πους ψόφ’σι…

(Δημοσιευμένο στο πδκ. «Τα Παλιοχωριανά», τεύχος 21ο, Ιαν.-Φεβρ.-Μάρτ. 1986, σελ. 326)
  
²²²

Νοσταλγία

     Πριν από πολλά χρόνια, όπως ξέρουμε, οι συγχωριανοί μας έφευγαν ταξίδι σε άλλα μέρη για εύρεση εργασίας και εξασφάλιση του επιούσιου. Έτσι λοιπόν και ο μπαρμπα-Μανώλης ο Σωτήρχος, παππούς των Σάββα, Ηλία και Εμμανουήλ Σωτήρχου, πήγε ταξίδι στο Μπαμπά, τοποθεσία στα παράλια της Μ. Ασίας απέναντι από το Μόλυβο.
     Αφού έκαψε κανα-δυο καμίνια, νοστάλγησε το χωριό και την οικογένειά του κι αποφάσισε να γυρίσει πίσω, προτού συμπληρώσει το χρόνο που υπολόγιζε να καθίσει. Με βάρκα περνάει απέναντι στο Μανταμάδο και μετά με τα πόδια συνέχισε για το Παλαιοχώρι.
     Κοντά στο χωριό μας, κάποια συγχωριανή μας, βλέποντάς τον να γυρίζει τόσο γρήγορα από το ταξίδι, του είπε:
     ― Κίντα, μπαρμπα-Μανώλ’; Θ’μήθτσις κ’ Ραλιά τσι γύρ’σις; (εννοώντας τη γυναίκα του)
     Και η Μανώλα, πειραγμένος από την παρατήρησή της, ίσως και επειδή αυτός ήταν ο λόγος της επιστροφής του, απάντησε:
     ― Μη μι πειράζ’ς, μη πληρώγ’ς ισύ κ’ νύφ’.
     Και συνέχισε το δρόμο του…

(Δημοσιευμένο στο πδκ. «Τα Παλιοχωριανά», τεύχος 40ό, Οκτ.-Νοέμβρ.-Δεκ. 1990, σελ. 642)

²²²

• Τι γίνεται αν ο πελάτης δεν έχει να πληρώσει τον καφέ του; Να πώς καθιερώθηκε η παλιοχωριανή παροιμιώδης φράση: «Γράψ’ του, Τζάνου…»

Οι βερεσέδες του Βαλανιά

     Ο Τζάνος Καραμπέτζος, εκτός από τιμητής και μάρτυρας που υπογράφει ένα παλιό έγγραφο της 23ης Απριλίου 1840, εκείνη την εποχή ήταν και καφετζής στο Βαλανιά, εξοχική τοποθεσία κοντά στο Ραχίδι που είχε κάποιους μόνιμους κατοίκους. Το καφενείο του, ήταν καμιά τριανταριά μέτρα από τη βρύση και τον πλάτανο του Βαλανιά προς τη μεριά της Αγίας Παρασκευής, και συγκεκριμένα το χάλασμα που βρίσκεται ακριβώς στην κάτω πλευρά της γεώτρησης.
     Πήγαιναν οι Βαλανιώτες, έπιναν τον καφέ τους κι, αν κάποιος δεν είχε να πληρώσει, έλεγε: «γράψ’ του, Τζάνου». Και ο Τζάνος έγραφε. Μόνο που το γράψιμο δεν γινόταν με τον συνηθισμένο τρόπο που γνωρίζουμε σήμερα, είτε διότι εκείνα τα χρόνια στο Βαλανιά δεν υπήρχε μάρμαρο και το μολύβι και το χαρτί ήταν είδη πολυτελείας είτε διότι ο μπαρμπα-Τζάνος ήταν αγράμματος. Τα σύνεργά του ήταν ένα κλαδευτήρι κι ένα χλωρό ραβδί. Κάθε φορά λοιπόν που του έλεγαν κάποιο βερεσέ, έκανε μια τσέτλα (εγκοπή) με το κλαδευτήρι πάνω στο ραβδί και μετά, ανάλογα με τις τσέτλες, πληρωνότανε.
     Η δε φράση «γράψ’ του, Τζάνου» ήταν παροιμιακή στις αρχές του εικοστού αιώνα στο Παλαιοχώρι.
     (Σημείωση: Ο Τζάνος ήταν παππούς της συζύγου του Παντελή Μαλαμά Μεταξίας και προπάππος των συγχωριανών μας Στάθη και Καλδή Καραμπέτσου.)    

     Χρήστος Αχειλαράς, από διήγηση του Παντελή Σπ. Μαλαμά
(Δημοσιευμένο στο πδκ. «Τα Παλιοχωριανά», τεύχος 40ό, Οκτ.-Νοέμβρ.-Δεκ. 1990, σελ. 642)

²²²

• Τέλος, μια παλιοχωριανή πρόταση για άνεργους αστούς και επαρχιώτες της Ελλάδας μάς κάνει το παρακάτω χουρατό. Σκεφτείτε ποια αλήθεια κρύβει…

Κασμά, ρε!!

     Τα παλιά χρόνια στο χωριό μας βασικό εργαλείο ήτανε ο κασμάς, η αξίνα, μεγάλο τσαπί με πλατύ το μπροστινό μεταλλικό τμήμα. Όλες οι σκαπτικές δουλειές γινόντανε με τον κασμά: το σκάψιμο της ελιάς, τα θεμέλια των σπιτιών, το άνοιγμα δρόμων, η σπορά, το ξερίζωμα δέντρων για τα καμίνια, όλα γίνονταν με τον κασμά.
     Η δουλειά με τον κασμά ήτανε πάρα πολύ βαριά και σκληρή και πολλές φορές με μικρή αμοιβή. Όταν λοιπόν οι εργαζόμενοι τόσο σκληρά συγχωριανοί μας έβλεπαν λιμοκοντόρους, χασομέρηδες, τεμπέληδες, φοροεισπράκτορες, αεριτζήδες και γενικά ανθρώπους της καρέκλας, που κέρδιζαν μάλιστα περισσότερα χρήματα, αγαναχτούσαν τόσο πολύ, έτσι που έφταναν στο σημείο να φωνάζουν:
     «Κασμάααα…, ρεεε! Τσαπίιιι…, ρεεε!»
Η Χουριάκ’ς
(Σημείωση: Στο Γιάννη Π. Μαυραγάνη άρεσε να γράφει με το ψευδώνυμο «Η Χουριάκ’ς» [Ο Χωριάτης]. Είναι δημοσιευμένο στο πδκ. «Τα Παλιοχωριανά», τεύχος 43ο, Ιούλ.-Αύγ.-Σεπτ. 1991, σελ. 705)

²²²

     Με την ευχή σύντομα όλοι οι Έλληνες να έχουμε τίμια δουλειά, αρκετό ψωμί και αξιοπρεπή ζωή...,
Μυρσίνη Βουνάτσου

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου