Κυριακή, 3 Νοεμβρίου 2013

ΓΙΑ ΕΝΑ ΚΑΡΒΕΛΙ ΨΩΜΙ

Κείμενο Αθανασίου Παλιούρα
«Αφιερωμένο με συγκατάβαση στο Γερμανό Νομπελίστα Γκίντερ Γκρας»

«Για ένα καρβέλι ψωμί»
     
Προτού απομακρυνθούμε από την 28η Οκτωβρίου, δημοσιεύουμε το κείμενο-προσωπική μαρτυρία του καθηγητή Αθανασίου Παλιούρα «Για ένα καρβέλι ψωμί», για να μην πάψουμε να θυμόμαστε όσοι νιώθουμε μέσα μας αγνό τον Ελληνισμό μας. Το βρήκαμε στην ψηφιακή εφημερίδα του Αγρινίου «Η Νέα Εποχή» κι αποτελεί εισήγηση του συγγραφέα  στο "Συνέδριο προφορικής ιστορίας και μνήμης 1940-1950", που έγινε στο Αγρίνιο το Μάρτιο του 2008. Θα ήταν, βέβαια, καλό να διδαχτούν απ’ αυτό και οι γερμανοσπουδαγμένοι και πολλοί γερμανοπαντρεμένοι πολιτικοί μας, θαυμαστές του λαού που διέπραξε και διαπράττει θηριωδίες σε βάρος των παιδιών στερώντας τους το ψωμί, αλλά αυτοί δεν θέλουν ή δεν μπορούν να καταλάβουν πως έχουν γίνει τα πιο πειθήνια και πιο επικίνδυνα για τους Έλληνες όργανα του οικονομικού νεοφασισμού…
                                        
clip_image002
Με τον Ζαχαρία και τον Τάκη ήμασταν πρώτα ξαδέρφια. Ζούσαμε μαζί, καθώς τα πετρόχτιστα σπίτια και των τριών οικογενειών μας ήταν κοντινά, δίπλα-δίπλα του Ζαχαρία και του Τάκη, στην απέναντι μεριά του δρόμου το δικό μας. Το Ζαχαρία, που είχε το όνομα του παππού μας, τον φωνάζαμε όλοι Ράκια και ήταν ένα χρόνο μεγαλύτερος από τον Τάκη κι εμένα. Με τα άλλα παιδιά της γειτονιάς παίζαμε όλοι μαζί, πότε στην αυλή με το πηγάδι, τα κυπαρίσσια και τη μεγάλη σκαμνιά, πότε έξω στο χωματόδρομο. Τα καλοκαίρια όμως, τα κοντινά καπνοτόπια τα μετατρέπαμε σε ποδοσφαιρικά γήπεδα, όταν τέλειωνε το μάζεμα του καπνού.
     Όταν ήρθαν οι Γερμανοί στη χώρα μας και στην πόλη μας, έφτασαν κι ως τη γειτονιά μας. Μια μικρή φάλαγγα με δύο φορτηγά και μία τρίκυκλη μοτοσικλέτα μετέφεραν δέκα πάνοπλους Γερμαναράδες. Σταμάτησαν μπροστά στο μαντρότοιχο της αυλής με το πηγάδι, κατέβηκαν και πέρασαν από τη μεγάλη ανοιχτή πόρτα που τη χρησιμοποιούσε ο παππούς μας, ο μπάρμπα Ζάχος, όταν ήθελε να βάλει μέσα το κάρο, για να κουβαλήσει δέματα καπνού ή τις καλάθες με τα κρασοστάφυλα το καλοκαίρι. Στην άκρη, κάθετα προς την αυλή, από την άλλη μεριά των σπιτιών, απλώνονταν χαμηλό στενόμακρο κτίριο, πετρόχτιστο και κεραμοσκέπαστο, που χρησιμοποιούνταν ως αποθήκη για τα καπνά, τα καλαμπόκια και τα στάρια.
     Στη μια άκρη δυτικά της αποθήκης, ο παππούς μας, είχε ξεχωρίσει ένα μεγάλο δωμάτιο κι εκεί ήταν το πατητήρι. Μια τεράστια καδοπούλα στη μέση κι απάνω το πατητήρι, όπου κάθε Σεπτέμβρη με τον τρυγητό κουβαλούσαν όλοι, κι εμείς τα παιδιά, καλάθες και καλαθάκια με τα σταφύλια, για να τα πατήσουμε και να βγει ο μούστος. Ο μεγάλος μας καημός ήταν που ο παππούς ο Ζάχος, αυστηρός και επιβλητικός, δεν μας άφηνε να ανεβούμε στο πατητήρι και να πατήσουμε κι εμείς λιγάκι τα σταφύλια. Αυτός έπαιρνε τις προφυλάξεις του, να μην ανεβούμε και πέσουμε από τόσο ψηλά, αλλά εμείς τότε δεν καταλαβαίναμε.
     Κολλούσαμε σαν τσιμπούρια στις μανάδες μας, για να μεσολαβήσουν στον παππού, αλλά αυτές, θέλεις από σεβασμό θέλεις από φόβο, μας παρέπεμπαν συνέχεια σ’ αυτόν. Συνέβη λοιπόν κι αυτό: Μια χρονιά, αφού εξαντλήσαμε όλα μας τα παρακάλια, ο παππούς μάς έστησε μπροστά του και τους τρεις μας, μας κοίταξε επίμονα στο πρόσωπο και μας έδωσε την χαριστική βολή: «Δεν μπορείτε να πατήσετε τα σταφύλια, είναι άπλυτα τα πόδια σας...»
     Εκείνο λοιπόν το καλοκαίρι του 1942 οι Γερμανοί «επίταξαν» την αποθήκη του παππού. Έφεραν κρεβάτια, ξύλινες καρέκλες, ένα γραφείο, ρούχα, τα πράγματά τους κι εγκαταστάθηκαν «σα στο σπίτι τους». Όλη μέρα κουβέντιαζαν, έπαιζαν με μια μπάλα στην αυλή κάτω από τη σκαμνιά κι άκουγαν γερμανικά τραγούδια από ένα γραμμόφωνο που είχαν με πολλές «πλάκες» 78 στροφών. Μόνο το πρωί είχαν απασχόληση. Κάθε μέρα δύο μεγάλα φορτηγά ξεφόρτωναν ψωμιά, πολλά ψωμιά, και τα τοποθετούσαν στη μεγάλη αποθήκη μέσα σε κοφίνια.
     Όταν έφευγαν άδεια τα φορτηγά, τότε άρχιζε ένα αδιάκοπο πήγαινε έλα. Τρίκυκλες μοτοσικλέτες, η μια κοντά στην άλλη, έρχονταν, έμπαιναν στη μεγάλη αυλή και οι Γερμανοί, μόνιμοι κάτοικοι της αποθήκης, αφού συμβουλεύονταν χαρτιά με καταστάσεις, νούμερα και ονόματα, μετρούσαν τα καρβέλια και τα τοποθετούσαν σε κάθε μοτοσικλέτα, αφού έπαιρναν υπογραφή από τον υπεύθυνο μοτοσικλετιστή. Είκοσι καρβέλια, εικοσιπέντε, τριάντα, γέμιζαν το «κασόνι-σκάφος» της μοτοσικλέτας. Έτσι τροφοδοτούσαν, σε καθημερινή βάση τους στρατιωτικούς τους σταθμούς στην πόλη και στα περίχωρα.
     Εμείς, μπόμπιρες τότε, έξι χρονών ο Ράκιας και πέντε ο Τάκης κι εγώ, συχνά και με άλλα παιδιά καθόμασταν στο πεζούλι και παρακολουθούσαμε την ιεροτελεστία. Ο πειρασμός ήταν μεγάλος. Τα ζεστά, αχνιστά καρβέλια φάνταζαν σαν να ήταν ο μεγαλύτερος θησαυρός του κόσμου, τα μάτια μας είχαν γουρλώσει και η άδεια κοιλιά γουργούριζε καθώς οι Γερμανοί τα περνούσαν μπροστά μας μεγαλώνοντας τη λαχτάρα μας...
     Έτσι αποφασίσαμε να δράσουμε. Το βράδυ καταστρώσαμε το σχέδιο και το άλλο πρωί ήμασταν έτοιμοι να το εφαρμόσουμε. Ήρθε το πρώτο φορτηγό και φρέναρε μπροστά στη μεγάλη πόρτα της αυλής. Αμέσως βγήκε από την αποθήκη ο Γερμανός στρατιώτης με το όπλο του. Κάθε μέρα στεκόταν στο πίσω μέρος του φορτηγού σκοπός, για να μην ανοίξει η όρεξη κανενός πεινασμένου Νεοέλληνα και τολμήσει και αρπάξει ένα ή περισσότερα ψωμιά.
   Ήμασταν ξυπόλυτοι και ακροπερπατούσαμε. Κινηθήκαμε σαν αστραπή, έτσι όπως είχαμε καταστρώσει το σχέδιο. Κάποια στιγμή που ο φρουρός κουβέντιαζε με τον οδηγό του φορτηγού και οι άλλοι Γερμανοί που κουβαλούσαν τα ψωμιά μπήκαν στην αποθήκη βρεθήκαμε κι οι τρεις πίσω από το φορτηγό. Ο Τάκης κοίταζε τον σκοπό μη μας αντιληφθεί, ο Ράκιας έσκυψε κι εγώ πάτησα στην πλάτη του κι έφτασα ένα καρβέλι και το τράβηξα με το χέρι μου. Έλα όμως που, καθώς το έσυρα προς το μέρος μου, κουνήθηκαν μαζί του και άλλα τέσσερα-πέντε, έπεσαν κάτω και κύλησαν στο χωματόδρομο, έτσι στρογγυλά που ήταν. Τα καρβέλια μας πρόδωσαν...
     Ο Γερμανός φρουρός αμέσως στράφηκε προς το μέρος μας φωνάζοντας δυνατά και τους άλλους. «Πάμε!», μπόρεσα και φώναξα και τραβήξαμε κι οι τρεις τρέμοντας και τρέχοντας προς την αντίθετη κατεύθυνση. Αλλά δυστυχώς δεν μπορέσαμε να ξεφύγουμε. Όλοι μαζί οι Γερμαναράδες μας κυνήγησαν και ουρλιάζοντας μας έπιασαν. Σπαρταρούσαμε στα σιδερένια τους χέρια, "ρεκάζαμε" από το κλάμα, αλλά εις μάτην. Μας έμπασαν στη μεγάλη αυλή κι εκεί ο Φριτς έδωσε τις εντολές του.
     Ήταν ψηλός ο Φριτς, κατάξανθος και κατακόκκινος, φόβος και τρόμος για μας. Συχνά, καθώς καθόμασταν όλα τα παιδιά στο πεζούλι, συνήθιζε να στέκεται από πάνω μας και τα κατακόκκινα μάτια του έβγαζαν σπίθες, μόλις έμπηχνε τις αγριοφωνάρες του:
     «Άους....
     Σιγά-σιγά όλοι εμείς σηκωνόμασταν στα νύχια, κάναμε στην αρχή μερικά δειλά βήματα κι ύστερα το βάζαμε στα πόδια, χωρίς να κοιτάξουμε πίσω μας, όπου ακούγαμε τις βαριές μπότες του Φριτς να χτυπούν δυνατά με ποδοβολητό στο χώμα και συνάμα την καρδιά μας να χτυπάει δυνατά στο στήθος μας.
     Μπήκαν λοιπόν στην αποθήκη δύο Γερμανοί και σε λίγο βγήκαν έξω κρατώντας στα χέρια τους τριχιές. Φωνάζοντας και χειρονομώντας, μας έδεσαν από τη μέση έναν-έναν, πέταξαν την υπόλοιπη τριχιά ψηλά σε κάποιο κλωνάρι της σκαμνιάς και τραβώντας την άλλη άκρη μας ανέβασαν ένα μέτρο και περισσότερο πάνω από τη γη. Έδεσαν τις τριχιές από τον κορμό του δέντρου, έβαλαν ύστερα τα χέρια τους στη μέση και κουβεντιάζανε ζωηρά μεταξύ τους απολαμβάνοντας το έργο τους. Εμείς κρεμόμασταν από τρία κλωνάρια της σκαμνιάς και όπως κλαίγαμε και φωνάζαμε κουνώντας χέρια και πόδια εκλιπαρούσαμε να μας ξεκρεμάσουν. Φαίνεται όμως πως γι’ αυτούς αποτελούσαμε αναπάντεχο θέαμα, γι’ αυτό πότε μας απειλούσαν με τις αγριοφωνάρες τους και τις απότομες χειρονομίες τους και πότε ξεσπούσαν σε τρανταχτά γέλια, καθώς έβλεπαν τα γεμάτα δάκρυα μάτια μας να τους ικετεύουν.
     Δεν άργησε να το πάρει είδηση η γειτονιά. Πρώτα εμφανίστηκαν τρέχοντας και τρέμοντας οι μανάδες μας. Η θεία η Βενετσιάνα, η μάνα του Ρακιά, η θεία η Κασσάντρα, η μάνα του Τάκη, και η κερά Μαρία, η μάνα μου. Μαζί μαζεύτηκαν και οι γυναίκες της γειτονιάς, η Μανιακού με την κόρη της Κατίνα, η θείτσα Μήτρου με τον άντρα της τον μπαρμπα-Γιώργο τον καροτσέρη, η κυρά Πέτραινα, η κουμπάρα η Βαΐτσου, η κυρά Λενιώ η Σερέτη, η Κωστάντου και η Λουκία, οι αδερφές Κοντογρουνέισες. Έτρεχαν γύρω-γύρω κλαίγοντας με τα χέρια υψωμένα, τα άπλωναν ικετευτικά προς τους Γερμανούς παρακαλώντας, έκαναν πίσω, καθώς ξαφνικά έρχονταν απάνω τους εκείνοι απειλώντας, ξανάρχονταν μπροστά κλαίγοντας και παρακαλώντας, πότε όλες μαζί αγκαλιασμένες, πότε μια-μια γονατιστές ικετεύοντας.
     Εκείνη τη στιγμή εμφανίστηκε ο παππούς μου, ο μπαρμπα-Ζάχος. Με τα σμιχτά μεγάλα φρύδια και τα μουστάκια που κρέμονταν πάνω στο στόμα, με την αετίσια ματιά και το πλατύ χαμόγελο, με την ίσια κορμοστασιά, παρά τα χρόνια του, άρχοντας και πρώτος, σεβαστός σ’ όλη τη Ντούτσαγα κι ακόμα παραπέρα.
     Μέσα από τα δάκρυα σήκωσα το κεφάλι και τον είδα. Η καρδιά μου σκίρτησε κι η ελπίδα για τη σωτηρία μας αστραπιαία μπήκε μέσα μου. Τον είδα λίγο σαστισμένο, λίγο προβληματισμένο, καθώς με αργό αλλά σταθερό βήμα πέρασε μέσα από τις γυναίκες ολόισα προς τους Γερμανούς. Στάθηκε μπροστά στον Φριτς, ακούμπησε τα γόνατα του στο χώμα, έβγαλε την τραγιάσκα και χτύπησε με δύναμη τα στήθια του με τις γροθιές του.
    «Εμένα βαράτε», είπε με βροντερή φωνή, «αυτά είναι πίκουλα, ψυχούλες, μωρά, δεν τα λυπάστε;»
     Οι Γερμανοί σταμάτησαν απότομα τις φωνές και κοιταζόντουσαν αμήχανοι. Ο Φριτς όμως πήγε ως το πεζούλι, πήρε το όπλο του και ξαναγυρίζοντας απότομα, κρατώντας το από την κάννη το σήκωσε ψηλά και το κατέβασε με όλη του τη δύναμη σημαδεύοντας τα στήθια του παππού μου. Ένας κρότος κι ένα δυνατό τράνταγμα έκανε τις γυναίκες να χάσουν τη μιλιά τους προς στιγμήν.
     Ο παππούς μου έπεσε πίσω, καθώς ήταν γονατιστός, σωριάστηκε και το κορμί του απλώθηκε στο χώμα, καθώς αίματα άρχισαν να τρέχουν από το πρόσωπο και τα χέρια του. Και ξαφνικά, μέσα από την απόλυτη σιωπή, άρχισαν φωνές και αλαλαγμοί, κραυγές και κατάρες απ’ όλο μαζί το χορό των γυναικών, που βάζοντας τα δυνατά τους πλησίαζαν με αποκοτιά και τόλμη τους Γερμανούς. Ο Φριτς κι η παρέα του έκαναν πίσω ως το πεζούλι. Η μάνα μου κι οι θειάδες μου μάζεψαν τον παππού μας, ο οποίος μέσα στα αίματα μπόρεσε και στήθηκε όρθιος, καθώς τον ανακρατούσαν η κόρη του και οι νύφες του.
     Γύρισε κατά το μέρος των Γερμανών και μια αστραπή έφυγε από την κοφτερή ματιά του. Τους φώναξε:
     «Κακούργοι, φονιάδες, διαόλου ράτσα...»
     Οι γυναίκες τον τράβηξαν κατά το κατώι, για να τον περιποιηθούν. Εμείς μείναμε κρεμασμένοι... Ποτέ στη ζωή μου δεν μπόρεσα να υπολογίσω το χρόνο. Μία ώρα, δύο, τρεις; Οι γυναίκες της γειτονιάς και πολλοί περαστικοί που έμειναν άφωνοι στην άκρη, απόκαμαν και περίμεναν καρτερικά. Εμείς και οι τρεις ήμασταν μισοπεθαμένοι, χωρίς δυνάμεις πλέον, χωρίς φωνή, δίχως δάκρυα, ξεπνεμένοι. Περιμέναμε κρεμασμένοι, ακίνητοι, βουβοί...
     Κάποια ώρα οι Γερμανοί αποφάσισαν να βάλουν τέλος στο γλέντι. Ο Φριτς έδωσε τη λύση. Τον είδαμε να βγαίνει από την αποθήκη με μια τεράστια ψαλίδα, από αυτές που είχαν οι τσομπάνηδες για να κουρεύουν τα πρόβατα κι οι αγρότες για να περιποιούνται τη χαίτη και την ουρά των αλόγων. Ήρθε κοντά μας μ’ ένα σαρδόνιο χαμόγελο, κατευχαριστημένος για την τελευταία του εφεύρεση. Σήκωσε το ψαλίδι κρατώντας το και με τα δυο του χέρια κι άρχισε να κόβει την τριχιά. «Γκαπ…» τα σώματά μας ένα-ένα έπεφταν στο χώμα κι έσκαγαν. Παρ’ όλα αυτά, μπορέσαμε να σταθούμε όρθιοι, να περπατήσουμε μέχρι τις μανάδες μας και να χαθούμε στην αγκαλιά τους.
    Με ανέβασαν στο σπίτι και με ξάπλωσαν στο κρεβάτι. Στη μέση, στο τρυφερό κορμάκι, είχε σχηματιστεί γύρω-γύρω ένα βαθύ κατακόκκινο αυλάκι με αίμα, που με πονούσε.
     Στη γειτονιά μας, κοντά στο Γηροκομείο, έμενε η «Σκουμάντζου η μαντζανού». Όλοι την έλεγαν «γιάτρισσα», γιατί ήξερε να παρασκευάζει διάφορα «μαντζούνια» και, καθώς έλεγε η ίδια, θεράπευε πληγές, σταματούσε τους πυρετούς, έκοβε τις ανορεξίες και με τα βοτάνια της έπειθε τις γυναίκες ότι θα κάνουν «παιδιά», όχι κορίτσια.
     Ήρθε η Σκουμάντζου και ζήτησε από τη μάνα μου να βράσει πατάτες και κρεμμύδια. Έβαλε μέσα και λίγο λάδι ελιάς, το ανακάτεψε κι έκανε μια αλοιφή, «κατάπλασμα» την έλεγε. Την έβαλε στην πληγή ολόγυρα προσεκτικά-προσεκτικά, ενώ μου έλεγε πόσο γενναίος ήμουνα και πως αύριο θα είμαι καλά. Η μάνα μου έσκισε ένα άσπρο, καθαρό πουκάμισο του πατέρα μου και δέσανε γύρω-γύρω την πληγή. Πονούσα, φοβόμουνα, έσβηνα, καθώς συνέχεια μπροστά μου ερχότανε το κατακόκκινο πρόσωπο του Φριτς. Με τις γυναίκες να κουβεντιάζουν γύρω μου, με τα μάτια βουρκωμένα, δεν κατάλαβα πώς αποκοιμήθηκα.
     Στον ύπνο μου, όλη τη νύχτα, έβλεπα ψαλίδια.
ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΠΑΛΙΟΥΡΑΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου