Παρασκευή, 23 Ιανουαρίου 2015

ΜΑΞΙΜ ΓΚΟΡΚΙ “Η ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ ΤΟΥ ΝΤΑΝΚΟ"

Παραμύθι και Πραγματικότητα
 Μαξίμ Γκόρκι

 
Η φλογερή καρδιά του Ντανκό
  
     Ένα σύννεφο σηκωνόταν απ’ τη μεριά της θάλασσας  ̶  μαύρο, βαρύ, με βλοσυρά σχήματα, που ’μοιαζε κορυφογραμμή οροσειράς. Το σύννεφο σύρθηκε κατά τη στέπα. Λουρίδες συννεφάκια σιγά-σιγά αποκόπηκαν απ’ την κορυφή του, το προσπέρασαν γοργά, σβήνοντας τ’ αστέρια το ένα ύστερα από τ’ άλλο. Η θάλασσα βούιζε. Μακριά, στο βάθος της στέπας, ούρλιαζε κάποιο σκυλί. Η ατμόσφαιρα ήταν εκνευριστική, με τις παράξενες μυρωδιές της, που γαργαλούσαν την όσφρηση. Απ’ τα σύννεφα πέφτανε πάνω στη γης πυκνά κοπάδια οι ίσκιοι, σέρνονταν πάνω σ’ αυτή, σέρνονταν, εξαφανίζονταν και ξανάρχονταν… Στη θέση του φεγγαριού απόμεινε μονάχα ένας θαμπός λεκές στο χρώμα του οπαλιού, που κι αυτόν κάπου-κάπου τον σκέπαζε ολότελα κάποιο μαυρογάλαζο κουρελάκι σύννεφου. Και πέρα, στο βάθος της στέπας, που ήταν μαύρη και τρομερή, σάμπως κάτι να ’κρυβε μέσα της, άναβαν μικρά-μικρά γαλάζια φωτάκια. Πότε εδώ, πότε εκεί, τα φωτάκια αυτά φαίνονταν για μια στιγμή κι αμέσως έσβηναν, σάμπως να ’χαν σκορπιστεί πάνω στη στέπα κάμποσοι άνθρωποι μακριά ο ένας απ’ τον άλλο και να ’ψαχναν να βρουν κάτι, ανάβοντας σπίρτα, που ο αέρας τα ’σβηνε την ίδια στιγμή. Ήταν κάτι πολύ παράξενες γαλάζιες φλογογλωσσίτσες, που σαν να ’θελαν να πουν κάτι παραμυθένιο.
     ― «Γροικάς κείνες ’κει τις σπίθες;» με ρώτησε η γριά Ίζεργκιλ.
     ― «Κείνες ’κει τις γαλάζιες;» δείχνοντας κατά τη στέπα, είπα εγώ.
     ― «Γαλάζιες; Ναι, αυτές είναι… Που θα πει, πετάνε ωστόσο! Ας είναι… Μα ’γώ πια δεν τις γροικώ, δεν μπορώ πια να δω πολλά πράματα…»
     ― «Και τι είναι αυτές οι σπίθες;» ρώτησα τη γριά.
     Κάτι είχα ακούσει για την προέλευσή τους, όμως είχα περιέργεια να ιδώ πώς θα μου το διηγιότανε η γριά Ίζεργκιλ.
     ― «Οι σπίθες αυτές είναι απ’ την ξαναμμένη καρδιά του Ντανκό. Ήταν έναν καιρό στον κόσμο κάποια καρδιά, που μια φορά λαμπάδιασε… κι από την καρδιά κείνη είναι αυτές οι σπίθες. Θα σ’ το διηγηθώ πώς γίνηκε… Είναι κι αυτό ένα παλιό παραμύθι… Παλιό, όλα παλιά! Βλέπεις πόσα πράματα και θάματα γίνονταν τα παλιά χρόνια;… Μα τώρα πια τίποτα τέτοιο δεν ματαβρίσκεται  ̶  μήτε άνθρωποι, μήτε έργα τους, μήτε παραμύθια σαν τα παλιά… Γιατί τάχατες;… Δεν μου λες, γιατί; Μα πώς να μου το πεις το γιατί;… Σάμπως ξέρεις και τίποτα; Σάμπως ξέρετε και τίποτα όλοι σας σεις οι νιοι; Αχ, αχ… Όμως, αν καλοκοιτάζατε προσεχτικά πίσω σας, στα παλιά χρόνια, θα βρίσκατε ’κει πέρα κάθε εξήγηση. Μα σεις δεν ρίχνετε μήτε μια ματιά ’κει πέρα και για τούτο δε νιώθετε πώς να ζήσετε… Μη δα θαρρείς πως δεν τη βλέπω τη ζωή τη σημερινή; Ωχ, όλα τα βλέπω, κι ας είναι αδύναμα πια απ’ τα γεράματα τα μάτια μου! Βλέπω πως οι άνθρωποι δεν ζούνε. Δεν κάνουν άλλο, παρά συμβιβασμούς με την ύπαρξή τους, χάνοντας έτσι όλες τους τις δυνάμεις. Και σαν κατασπαταλήσουν έτσι δα τον εαυτό τους και περάσει ο καιρός, τότε αρχινάνε να παραπονιούνται για την κακή τους τύχη. Και τι σχέση μπορεί να ’χει η τύχη; Ο κάθε άνθρωπος φτιάχνει μονάχος του την τύχη του. Λογής-λογής ανθρώπους βλέπω σήμερα, μα, να, δυνατούς δε βλέπω! Πού να ’ναι τάχα κρυμμένοι οι δυνατοί;… Κι οι καλοί άνθρωποι όσο πάνε λιγοστεύουν κι αυτοί…»
     Η γριά απόμεινε σκεφτική. Απορούσε, φαίνεται, πού να κρυβόντουσαν οι δυνατοί κι οι όμορφοι άνθρωποι της ζωής και στύλωσε τα μάτια της κατά τη σκοτεινή στέπα παρατηρώντας την επίμονα, σάμπως απ’ αυτήν περίμενε την απάντηση.
     Περίμενα το παραμύθι της και σώπαινα, γιατί φοβόμουν να της κάνω ερωτήσεις που μπορεί να την παράσερναν σ’ άλλα θέματα.
     Και κάποια στιγμή άρχισε να μιλάει.

*****

     «Τα πολύ παλιά χρόνια, ο τόπος που κατοικούσαν κάποιοι άνθρωποι ήταν από τρεις μεριές περιφραγμένος με δάση αδιαπέραστα κι απ’ την τέταρτη ξανοιγόταν μια στέπα. Οι άνθρωποι κείνοι ήτανε χαρούμενοι, δυνατοί και θαρρετοί. Μα κάποτε μια μεγάλη συμφορά τους βρήκε. Φυλές άγριες φτάσανε από άλλους τόπους και τους παλιούς κάτοικους κεινούς τους κυνήγησαν και τους στρίμωξαν στα κατάβαθα του δάσους. ’Κει πέρα ήταν βάλτοι και σκοτάδι, γιατί το δάσος ήτανε παλιό, και τα κλαριά των δέντρων τόσο πυκνά είχανε μπλέξει, που κρύβανε τον ουρανό, κι οι ηλιαχτίδες με κόπο κατάφερναν ν’ ανοίξουν κάποιο πέρασμα ανάμεσα από τις πυκνές φυλλωσιές ίσαμε τους βάλτους. Όμως, σαν πέφτανε οι ηλιαχτίδες πάνω στα βαλτόνερα, αναδινόταν μια τόσο τρομερή βρώμα, που απ’ αυτήν οι άνθρωποι πεθαίνανε αράδα.
     »Τότες οι γυναίκες και τα παιδιά της φυλής κείνης αρχίσανε να κλαίνε κι οι πατεράδες κυριευτήκανε από πίκρα ανείπωτη. Έπρεπε να φύγουνε από κείνο το δάσος. Και για τούτο δυο ήταν οι δρόμοι: Ο ένας πίσω, στα παλιά τους λημέρια, που ’κει πέρα τώρα βρίσκονταν εχθροί δυνατοί και κακοί, κι ο άλλος μπροστά, που ’κει πέρα ορθώνονταν δέντρα γιγάντια, σφιχταγκαλιασμένα πυκνά-πυκνά, με τα δυνατά κλαριά τους και με τις χοντρές τους ρίζες χωμένες βαθιά μέσα στις λάσπες του βάλτου.
     »Κείνα τα πέτρινα δέντρα στέκονταν βουβά κι ακίνητα τη μέρα, μέσα στο γκρίζο σύθαμπο, κι έμοιαζαν σαν να περισφίγγανε πιο πολύ τους ανθρώπους τα βράδια, σαν άναβαν τις φωτιές. Και παντοτινά, ολημερίς κι ολονυχτίς, τριγύρω στους ανθρώπους κεινούς ήταν ένας κρίκος από πυκνό σκοτάδι, που τους έζωνε λες κι ήθελε να τους πνίξει, κι αυτοί ήτανε μαθημένοι στης στέπας την απλοχωριά. Κι ακόμα πιο τρομαχτικά ήτανε σαν φύσαγε αγέρας πάνω στις δεντροκορφές και το δάσος ολάκερο βούιζε πνιχτά, λες και φοβέριζε και τραγούδαγε επικήδειο τραγούδι για κείνους τους ανθρώπους.
     »Οι άνθρωποι ωστόσο κείνοι ήτανε αρκετά δυνατοί και θα μπορούσανε να πάνε να πολεμήσουν μέχρι θάνατο με τους άλλους, που μια φορά τους είχανε νικήσει, όμως δεν είχανε το δικαίωμα να σκοτωθούνε στις μάχες, γιατί τηρούσανε κάποιες ιερές διαθήκες, κι άμα χάνονταν αυτοί, μαζί τους θα χάνονταν απ’ τη ζωή κι οι ιερές διαθήκες. Και για τούτον το λόγο, κάθονταν και σκέφτονταν τις ατέλειωτες νύχτες κάτω από το πνιχτό βουητό του δάσους, μέσα στη φαρμακερή βρώμα του βάλτου. Κάθονταν όλοι τους έτσι δα κι οι ίσκιοι από τις φωτιές πηδοκοπούσαν σ’ ένα βουβό χορό και τους φαινόταν πως δεν χόρευαν οι ίσκιοι, μα πως τα κακά πνεύματα του δάσους και του βάλτου πανηγυρίζανε…
     »Οι άνθρωποι όλο κάθονταν και σκέφτονταν σιωπώντας. Όμως τίποτα, μήτε η δουλειά, μήτε οι κόποι, δεν αποκάνουν έτσι το κορμί και την ψυχή των αντρώνε, όπως το αποκάνουν οι σκέψεις, οι σκέψεις οι θλιβερές. Κι αποκάνανε και τούτοι οι δύστυχοι απ’ την πολλή τη σκέψη… Τους κυρίεψε τρομάρα τέτοια, που έκανε τα δυνατά τους χέρια να κρέμουνται ανήμπορα. Οι γυναίκες αύξησαν την τρομάρα, μοιρολογώντας κείνους που πέθαναν απ’ τη βρώμα του δάσους και τρέμοντας για το τι θ’ απογίνουν οι ζωντανοί, έτσι που καταντήσανε από την τρομάρα που τους είχε κυριέψει. Και οι κουβέντες δειλιασμένες αρχινήσανε ν’ ακούγονται μέσα στο δάσος, πολύ σιγανές και δισταχτικές στην αρχή κι ολοένα πιο δυναμωμένες αργότερα… Τώρα πια θέλανε να πάνε ολόισια στον εχτρό, να του προσφέρουν την ανεξαρτησία τους και πια κανένας από κείνους που τρέμανε το θάνατο δε φοβόταν τη ζωή του σκλάβου…
     Μα πάνω σ’ αυτό, φάνηκε ο Ντανκό, και τους έσωσε όλους, αυτός, ο ένας.»
     Φαίνεται πως η γριά διηγιόταν συχνά αυτό το παραμύθι για τη φλογοβόλα καρδιά του Ντανκό. Μιλούσε τραγουδιστά κι η φωνή της τριζάτη και πνιχτή ζωγράφιζε ξεκάθαρα μπρος μου το βουητό του δάσους, που ανάμεσά του πέθαιναν απ’ τις δηλητηριώδικες αναθυμιάσεις του βάλτου κείνοι οι κακόμοιροι, οι καταδιωγμένοι άνθρωποι…
     «Ο Ντανκό ήταν ένας από δαύτους, νιος κι όμορφος. Οι όμορφοι είναι πάντοτες και τολμηροί. Και τότες, έτσι μίλησε στους συντρόφους του:
     » Με τη σκέψη μονάχα δε μετακινιέται η πέτρα. Κι όποιος δεν κάνει τίποτα, ένα τίποτα απομένει κι ο ίδιος. Τι ξοδιάζουμε τις δυνάμεις μας στη σκέψη και στην πίκρα; Σηκωθείτε, ελάτε να τραβήξουμε μέσ’ απ’ το δάσος και να το διαβούμε. Θα ’χει, βέβαια, κάπου το τέλος του κι αυτό. Όλα στον κόσμο έχουν τέλος! Ελάτε! Πάμε! Μπρος!...
     »Τον κοιτάξανε οι άλλοι κι είδανε πως ήτανε ο πιο καλύτερος απ’ όλους, γιατί στα μάτια του φεγγοβολούσε πολλή δύναμη και πολύ ζωντανή φλόγα.
     » Οδήγησέ μας! του αποκριθήκανε.
     »Τότε ο Ντανκό στάθηκε οδηγός τους και ξεκίνησε…»
     Η γριά σώπασε και κοίταξε κατά τη στέπα, που ’κει πέρα ολοένα πύκνωνε το σκοτάδι. Οι σπίθες από τη φλόγα της καρδιάς του Ντανκό άναβαν κάπου μακριά και φάνταζαν ίδια γαλάζια, ανάλαφρα, αέρινα λουλουδάκια, που άνθιζαν μονάχα μια στιγμή.
     «Κι ο Ντανκό τους οδήγησε. Όλοι, με μια καρδιά, τον ακολούθησαν, γιατί πίστευαν σ’ αυτόν. Δύσκολος ήτανε κείνος ο δρόμος! Σκοτάδι παντού. Και στο κάθε βήμα ο βάλτος άνοιγε το αχόρταγο σαπισμένο στόμα, καταπίνοντας τους ανθρώπους. Και τα δέντρα φράζανε το δρόμο, σαν τείχη δυνατά. Τα κλαριά τους ήτανε σφιχτομπλεγμένα. Οι ρίζες τους, ίδια φίδια, ήταν απλωμένες παντού και το κάθε βήμα στοίχιζε πολύν ιδρώτα και αίμα στους ανθρώπους. Προχωρούσανε ώρες πολλές… Το δάσος γινότανε ολοένα και πιο πυκνό, κι ολοένα λιγόστευαν του κόσμου οι δυνάμεις! Και τότε αρχινήσανε να γκρινιάζουν και να τα βάζουν με τον Ντανκό, κατηγορώντας τον πως αυτός, ένας νιος και δίχως πείρα, καταπιάστηκε να τους οδηγήσει κάπου που μήτε ο ίδιος ήξερε καλά-καλά. Μα κείνος προχώραγε μπροστά, πάντα ζωηρός και ξέγνοιαστος.
     »Μα κάποια φορά ξέσπασε μπόρα δυνατή στο δάσος κείνο. Τα δέντρα μουρμουρίζανε πνιχτά, απειλητικά. Και τόση σκοτεινιά απλώθηκε στο δάσος μέσα, λες και μαζώχτηκαν ’κει πέρα μονομιάς όλες οι νύχτες, όσες ήτανε στον κόσμο από γεννησιμιού του. Περπατάγανε οι μικροί άνθρωποι ανάμεσα απ’ τα γιγάντια κείνα δέντρα και τα τρομαχτικά αστραπόβροντα. Περπατάγανε. Και τα γιγάντια δέντρα, καθώς κουνιόντανε, τριζομαχούσαν και βούιζαν θυμωμένα τραγούδια. Κι οι αστραπές, πετώντας πάνω από τις δεντροκορφές του δάσους, το φωτίζανε για μια στιγμή με κάποιο γαλάζιο, κρύο φως και χάνονταν με την ίδια γρηγοράδα που ’ρχονταν, κατατρομάζοντας τον κόσμο. Και τα δέντρα, σαν φωτίζονταν με το κρύο φως της αστραπής, έμοιαζαν σαν να ’ταν ζωντανά, που άπλωναν γύρω από τους ανθρώπους, που λαχταρούσαν να ξεφύγουν απ’ την αιχμαλωσία του σκοταδιού, τα ροζιασμένα μακριά χέρια τους και τα ’μπλεκαν σε πυκνό δίχτυ, προσπαθώντας να σταματήσουν τη φυγή. Μα μέσ’ απ’ τη σκοτεινιά των πυκνών κλαριών κοίταζε αυτούς που διάβαιναν κάτι τρομαχτικό, σκοτεινό και ψυχρό. Ήτανε ένας πολύ δύσκολος δρόμος αυτός, κι οι άνθρωποι, αποσταμένοι από δαύτον, λιποψύχησαν. Μα ντρεπόντανε να ομολογήσουν την αδυναμία τους και για τούτο, τυφλωμένοι από κακία και θυμό, τα ’βαζαν με τον Ντανκό, τον άνθρωπο που προσφέρθηκε να γίνει οδηγός τους. Και τον κατηγορούσανε πως δεν ήταν ικανός για τη δουλειά που καταπιάστηκε. Έτσι που λες!
     »Σταματήσανε, το λοιπόν, και κάτω απ’ το θριαμβευτικό βουητό του δάσους, μέσα σε κείνο το τρεμουλιαστό μαύρο σκοτάδι, αποσταμένοι κι όλο κακία, αρχινήσανε να βρίζουνε τον Ντανκό.
     » Συ, του λέγανε, είσαι ένας τιποτένιος και βλαβερός άνθρωπος για μας! Μας κουβάλησες ίσαμε ’δω και μας κατακούρασες και για τούτο πρέπει να λείψεις!
     » Σεις οι ίδιοι είπατε: «Οδήγησέ μας!» κι εγώ στάθηκα οδηγός σας! φώναξε ο Ντανκό, κοιτάζοντάς τους κατάματα και με το στήθος τεντωμένο. Νιώθω πως έχω μέσα μου τη δύναμη να σας οδηγήσω και για τούτο δέχτηκα! Μα σεις; Τι κάνατε σεις όλοι σας, για να βοηθήσετε τον εαυτό σας; Βαδίζατε μονάχα και δεν είχατε τη γνώση να διατηρήσετε τις δυνάμεις σας για δρόμο πιο μακρινό! Σεις μονάχα βαδίζατε, ίδιο κοπάδι πρόβατα!
     »Μα τα λόγια τούτα τους αγριέψανε ακόμα πιο πολύ.
     » Θα πεθάνεις! Θα πεθάνεις! μουγκρίζανε όλοι.
     »Και το δάσος ολοένα βούιζε και βούιζε μαζί με τα ξεφωνητά του κόσμου κι οι αστραπές ξεσκίζανε και κατακουρελιάζανε τη μαύρη σκοτεινιά. Ο Ντανκό κοίταζε κεινούς, που για χατίρι τους ανέλαβε τον αγώνα, κι έβλεπε πως στέκονταν μπροστά του ίδια θεριά. Πλήθος πολύ τον κύκλωνε, μα δεν υπήρχε ευγένεια σε κανενός τη μορφή και δεν μπορούσε να ελπίσει έλεος από δαύτους. Τότε και στη δική του ψυχή ανάβρασε η αγανάχτηση, όμως από συμπόνια για τους άλλους έσβησε παρευθύς. Αγαπούσε τους ανθρώπους και σκέφτηκε πως μπορούσαν να χαθούνε δίχως αυτόν. Και κείνη τη στιγμή στην καρδιά του λαμπάδισε η φλόγα του πόθου να τους σώσει, να τους βγάλει στον καλό δρόμο και τότες στα μάτια του άστραψαν οι αχτίδες κείνης της πανίσχυρης φλόγας… Μα οι άλλοι, βλέποντας την τέτοια αλλαγή στη μορφή του, θαρρέψαν πως ο Ντανκό αγρίεψε και θύμωσε, για τούτο άστραψαν τόσο τα μάτια του, και σταθήκανε προσεκτικοί, ίδιοι λύκοι, προσμένοντας πως θα ριχνόταν να χτυπηθεί μαζί τους και τον κύκλωναν ολοένα πιο σφιχτά και πιο απόκοντα, για να ’χουν πιότερη ευκολία να τον αδράξουν και να τον ξεκάνουν. Και κείνος ένιωσε κιόλας την τέτοια σκέψη τους και για τούτο η καρδιά του άναψε ακόμα πιο πολύ, γιατί η σκέψη τους αυτή του ’φερε πίκρα μεγάλη.
     »Και το δάσος εξακολουθούσε το σκοτεινό του τραγούδι και τ’ αστραπόβροντα χαλούσαν κόσμο κι η βροχή έπεφτε με το τουλούμι, που λένε…
     » «Αν δεν καώ εγώ αν δεν καείς εσύ πώς θα γενούνε τα σκοτάδια φως; Τι να κάνω εγώ για τους ανθρώπους;», φώναξε κι απ’ τη βροντή πιο δυνατά ο Ντανκό.
     »Και ολομεμιάς ξέσχισε με τα δυο του χέρια τα στήθη, ξερίζωσε μέσαθέ τους την καρδιά του και την κράτησε ψηλά, πάνω από το κεφάλι του.
     »Κι η καρδιά του Ντανκό λαμποκοπούσε σαν ήλιος, και πιο πολύ απ’ τον ήλιο, και το δάσος ολάκερο σώπασε εκστατικό, καθώς φωτιζόταν από κείνη τη λαμπάδα της απέραντης αγάπης για τους ανθρώπους. Κι η σκοτεινιά σκορπίστηκε από το φως της το δυνατό και τρεμάμενη χάθηκε βαθιά στο δάσος και ρίχτηκε στο σαπισμένο στόμα του βάλτου. Κι οι άνθρωποι κατάπληχτοι, απόμειναν ακίνητοι, σαν να ’τανε από πέτρα.
    » Πάμε! ξεφώνισε ο Ντανκό κι όρμησε μπροστά, στη θέση του, κρατώντας ψηλά την αναμμένη καρδιά του, φωτίζοντας με τη φλόγα της το δρόμο.
     »Όλοι ρίχτηκαν πίσω του, σαν μαγεμένοι. Τότες το δάσος ξανάρχισε να βουίζει, κινώντας με κατάπληξη τις δεντροκορφές του, μα το βουητό του το ’πνιξε το ποδοβολητό των ανθρώπων που ’τρεχαν. Όλοι τρέχανε γοργά και θαρρετά, παρασυρμένοι από το θαυμαστό θέαμα της φλογισμένης καρδιάς. Και τώρα πολλοί χάνονταν, μα χάνονταν δίχως παράπονα και κλάψες. Κι ο Ντανκό ήταν πάντα μπροστά, κι η καρδιά του ολοένα έβγανε φλόγες!
     »Και ξαφνικά το δάσος πισωπάτησε μπροστά του, πισωπάτησε κι απόμεινε στο βάθος, πυκνό και βουβό, ενώ ο Ντανκό κι όλοι οι άνθρωποι που ’μείναν μαζί του βουτήχτηκαν σε μια θάλασσα ηλιόφωτου και καθαρού αγέρα, που ’χε ξεπλυθεί με τη βροχή. Η μπόρα βρισκότανε πέρα, πίσω τους, πάνω απ’ το δάσος, μα εδώ πέρα άστραφτε ο ήλιος, ανάσαινε η στέπα, λαμποκοπούσανε τα χορταράκια διαμαντοστολισμένα απ’ τη βροχή κι ο ποταμός έλαμπε χρυσαφένιος… Ήταν βράδυ κι απ’ το ηλιοβασίλεμα τα νερά του ποταμού φαίνονταν κόκκινα, σαν το αίμα που ’τρεχε σε καυτερό κύμα απ’ τα ξεσκισμένα στήθια του Ντανκό.
     »Κι ο περήφανος λεβεντονιός έριξε μια ματιά πέρα, μπροστά του, στην απεραντοσύνη της στέπας, έριξε μια χαρούμενη ματιά στη λεύτερη γης και γέλασε ευχαριστημένα. Κι ύστερα έπεσε και πέθανε.         
     »Κι οι άνθρωποι, χαρούμενοι και πλημμυρισμένοι από μια καινούργια ελπίδα, δεν παρατηρήσανε πως ο Ντανκό πέθανε μηδέ είδανε πως εξακολουθούσε ακόμα δίπλα στο νεκρό Ντανκό να ανάβει η τολμηρή καρδιά του. Μονάχα κάποιος προφυλαχτικός άνθρωπος το παρατήρησε. Και, σαν να φοβήθηκε κάτι, πάτησε με το πόδι του την περήφανη καρδιά… Και τότες η καρδιά σκορπίστηκε σε σπίθες κι έσβησε…
     »Να πούθε βαστάνε αυτές οι γαλάζιες σπίθες, που φαίνονται πριν από τη μπόρα».

*****

     Τώρα που η γριά τέλειωσε τ’ όμορφό της παραμύθι, στη στέπα απλώθηκε μια τέτοια σιγαλιά, λες κι είχε απομείνει κι αυτή κατάπληχτη μπροστά στη δύναμη του τολμηρού Ντανκό, που έκαψε την καρδιά του για τους ανθρώπους και πέθανε δίχως να γυρέψει απ’ αυτούς καμιά ανταμοιβή για τον εαυτό του.
     Η γριά αποκοιμήθηκε. Την κοίταζα και σκεφτόμουν: «Πόσα τάχα ακόμα παραμύθια κι αναμνήσεις να διατηρήθηκαν στη μνήμη της;» Και σκεπτόμουν τη μεγάλη φλογοβόλα καρδιά του Ντανκό και τη φαντασία των ανθρώπων που δημιούργησε τόσες όμορφες και δυνατές σε νόημα παραδόσεις.
     Φύσηξε αεράκι κι η πνοή του άφησε να φανεί, κάτω απ’ τα κουρέλια που το σκέπαζαν, το στεγνωμένο στήθος της γριάς Ίζεργκιλ, που αποκοιμόταν ολοένα πιο βαθιά. Σκέπασα προσεκτικά το γέρικο κορμί της και ξάπλωσα κι εγώ καταγής, κοντά της.
     Στη στέπα ήταν ήσυχα και σκοτεινά. Πάνω στον ουρανό εξακολουθούσαν να αργοδιαβαίνουν τα σύννεφα πληχτικά… Η θάλασσα βούιζε πνιχτά και θλιμμένα…        
          
(Από το βιβλίο του Μαξίμ Γκόρκι «Βλέποντας και γράφοντας», ενότητα «Τα παραμύθια της γριάς Ίζεργκιλ», μεταφρασμένο από την Κορ. Μακρή και δημοσιευμένο στο σχολικό βιβλίο «Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Γ΄Γυμνασίου», Ο.Ε.Δ.Β., Αθήνα 2001, σελ. 380-386. Το παραμύθι περιλαμβάνεται και στη συλλογή διηγημάτων, με τίτλο «Ο παππούς Αρχίπ κι ο Λιόνκα» στη ρωσική έκδοση [Εκδόσεις "Ντέτσκαγια Λιτερατούρα", Μόσχα 1972] και στην ελληνική έχει τίτλο «Η φλογερή καρδιά του Ντάνκο», μτφρ. από τη Μίλια Ροζίδη, Εκδόσεις "Σύγχρονη Εποχή", Αθήνα 2010, σελ. 7-13. Επίσης, θα το βρείτε στις σελ. 131-142 του βιβλίου «Μια νύχτα στη στέπα», ενότητα «Η γριά Ιζεργκουίλ», μτφρ. από το Χ. Μαρκέτη, Εκδόσεις "Ηριδανός".)
      


      
Παραμύθι και Πραγματικότητα

     Διαλέξαμε αυτό το συμβολικό παραμύθι του Γκόρκι από την ενότητα «Τα παραμύθια της γριάς Ίζεργκιλ» του βιβλίου «Βλέποντας και γράφοντας», γιατί επιδέχεται πολλές αναγνώσεις και δημιουργεί συνειρμούς, που δυνατόν να μας βοηθήσουν να κατανοήσουμε και τη δική μας δύσκολη θέση.
     Ας ξαναδιαβάσουμε μαζί το παραμύθι που αφηγείται η γριά Ίζεργκιλ κι ας βάλουμε τον εαυτό μας και τη χώρα μας στη θέση των ηρώων του.
     Ποιοι είναι οι ήρωές του; Ένας λαός σε κρίση, όπως οι Έλληνες σήμερα. Πριν από την κρίση ήταν χαρούμενοι, δυνατοί και θαρρετοί. 
     Ο τόπος τους από τις τρεις μεριές ήταν περιφραγμένος με αδιαπέραστα δάση κι από την τέταρτη ξανοιγόταν μια στέπα, πλατιά σαν το Αιγαίο πέλαγος. Από εκεί θα έλθουν κάποια μέρα οι άγριες φυλές, που θα τους εκτοπίσουν και θα τους στριμώξουν στα κατάβαθα του δάσους, όπου πυκνό σκοτάδι, γιγάντια κλαδιά δέντρων και βρωμεροί βάλτοι σκορπούν θάνατο, θρήνο, ανείπωτη πίκρα, θλιβερές σκέψεις, απόγνωση, τρόμο, απελπισία, αδιέξοδο… Είναι ένας λαός κατατρεγμένος, διωγμένος από τον ίδιο του τον τόπο, που όμως δεν τον υπερασπίστηκε, από το φόβο μη σκοτωθεί και χαθούν οι ιερές διαθήκες που τηρούσε. Αυτό, κατά τη γνώμη μας, είναι το πιο δυσνόητο στοιχείο του παραμυθιού. Γιατί τι είναι πιο ιερό από την Πατρίδα; Και ποια τύχη σε περιμένει, σαν πάρεις άπατρις το δρόμο της προσφυγιάς;
     Ένα φοβερό δίλημμα τους βασανίζει: μπρος αδιαπέραστο σκοτεινό δάσος, πίσω εχθροί δυνατοί και κακοί. Δυο οι δρόμοι: μπροστά το τρομερό και επικίνδυνο Άγνωστο, πίσω οι άγριες  φυλές κι ο φόβος ταπεινωτικής σκλαβιάς. Τρίτη επιλογή να μην κάνουν τίποτα, να παραμείνουν στο δάσος, μέχρι να βουλιάξουν όλοι στους βρωμερούς βάλτους. Παγιδευμένοι στο αδιέξοδο, γίνονται ηττοπαθείς και μοιρολάτρες.
     «Όρτσα να πάγω, πνίγομαι. Γεμάτα, δεν γλιτώνω. Πάω να το ρίξω στη στεριά, πάλι το μετανιώνω», λέει μια παροιμία μας, εκφράζοντας το τριπλό αδιέξοδο του καραβοκύρη που το καράβι του χτυπιέται από θανατερή φουρτούνα. Πανικός που οδηγεί στο χαμό ή σωτηρία; Με ποιο τρόπο; Βασανιστικά ερωτήματα, που γίνονται πιο επώδυνα, όταν πίσω υπάρχει ένα ηρωικό παρελθόν, ιερές διαθήκες που είχαν ορκιστεί να τηρούν και θα χάνονταν, αν σκοτώνονταν στη μάχη. Η επιβίωση πρωταρχική ανάγκη, για να υπάρξει συνέχεια και να διατηρηθούν τα όσια και ιερά του λαού. Αγωνιώδεις σκέψεις, που μπορεί να οδηγήσουν και τον πιο δυνατό άνθρωπο, τον πιο ηρωικό λαό, σε απελπισία και ταπεινωτική παράδοση. Ζωντανός, αλλά ντροπιασμένος και ηθικά ημιθανής. «Όταν κάνεις συμβιβασμούς με την ύπαρξή σου, χάνεις τις δυνάμεις και τη  ζωή σου», μας λέει η γριά Ίζεργκιλ, που εκπροσωπεί την παράδοση και την πείρα του παλιού ανθρώπου. «Και τον τόπο σου» προσθέτουμε εμείς, που κάνουμε καθημερινά άπειρους συμβιβασμούς σαν Νεοέλληνες, προκειμένου να μην εμπλακούμε σε πόλεμο.
     Ωστόσο, αξίζει να κατασπαταλήσουμε τον εαυτό μας, για να εξασφαλίσουμε  το ξεροκόμματο που θα μας κρατήσει ζωντανούς; Αξίζει η ζωή χωρίς αξιοπρέπεια, μακριά από τον τόπο μας; Κι αν όχι, έχουμε τη δύναμη να γίνουμε σαν το Ντανκό, να ξεσχίσουμε τις σάρκες μας, να ξεριζώσουμε την καρδιά μας, να φωτίσουμε τα σκοτάδια και να βρούμε δρόμο σωτηρίας;
     Ποιος είναι ο Ντανκό; Ένας νιος κι όμορφος και τολμηρός, "ένας από δαύτους", που βγαίνει μπροστά και τους παρακινεί ν’ αφήσουν τις πικρές σκέψεις και να αναζητήσουν σωτηρία σε νέο τόπο. Είναι ένα παλικάρι που αυτόβουλα αναλαμβάνει ηγετικό καθοδηγητικό ρόλο, σαν βλέπει τους συνανθρώπους του να βασανίζονται έχοντας χάσει την αγωνιστικότητά τους. Η λύση που τους προτείνει είναι ξεκάθαρη: να προχωρήσουν μπροστά και να προσπαθήσουν να περάσουν το δάσος. «Με τη σκέψη μονάχα δε μετακινιέται η πέτρα. Κι όποιος δεν κάνει τίποτα, ένα τίποτα απομένει κι ο ίδιος», τους λέει με πάθος. Κι έχει δίκιο. Μόνο που θα έπρεπε να τους τονίσει πως η πορεία θα ήταν μακρά και κοπιαστική. Γι’ αυτό, όταν ξεσπά μια δυνατή μπόρα, λιγοψυχούν και σαν θεριά στρέφονται απειλητικοί προς τον οδηγό τους. Γίνονται όχλος, που αναζητά ένα θύμα να του φορτώσει την ευθύνη και να σκεπάσει τη δική του αδυναμία. 
      Τότε θυμός κι αγανάχτηση θα πλημμυρίσουν την καρδιά του Ντανκό, αλλά και συμπόνια κι απέραντη ανθρωπιά. Και βρίσκει λύση στο δράμα: ξεσχίζει το στήθος του, ξεριζώνει τη φλογερή του καρδιά και την κρατά ψηλά, να φωτίζει το δρόμο των συντρόφων του, που, μαγεμένοι από το θαύμα, βαδίζουν με θάρρος στο δύσκολο δρόμο. Κι όταν, επιτέλους, βγαίνουν στο ξέφωτο και στον καθαρό αγέρα, μεθυσμένοι από χαρά, δεν παρατηρούν το σωτήρα τους που θα πέσει νεκρός. Η αχαριστία είναι χαρακτηριστικό συμπεριφοράς απαίδευτων ανθρώπων…
     Μοναχά η φλογερή καρδιά ανάβει ακόμα δίπλα στον περήφανο νέο, αλλά κάποιος σαν από φόβο θα την πατήσει με το πόδι του και θα τη σβήσει. Μένουν όμως οι γαλάζιες σπίθες από την τολμηρή καρδιά του Ντανκό, να αναβοσβήνουν μέσα στην νύχτα πριν απ’ την μπόρα και να θυμίζουν πως τίποτα μεγάλο κι αληθινό δεν χάνεται ποτέ. 
     Ο Ντανκό δεν ήταν αθάνατος τιτάνας σαν τον Προμηθέα, που έσωσε το ανθρώπινο γένος κλέβοντας από το Δία τη φωτιά. Ήταν "ένας από δαύτους", ένας θαρραλέος φλογερός και ανιδιοτελής νέος, γι' αυτό κι η αυτοθυσία του έχει μεγαλύτερη αξία.    

     Σήμερα, περισσότερο από κάθε άλλη φορά, εμείς οι Έλληνες μπορούμε να κατανοήσουμε τα συναισθήματα και τη συμπεριφορά των ηρώων του παραμυθιού, γιατί είμαστε λαός σε κρίση, που πάσχει και πασχίζει να βρει λύτρωση από τα οικονομικά και ηθικά αδιέξοδα. Είμαστε γεμάτοι αγανάκτηση και θυμό, που εκδηλώνεται με κατηγόριες προς όλους και όλα. Μας δέρνει μια μπόρα που δεν λέει να τελειώσει κι αγωνιούμε, από φόβο μην οδηγηθούμε σε συμφορά. Νιώθουμε παγιδευμένοι και πικραμένοι και ταπεινωμένοι. Αυτό είναι το χειρότερο για ένα λαό, να χάσει το κουράγιο και την αγωνιστικότητά του.         
     Τι πρέπει να κάνουμε, για να βγούμε επιτέλους από το αδιαπέραστο απειλητικό δάσος με το πυκνό σκοτάδι, που σαν κρίκος μας ζώνει και θέλει να μας πνίξει μέσα σε δύσοσμα βαλτόνερα; Μπορούμε να ελπίζουμε και να αισιοδοξούμε; Μπορούμε να βρούμε απάντηση στα αγωνιώδη διλήμματά μας, αν καλοκοιτάξουμε προσεκτικά όσα είπαν και έκαναν σε δύσκολες μέρες οι άνθρωποι τα παλιά χρόνια;
     Είναι χαρακτηριστικά όσα γράφει ο Μαξίμ Γκόρκι  Γκόρκι στα ρωσικά σημαίνει «πικρός» στον επίλογο του δεύτερου αυτοβιογραφικού του μυθιστορήματος «Η εφηβεία» (μτφ. Ν. Κυτόπουλου, εκδ. Ζαχαρόπουλος, Αθήνα 1989, σελ. 412):
 
     «Ανέβηκα στην πόλη, βγήκα στον κάμπο… Όλα γύρω μου μισοκοιμούνται, όλα είναι βουβά, όλα κινούνται, θαρρείς, ανόρεχτα, από μεγάλη ανάγκη κι όχι από τη φλογερή αγάπη για την κίνηση, τη ζωή.
     Και μου ’ρχεται να δώσω μια δυνατή κλωτσιά σ’ όλη τη γη και σε μένα τον ίδιο, ώστε όλα κι εγώ μαζί να σβουρίξουν από έναν χαρούμενο ανεμοστρόβιλο, από τον γιορτινό χορό των ανθρώπων, που ερωτεύονται ο ένας τον άλλο, αυτή τη ζωή, που άρχισε για το χατήρι μιας άλλης ζωής, μιας ζωής ωραίας, ζωηρής, τίμιας…
     Έλεγα:
     “Χρειάζεται κάτι να κάμω με τον εαυτό μου, αλλιώτικα θα χαθώ…”
     Τις συννεφιασμένες φθινοπωρινές μέρες, όταν όχι μόνο δε βλέπεις, μα και δε νιώθεις τον ήλιο, τον ξεχνάς τις φθινοπωρινές αυτές μέρες, πολλές φορές, έλαχε να περιπλανηθώ στο δάσος. Βγαίνεις από το δρόμο, χάνεις όλα τα μονοπάτια, κι όταν πια κουράζεσαι να ψάχνεις, σφίγγεις τα δόντια σου και τραβάς ίσα μέσα στο πυκνό, μέσα από τα σάπια ξερόκλαδα, πάνω από τους γλιστερούς σβώλους του βάλτου και, στο τέλος, βγαίνεις, από παντού, στο δρόμο! Έτσι ακριβώς αποφάσισα να κάνω…».


     Ένα απόσπασμα από το «Πνευματικό Εμβατήριο» του Άγγελου Σικελιανού (1884–1951) μας μεταφέρει στο 1945, σε χρόνια που ο ελληνικός λαός μόλις είχε επιβιώσει από τη γερμανοφασιστική θύελλα. Τότε η ποίηση ήταν λειτουργία κι οι Έλληνες ποιητές ήταν πνευματικοί οδηγοί του λαού και τα ποιήματά τους γεμάτα  αγάπη για την Ελλάδα.
     Διαβάστε τους στίχους του, για να καταλάβετε πώς γεννιέται από την ψυχή σαν νέος Προμηθέας ένας Ντανκό, που θα φωτίσει τον κόσμο με τη φλογερή του καρδιά και θα πεθάνει για το συνάνθρωπο και την πατρίδα.    

Σαν έριξα και το στερνό δαυλί στο φωτογώνι,
(δαυλί της ζωής μου της κλεισμένης μέσ’ το χρόνο)
στο φωτογώνι της καινούργιας λευτεριάς σου, Ελλάδα,
μου αναλαμπάδιασε άξαφνα η ψυχή σαν να ’ταν
όλο χαλκός το διάστημα, ή ως να ’χα, τ’ άγιο κελί
του Ηράκλειτου τριγύρα μου, όπου, χρόνια,
για την Αιωνιότη εχάλκευσε τους λογισμούς του
και τους κρεμνούσε ως άρματα στης Έφεσος το Ναό...
Γιγάντιες σκέψεις, σα νέφη πύρινα ή νησιά πορφυρωμένα
σε μυθικόν ηλιοβασίλεμα, άναβαν στο νου μου,
τι όλη μου καίονταν μονομιάς η ζωή στην έγνοια
της καινούργιας λευτεριάς Σου, Ελλάδα, γι’ αυτό δεν είπα:
τούτο είναι το φως της νεκρικής πυράς μου...
Δαυλός της Ιστορίας Σου, έκραξα είμαι, και να,
ας καεί σαν δάδα το έρμο μου κουφάρι, με την δάδα τούτην,
ορθός πορεύοντας, ως με την ύστερη ώρα,
όλες να φέξουν τέλος οι γωνιές της οικουμένης,
ν’ ανοίξω δρόμο στην ψυχή, στο πνεύμα, στο κορμί Σου, Ελλάδα.
Είπα, και εβάδισα
κρατώντας τ’ αναμμένο μου συκώτι στον Καύκασό Σου,
και το κάθε πάτημά μου ήταν το πρώτο,
κι ήταν, θάρρευα, το τελευταίο,
τι το γυμνό μου πόδι επάτει μέσα στα αίματά Σου,
τι το γυμνό μου πόδι εσκόνταυε στα πτώματά Σου,
γιατί το σώμα, η όψη μου, όλο μου το πνεύμα καθρεφτιζόταν,
σα σε λίμνη, μέσα στα αίματά Σου.
Εκεί, σε τέτοιον άλικο καθρέφτη, Ελλάδα, καθρέφτη απύθμενο,
καθρέφτη της αβύσσου, της Λευτεριάς Σου και της δίψας Σου,
είδα τον εαυτό μου βαρύ από κοκκινόχωμα πηλό πλασμένο,
καινούργιο Αδάμ της πιο καινούργιας Πλάσης
όπου να πλάσουνε για Σένα μέλλει, Ελλάδα.   (1945)

     Σήμερα, Γενάρης του 2015, σε ώρες το ίδιο κρίσιμες, οι Έλληνες ευχόμαστε με όλη μας την ψυχή να βρεθεί ένας αγνός και φιλόπατρις Έλληνας Ντανκό να μας φωνάξει: «Τι ξοδιάζουμε τις δυνάμεις μας στη σκέψη και στην πίκρα; Σηκωθείτε, ελάτε να τραβήξουμε μέσα από την κρίση και να τη διαβούμε. Θα ’χει, βέβαια, κάπου το τέλος της κι αυτή. Όλα στον κόσμο έχουν τέλος! Ελάτε! Πάμε! Μπρος!...»
     Μακριά από το μέτρο, χωρίς πίστη και εμπιστοσύνη, βουτηγμένοι στα δεινά του υλισμού, μοιάζουμε με το λαό του παραμυθιού της γριάς Ίζεργκιλ κι αναζητούμε ένα σωτήρα έξω από μας. Προδομένοι πικρά από τους ηγέτες μας, έχουμε αποκτήσει τουλάχιστον την επίγνωση πως δεν θα ακούσουμε κι αυτή τη φορά την αλήθεια. Και πασχίζουμε να διακρίνουμε ποιος θα μας πει τα λιγότερα ψέματα, ποιος θα είναι λιγότερο αναποτελεσματικός. Το ηρωικό μας παρελθόν, όπου πολλοί Έλληνες "Ντανκό" έκαψαν τις φλογερές καρδιές τους και με ανιδιοτέλεια θυσίασαν τη ζωή τους για την Ελλάδα, κάνει πιο θλιβερό και αντιηρωικό το παρόν μας. Μπροστά στα μάτια μας φαντάζει ματαιωμένο το όνειρο του πατριώτη Έλληνα ταγού, που περιμένουμε να οδηγήσει την Ελλάδα στην προκοπή.    
     Στα πέντε χρόνια της κρίσης έχουμε ξοδέψει πολλές ώρες σκέψης κι αρχίζουμε τώρα να συνειδητοποιούμε τι είδους ηγέτες θα μας βγάλουν σε καλό δρόμο. Θέλουμε να έχουν θάρρος και αποφασιστικότητα, Όραμα και πρωτοβουλία, πειθώ και παρρησία, λεβεντιά και ανδρεία, ευστροφία και εργατικότητα, δικαιοσύνη και σωφροσύνη, σταθερότητα και αυτοκυριαρχία, μεγαλοψυχία και ανωτερότητα,  σεμνότητα και αξιοπρέπεια, αυτοθυσία και ηρωισμό. Να είναι ανάργυροι, χωρίς ιδιοτελείς φιλοδοξίες και απληστία. Πρέπει ακόμα να είναι αυτόφωτοι και ποτέ καθοδηγούμενοι από οργανώσεις με αδιαφανείς σκοπούς.  Να βάζουν το κοινό καλό και την Πατρίδα πάνω από τη ζωή τους. Να είναι ρεαλιστές, αλλά ασυμβίβαστοι, όταν μεριμνούν για ζωτικά εθνικά ζητήματα. Κυρίως να διαθέτουν ελληνική παιδεία, εθνική υπερηφάνια κι απέραντη Ανθρωπιά. Αυτές είναι οι αρετές του ηγέτη, που πρέπει να επιδιώκουν να αποκτήσουν όσοι φιλοδοξούν να μας εκπροσωπούν επάξια. Αρετές πολλές και σημαντικές και απαραίτητες, γιατί καθορίζουν το ρόλο των πολιτικών και κανονίζουν τη μοίρα των πολιτών.      
     Δεν έχουμε βγει ακόμα από το σκοτεινό δάσος των προβλημάτων μας, αλλά μας δίνει ελπίδα το ότι υπάρχουμε κι αναζητούμε λύσεις για τα δεινά μας. Δεν θ’ αφεθούμε μοιρολατρικά να μας καταπιεί ο βρωμερός βάλτος. Έχουμε βέβαια απέναντί μας πολλούς, που μας υπόσχονται να παίξουν το ρόλο του Ντανκό και μας ζητούν να τους πούμε “οδήγησέ μας”. Ποιον να διαλέξουμε; Διστάζουμε και δεν ξέρουμε σε ποιον να εμπιστευτούμε τη ζωή και την πατρίδα μας. Είμαστε ένας λαός σε κρίση και αμηχανία. Όχι άδικα, δεν ελπίζουμε πως αυτοί που ζητούν την ψήφο μας είναι άξιοι να διαπραγματευτούν με λογισμό και φρόνηση τις εθνικές μας υποθέσεις: χρέη, δικαιοσύνη, κοινωνική ειρήνη, εθνική ακεραιότητα και πολλά άλλα.
     Ανάγκη ωστόσο να μην παραμείνουμε άλλο μέσα στο σκοτεινό δάσος, να σφίξουμε τα δόντια και να τραβήξουμε ίσα μέσα στη μπόρα, αισιοδοξώντας ότι στο τέλος θα βγούμε στο ξέφωτο και στον καθαρόν αγέρα. Κι αν δεν βρεθεί γύρω μας ένας Ντανκό να κάψει την καρδιά του για να μας σώσει, θα πρέπει να τον γεννήσουμε μέσα μας, αφού πρώτα συνειδητοποιήσουμε ότι η προσωπική και εθνική μας τύχη είναι δική μας ΕΥΘΥΝΗ.  
   

Από το παραμύθι του Γκόρκι ας κρατήσουμε κι ας θυμόμαστε πως:

Τίποτε δε φθείρει τόσο το σώμα και την ψυχή, όσο οι θλιβερές σκέψεις (θετική σκέψη).

Δεν κυλάει η πέτρα με τη σκέψη μόνο. Όποιος δεν κάνει τίποτα, ένα τίποτα απομένει κι ο ίδιος (δράση).

Ο κάθε άνθρωπος φτιάχνει μονάχος του την τύχη του (ευθύνη).

Χρειάζεται κάτι να κάμω με τον εαυτό μου, αλλιώς θα χαθώ (αγωνιστικότητα – επιβίωση).

Αν δεν καώ εγώ – αν δεν καείς εσύ – πώς θα γενούνε τα σκοτάδια φως; Τι να κάνω εγώ για τους ανθρώπους; (αγάπη – προσφορά – αυτοθυσία)

Η ανιδιοτελής θυσία για το κοινό καλό ποτέ δεν σβήνει. Σαν σπίθα, σαν παραμύθι και παράδειγμα, μένει στη συλλογική μνήμη της ανθρωπότητας (παράδειγμα – ηθική ανταμοιβή).


Μια γενναία καρδιά συντρίβει κάθε εμπόδιο  


Βιογραφικό Σημείωμα:

Μαξίμ Γκόρκι (Νίζνι Νόβγκοροντ 1868 – 1936 Μόσχα). Φιλολογικό ψευδώνυμο του κορυφαίου Ρώσου, βραβευμένου με βραβείο Λένιν, συγγραφέα Αλεξέι Μαξίμοβιτς Πεσκόφ. Γεννήθηκε από πολύ φτωχούς γονείς, τη Βαρβάρα Κασίρινα και το μαραγκό Πεσκόφ, στην πόλη Νίζνι Νόβγκοροντ 28 Μαρτίου 1868. Το 1873 θα μείνει ορφανός από πατέρα, η μητέρα του θα ξαναπαντρευτεί κι εκείνος θα μείνει με τον παππού και τη γιαγιά του Ακούλινα Ιβάνοβνα, η οποία άσκησε μεγάλη επίδραση πάνω του κι ίσως ο θάνατός της το 1887 να είναι αιτία του αυτοπυροβολισμού του με ένα παλιό πιστόλι στο στήθος. Σε ηλικία 9 ετών φεύγει, για να βρει την τύχη του. Γίνεται βοηθός υποδηματοποιού, βοηθός αγιογράφου, λαντζέρης σε καράβι, αχθοφόρος στην Οδησσό, νυχτοφύλακας σε ψαράδικο, φούρναρης, καθαριστής καμινάδων, εργάτης σε χωράφια. Τα πικρά βιώματά του από τα χρόνια αυτά των περιπλανήσεών του σε όλη τη Ρωσία, η δυστυχία, η πείνα, οι κάθε είδους ταπεινώσεις θα είναι καθοριστικά για τη μετέπειτα λογοτεχνική και πολιτική του πορεία. Γι’ αυτό διάλεξε το ψευδώνυμο Γκόρκι, που στα ρωσικά σημαίνει «πικρός». Διαβάζει διαρκώς κι από το 1892 δημοσιεύει επιφυλλίδες σε επαρχιακές εφημερίδες, αρχικά με το ψευδώνυμο Jehudiel Khlamida. Πρωτοεμφανίστηκε στο λογοτεχνικό χώρο με τη νουβέλα «Μακάρ Τσουντρά» το 1892. Ακολουθεί το έργο «Τα παραμύθια της γριάς Ιζεργκίλ» (1895), σε ένα από τα οποία η γριά Ιζεργκίλ αφηγείται την ιστορία του Ντανκό και εξηγεί από πού προέρχονται οι παράξενες γαλάζιες σπίθες στο βάθος της στέπας: είναι από την αναμμένη καρδιά του Ντανκό. Η γνωριμία του με το συγγραφέα Βλαντιμίρ Κορολένκο, που του δημοσιεύει το διήγημα «Τσελκάς» (1895), και οι τυπωμένες συλλογές διηγημάτων του το 1899 θα τον κάνουν γνωστό σε όλη την Ευρώπη. Το 1902 γίνεται μέλος της Ακαδημίας. Η γνωριμία και φιλία του όμως με τον Λένιν, η ένταξη και η δράση του στο κομμουνιστικό κόμμα θα τον φέρουν σε σύγκρουση με το τσαρικό καθεστώς και θα υποστεί φυλακίσεις κι εξορίες. Διευθύνει το περιοδικό «Νέα Ζωή» κι αγωνίζεται για την επανάσταση. Το 1905, μετά την αποτυχημένη επανάσταση κατά του τσάρου, η σύλληψη και φυλάκισή του θα ξεσηκώσουν κύμα διαμαρτυριών απ’ όλο τον κόσμο. Από το 1906 μέχρι το 1913 ζει στο Κάπρι της Ιταλίας. Όταν επιστρέφει, συμμετέχει ενεργά στα πολιτικά δρώμενα και στην επανάσταση του 1917, αλλά γρήγορα θα έλθει σε  ρήξη με τα ηγετικά στελέχη του κόμματος. Είναι παντρεμένος με την Άννα Αχμάτοβα. Επειδή η υγεία του επιδεινώνεται από μια παλιά φυματίωση, από το 1921-1929 μένει στο Κάπρι για λόγους υγείας. Επιστρέφει κατά διαστήματα και δέχεται τιμές από τον Στάλιν, καθώς παραμένει ενεργό μέλος του κομμουνιστικού κόμματος. Στις 18 Ιουνίου 1936, πεθαίνει κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες στη Μόσχα.
     Έργα του: Το αριστουργηματικό μυθιστόρημα «Η Μάνα» (1907), «Ιστορίες από την Ιταλία» (διηγήματα, 1911-1913), τα δράματα «Μικροαστοί» (1901), «Στο βυθό» (1902), «Οι βάρβαροι» (1905), «Οι εχθροί» (1906), «Το αφεντικό» (αφήγημα, 1910), «Ο Συνοδοιπόρος μου» (1895), «Ο Περαστικός», «Οι παραμεριστές», «Βαρένκα Ολέσοβα» (1898), «Οι πρώην άνθρωποι» (1897), «Η εξομολόγηση», «Αναμνήσεις από τον Τολστόι», «Μια νύχτα στη στέπα», «Ένα καλοκαίρι», «Η ζωή ενός άχρηστου ανθρώπου», «Θωμάς Γκορντιέγιεφ» (1901), η αυτοβιογραφική του τριλογία (α΄ «Τα παιδικά χρόνια» (1913), β΄ «Στα ξένα χέρια» ή «Η εφηβεία», γ΄ «Τα πανεπιστήμιά μου» (1923)) και άλλα πολλά (Πηγές: http://el-wikipedia, http://www.greekbooks.gr, http://www.diavasame.gr).

Με την ευχή η Ελλάδα μας σύντομα να βγει από τα αδιέξοδα,
Μυρσίνη Βουνάτσου.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου