Παρασκευή, 31 Μαρτίου 2017

ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΚΑΙ ΠΗΝΕΛΟΠΗ ΖΑΔΕΛΗ: ΔΥΟ ΠΑΛΙΟΧΩΡΙΑΝΟΙ ΡΙΜΑΔΟΡΟΙ

Παντελής και Πηνελόπη Γανώση - Ζαδέλη
Δυο Παλιοχωριανοί ριμαδόροι

     Ζευγάρι στη ζωή ο Παντελής Ζαδέλης κι η γυναίκα του Πηνελόπη, το γένος Γεωργίου και Μεταξωτής Γανώση, εκτός από την κοινή πορεία τους στη ζωή έχουν ένα κοινό χάρισμα: πηγαίο ποιητικό ταλέντο να δημιουργούν δίστιχα τραγούδια, να τα απαγγέλλουν και να αφηγούνται με γλαφυρό τρόπο μια ιστορία σχετική με κάθε τραγούδι. Ποιος το είπε κάποτε σε ποιον, για ποιο λόγο, σε ποιο μέρος και πότε. Ταλέντο μάλλον κληρονομημένο από τους γονείς τους, αν θυμηθούμε πως σε άλλη ανάρτησή μας έχουμε δημοσιεύσει τραγούδια της μητέρας της Πηνελόπης. Μαζί τους στις καθίστρες στα σκαλιά των σπιτιών τους η εξαδέλφη τους Ειρήνη κι η κόρη της Δέσποινα, εξίσου ικανές στο να φτιάχνουν δίστιχα τραγούδια, «στιχάκια» όπως συνηθίζουμε να τα λέμε στο Παλαιοχώρι.
     Με υποδέχτηκαν με χαρά, ως παλιά γειτόνισσα, μ’ ένα τραγούδι για το όνομά μου «Μυρσίνη χρυσοπράσινη…». Μ’ έβαλαν να καθίσω κοντά τους κι άρχισαν να μιλούν και να απαγγέλλουν στιχάκια, ένα ο Παντελής, ένα η Πηνελόπη. Η Ειρήνη προσπαθούσε να θυμηθεί ένα τραγούδι. Ήξεραν ότι μου αρέσει να τα καταγράφω και συναγωνίζονταν να βρουν τα πιο ταιριαστά. Η Δέσποινα τους παρακινούσε να τα επαναλαμβάνουν, για να προλαβαίνω να τα γράφω. Ανοιχτές καρδιές, ανοιχτά σπίτια, φιλίες που κρατούν ολόκληρη ζωή. Σαν συναντιούνται αγαπημένα πρόσωπα, ο λόγος είναι σαν το μέλι, μας γλυκαίνει και μας ευχαριστεί μέχρι τα κατάβαθα της ύπαρξής μας. Διαλεκτική σε δεκαπεντασύλλαβο στίχο θα ονόμαζα τη βραδινή υπαίθρια συνομιλία μας… Διαβάστε μερικά στιχάκια τους παρακάτω.                        

Το καλωσόρισμα…

ΠΑΝΤΕΛΗΣ:
Μυρσίνη χρυσοπράσινη, της εκκλησιάς στολίδι,
χωρίς εσέ δεν γίνεται κανένα πανηγύρι.

Η φιλοφρόνηση... Το δίστιχο δεν είναι μόνο ερωτικό, λέγεται και για να δηλώσει χαρά για το συναπάντημα και λύπη για τον αποχωρισμό φίλων εξαιτίας της μετανάστευσης.   

ΠΗΝΕΛΟΠΗ:
Τέσσερα φύλλα έχ’ η καρδιά, τα δυο τα ’χεις παρμένα,
τ’ άλλα τα δυο μου τ’ άφησες κι εκείνα μαραμένα.

Μια ιστορία για έναν υπερδραστήριο ερωτιάρη συγχωριανό μας — «ονόματα δεν λέμε» — που ζήτησε κάποτε από τον Παντελή να του φτιάξει ένα στιχάκι. Το Χωριό είναι το γειτονικό Μεγαλοχώρι ανατολικά του Παλαιοχωρίου και προς τη δύση η Δρώτα.   

ΠΑΝΤΕΛΗΣ:
Αγάπη είχα στου Χουριό, αγάπη και στη Δρώτα,
ιγώ μι τσ’ έχου τσι του νου μ’ τσι πού να πάγω πρώτα;

Η Πηνελόπη απαγγέλλει ένα πολύ γνωστό στο χωριό μας παραπονετικό τραγούδι, που λέγεται σε διάφορες περιστάσεις κι εκφράζει με αντιφατικό τρόπο επιθυμία να μην χαθεί με το θάνατο ούτε με εξωτερικές εκδηλώσεις όπως το κλάμα η αγάπη.    

ΠΗΝΕΛΟΠΗ:
Σαν αποθάνω, μάτια μου, δεν θέλω να δακρύσεις,
θέλω στα μαύρα να ντυθείς και λύπη να κρατήσεις.

Και το παρακάτω το συνέθεσε ο Παντελής για το μερακλή συγχωριανό μας που ζητά να υμνηθεί η ερωτική του δεινότητα. Από διακριτικότητα ο Παντελής δεν αναφέρει το όνομά του. Διαφορετικά, η ευθυμία θα καταντούσε κουτσομπολιό… 

ΠΑΝΤΕΛΗΣ:
Πριν αγαπούσα λεύτερες και αρραβωνιασμένες,
τώρα θ’ αρχίσω ν’ αγαπώ χήρες και παντρεμένες.

Οι γυναίκες στο Παλαιοχώρι έχουν προτίμηση στα παραπονετικά τραγούδια. Θέμα τους η ζωή και τα συναισθήματα των ανθρώπων. Ποίηση προσωπική, καημοί της ζωής, το παρελθόν και το παρόν σε αέναη αντιπαράθεση, με κοινό στοιχείο τις δυσκολίες και τον αδιάκοπο αγώνα να τις ξεπεράσουμε με κουράγιο και υπομονή.    

ΠΗΝΕΛΟΠΗ:
Τα παλαιά μου βάρσανα περάσαν ένα-ένα,
τα τωρινά είναι σκληρά και δεν τα γράφει η πένα.

Μα κι ο Παντελής θα μιλήσει για τα σοβαρά της ζωής, για το κουράγιο, για τις λίγες χαρές και τις πολλές πίκρες, που μια καρδιά είναι λίγη να τις αντέξει:   

ΠΑΝΤΕΛΗΣ:
Ήθελα να ’χω δυο καρδιές, η μια κοντά στην άλλη,
μικρή να είναι για χαρές, για πίκρες πιο μεγάλη.

Σπουδή πάνω στο ίδιο θέμα: τα παλαιά βάσανα πέρασαν, τα τωρινά είναι πολλά, σκληρά κι επικίνδυνα σαν φίδια φαρμακερά. Πώς να αντέξει ο άνθρωπος τόσα πάθη; Οι Παλιοχωριανοί, αντί ν’ απελπιστούν, κάνουν το θρήνο τους τραγούδι.   

ΠΗΝΕΛΟΠΗ:
Τα περσινά μου βάσανα περάσανε και πάνε,
τα τωρινά γενήκανε φίδια για να με φάνε.

Η θλιβερή διάθεση και το παράπονο θυμίζουν στη Δέσποινα ένα τραγούδι της Σοφίας Λούπου, θείας του άντρα της από τα Παράκοιλα. Η Δέσποινα το έγραψε στο τετράδιο με τα στιχάκια:    

ΣΟΦΙΑ ΛΟΥΠΟΥ (διαβάζει η ΔΕΣΠΟΙΝΑ από τετράδιο):
Θέλω να είμαι σε βουνό και δάσος να μην έχει,
θέλω αέρας να φυσά κι ο ουρανός να βρέχει.

Η Πηνελόπη επιμένει. Ζωγραφίζει την εικόνα της μέσα στο τραγούδι της, να γυρίζει πίσω στα παλιά και να βλέπει σκοτάδι, θολές αναμνήσεις από τη φτώχεια και τον πόλεμο. Στρέφει μετά τη ματιά της μπροστά κι αντικρίζει μαυρίλα, εξαθλίωση, φόβους, γηρατειά. Εξομολόγηση κι αξιολόγηση ζωής σε τρία δίστιχα στιχάκια…      

ΠΗΝΕΛΟΠΗ:
Γυρίζω βλέπω τα παλιά, είναι σκοτεινιασμένα,
κοιτάζω και τα τωρινά, μαύρα κι αραχνιασμένα.

Με τη σειρά του ο Παντελής κάνει έναν σύντομο απολογισμό της ζωής του μέσα στα στενά όρια του χωριού, δηλώνοντας με εμφαντικό τρόπο, με δυο αρνήσεις «ούτε… ούτε…», τη στέρηση των απαραίτητων για την ευτυχία. Η αιτία βρίσκεται στο β΄ ημιστίχιο του δεύτερου στίχου. Προσωπικός ο απολογισμός σε πρώτο ενικό πρόσωπο, γι’ αυτό χρησιμοποιεί την παλιοχωριανή διάλεκτο.    

ΠΑΝΤΕΛΗΣ:
Ούλ’ τη ζουή μ’ πέρασα ιγώ στου Παλιχώρ’,
ούτι τ’ αχείλι μ’ γέλασι ούτι του πουρτουφόλ’.

Από το ατομικό στο γενικό. Δεν είναι μόνο τα προσωπικά βάσανα που προκαλούν λύπη στον ευαίσθητο άνθρωπο, μα και ο κοινωνικός περίγυρος, ο κόσμος που έχει αλλάξει. Οι καιροί και οι δυσκολίες αλλάζουν το χαρακτήρα και τις σχέσεις των ανθρώπων, ματαιώνοντας το όνειρο για έναν καλύτερο κόσμο.       

ΠΗΝΕΛΟΠΗ:
Τον κόσμο το σημερινό τον βλέπω και λυπούμαι,
δεν είναι σαν τα πρωτινά, οπού τον ενθυμούμαι.

Κι ο Παντελής συμφωνεί και φιλοσοφεί σαν σύγχρονος Αίσωπος με τις αλληγορίες για το παιχνίδι του ανθρώπου-λύκου με το συνάνθρωπο-αρνί και του αρπακτικού ανθρώπου-γερακιού με το συνάνθρωπο-αηδόνι. Δυστυχισμένοι χρόνοι για τους αδύναμους και τους άκακους. Καιροί, που μόνο με θλιμμένα παραπονετικά τραγούδια, σαν τ’ αηδονιού το λυπητερό κελάηδισμα τη νύχτα, μπορούμε να τους περιγράψουμε...      

ΠΑΝΤΕΛΗΣ:
Έτσι τα φέραν οι καιροί, δυστυχισμένοι χρόνοι,
να παίζει ο λύκος με τ’ αρνί, γεράκι με τ’ αηδόνι.

     Δεν χρειάστηκε η Πηνελόπη κι ο Παντελής να μιλήσουν για τη ζωή τους με μεμψίμοιρες περιγραφές. Τα είπαν όλα με τα τραγούδια τους, με στιχάκια που βοηθούν τον άνθρωπο να εκφράσει στο συνάνθρωπο τα παράπονα της ζωής του με αξιοπρέπεια και ν' αντλήσει δύναμη από τον ίδιο του τον εαυτό. Κι ήξεραν ότι κατανόησα πλήρως πώς είναι και πώς αισθάνονται. Αν δεν καλούσε τους αγαπητούς φίλους η νύχτα σε λυτρωτικό ύπνο κι αν δεν έπρεπε να τους πω αντίο, ο διάλογος σε δεκαπεντασύλλαβο στίχο θα μπορούσε να διαρκέσει μέχρι το πρωί.
     Καλή αντάμωση. Άραγε, θα συναντηθούμε το επόμενο καλοκαίρι;
 
Μυρσίνη Βουνάτσου
Παλαιοχώρι Λέσβου, 31 Αυγούστου 2016

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου