Παρασκευή, 9 Ιανουαρίου 2015

"ΤΑΞΙΝΟΜΩΝΤΑΣ ΠΕΤΑΛΟΥΔΕΣ" ΧΡΥΣΟΥΛΑΣ ΠΛΑΛΑ

Νουβέλα
             
Ταξινομώντας πεταλούδες
(Cataloguing butterflies)

Χρυσούλας Πλάλα


     Εδώ και μερικούς μήνες έβλεπε ένα απαίσιο όνειρο. τα βράδια τον εαυτό της σε βαλτόνερα μέσα στο σπίτι της, ν’ ανεβαίνει κατά έναν περίεργο τρόπο η στάθμη πάνω απ’ τους αστραγάλους, κι αυτή, φορώντας ένα ξεθωριασμένο σάλι, να προσπαθεί να περισώσει τα βιβλία της και τα στικάκια. Τ’ άρπαξε στην αγκαλιά της και περίμενε μια ψυχή να μπει στο σπίτι να τη βοηθήσει. Κανείς. Τράβηξε για την έξοδο απελπισμένη και τότε έπαθε πανικό, στο δρόμο πάλι τα ίδια πηχτά νερά… πολύς κόσμος να σέρνεται κι εκείνη με τα βιβλία της…
     Ξύπνησε.
     Κι ένιωσε επείγουσα την ανάγκη ν’ ανάψει τηλεόραση. Ζόφος και απελπισία. Πολλοί αποφαίνονταν για τη δεινή οικονομική κατάσταση του κράτους, αλλά λύση και κατευθύνσεις δίνονταν απ’ τους «βαρβάρους».
     Τ’ όνειρο που είδε δεν ήταν άσχετο με την ατομική της πραγματικότητα. Τα νέα απ’ το Λογιστήριο ήταν ότι η σύνταξή της θἄβγαινε σε πέντε χρόνια. Έπρεπε λοιπόν να σκεφθεί πώς θα πορευόταν, από πού θ’ αντλούσε ένα λιτό εισόδημα. Οικονομίες δεν είχε, να μείνει στη δουλειά της παραπάνω δεν άντεχε, μια διέξοδος υπήρχε, που όμως δεν φάνταζε γοητευτική στην παρωχημένη ηλικία της: να ξαναπάει στην Αγγλία όπου είχε σπουδάσει παλιά, να το παλέψει εκεί. Της φαινόταν ότι οι πιθανότητες να ’βρει κάτι να κάνει ήταν πολύ περισσότερες.
     Έκανε λοιπόν νοερά τον περίπατο προς το Hampstead μέχρι το άνοιγμα του σταθμού, να δει τη δύση του ήλιου περνώντας απ’ όλες τις γερασμένες λονδρέζικες προσόψεις — κανείς δεν μπορεί να πει τι έκρυβαν μέσα — και μόλις τέλειωσε ο δρόμος έφτασε να δει αριστερά το σταθμό, δεξιά ήταν κάποιο café, στο βάθος στη μέση πάνω απ’ τις στέγες ένας ήλιος σαγκουίνι — όχι, τον μπέρδεψε μ’ αυτόν πέρσι στην Αίγινα — ήταν ένας ήλιος τέτοιος όπως στα τοπία του Turner κίτρινος, που δεν φωνάζει όπως εδώ. Για σιγουριά μπήκε στη National Gallery και χάθηκε κοιτώντας τους πίνακες. Αποκοιμήθηκε ξανά, αρρωστημένα, για ν’ αποφύγει το ξεσήκωμα.
     Συνήλθε απ’ το θόρυβο του νερού… πότιζαν τα λουλούδια στην αυλή.

     «Δεν μπορείς να τρέφεις κι εμένα», είπε στην αδελφή της. «Θα το τολμήσω, θα πάρω τα μάτια μου να φύγω κι αν δεν τα καταφέρω θα γυρίσω. Θα ’χω όμως προσπαθήσει.»        
     Πονούσε αφάνταστα γι’ αυτή την αναχώρηση. Δεν το ανέλυε, όμως… έτρωγε φρούτο στυφό, άχαρο και κοιτούσε μπροστά. Πού ήταν οι φίλοι που συνέτρεξε; Δεν ήταν ποτέ στις έγνοιες της. Ίσως να έδινε την εντύπωση της αυτάρκειας… «Παίρνω τα βιβλία μου, τα σιντί μου και θα συστηθώ… να δω τι δουλειά θα μου δώσουν να κάνω.»

     «Βαρέθηκα να λέω “κουτσοφέρνω τη μέρα” ή “μισοτρώω” όλα μισά… Θέλω ένα μικρό αξιοπρεπές εισόδημα για να ζήσω σ’ αυτή την πόλη, κι ας είναι δική και γενέτειρα… τίποτα δεν δίνεται δωρεάν…»
     Ήξερε τόπους εκεί που μπορούσε ν’ αναζητήσει εργασία. Ύστερα από τριάντα χρόνια, μόνον οι τηλεφωνικοί θάλαμοι, τα ταξί και τα κόκκινα λεωφορεία παρέμεναν ίδια, όπως και το άψυχο κομμάτι της πόλης, τα κτίρια, τα καταστήματα, οι σταθμοί του μετρό.

     Πλησίαζε καλοκαίρι και επρόκειτο να ’ναι μια περίοδος μη ανάπαυλας αλλά ανασύνταξης, ένα νέο κεφάλαιο στη ζωή της. Ήθελε να το βλέπει σαν παρένθεση, μέχρι να ξανάρθει, για να μπει και τυπικά στο περιθώριο παίρνοντας τη σύνταξή της σε μια πενταετία. Έγραφε μανιωδώς, αποχαιρετούσε γνωστούς και φίλους, μάζευε πληροφορίες…
     Για να μην κάμπτεται, να μη λυγίζει, ν’ αποκτήσει εμπιστοσύνη στον εαυτό της και στις ευκαιρίες που μπορούσαν να παρουσιασθούν, πρόβαλλε στο νου της θάλασσες κι ανατολές, μπαλκόνια με θέα ανοιχτή και τον υπότιτλο: «Κοντινός προορισμός σας περιμένει».
     Νόμιζε έτσι ότι δεν θα την κατάπινε η εγγλέζικη πρωτεύουσα με την καταχνιά της και για το σίγουρο της υπόθεσης κατέληγε… στον εαυτό της μπροστά στη Marble Arch ευθυτενής, με τα βιβλία της να περνάει από κάτω προς την Oxford Street, μακρά με πυκνή κυκλοφορία… Welcome to London.

     Αναζήτησε το κλειδί του σπιτιού της Πολυξένης – Πόλυ τη φώναζαν. Θα επέστρεφε γύρω στα Χριστούγεννα. Μέχρι τότε, θα μπορούσε να μείνει μόνη της, σ’ ένα δυάρι στο Bays water.
     Το ταξί την άφησε απέξω. Από δω και πέρα, μόνο πόδια και μαζική μεταφορά.
     Δεύτερο πάτωμα. Οι σκάλες έτριζαν, πενιχρός φωτισμός. Κοφτές οι παρατηρήσεις της. Δεν άγγιζε το χώρο με την καρδιά. Τον είχε απαρνηθεί. Είχε υποφέρει, είχε πέσει σε παγίδα άσχημη, προδίδοντας τον έρωτα μυστικής και μεγάλης ομορφιάς που αγνοούσε μέχρι τότε, προβάλλοντας μια σύγχυση πάνω απ’ την ουσία της που ξεδιάλυνε μετά από πολλά χρόνια.
     Για όλα αυτά ο τόπος είχε στιγματιστεί μέσα της. Ήρθε με μια άρνηση ως φορτίο, αλλά εμπιστευόταν ό,τι είχε κτίσει πια και αποφάσισε να πράξει, με αντιφάρμακο για τη ναυτία την πίστη στο Θεό και την αγάπη του. Κοιμήθηκε βαριά, χωρίς να εκτοξεύει όνειρα κι επιθυμίες. Επρόκειτο για μια δύση ζωής. Την ενδιέφερε μόνο το υπόλοιπο, όσο ήταν, να το πορευτεί με αξιοπρέπεια, όχι μέσα στην εξαθλίωση.

     Το πρωινό της ελληνικό… καφές με μπισκοτάκια πορτοκαλιού. Δεν έχασε χρόνο μεμψιμοιρώντας, έκανε το σχεδιασμό της μέρας. Θα πέρναγε από δύο κολλέγια, το Morley College κοντά στο Waterloo, που συνήθως είχε τμήμα ελληνικής γλώσσας για ξένους, και στο City Lit στο Covent Garden. ανάμεσα σε σεμινάρια φιλοξενούσε και ξένες γλώσσες. «Διδάσκω Ελληνικά, υπήρξα καθηγήτρια σε ελληνικό γυμνάσιο, έχω γράψει και νουβέλες… αν ενδιαφέρει. Ζητάω δουλειά… μπορώ να φανώ κάπου χρήσιμη… Υπάρχουν τμήματα ελληνικής γλώσσας;»
     Προβάριζε το βιογραφικό της σ’ όλο το δρόμο για το City Lit.  η Oxford Street της φάνηκε πιο μουντή… δεν είχε διάθεση να την περπατήσει, έμεινε κολλημένη στο κόκκινο λεωφορείο μέχρι την Tottenham Crt Rd και μετά έκοψε για Covent Garden.
     Μπαίνοντας στο κτίριο, έζησε τη συνέχεια από εγγλέζικη ταινία, ένα περίεργο πράγμα, δεν ανακάλεσε την εμπειρία η μνήμη που είχε η ίδια απ’ το μορφωτικό ίδρυμα πριν από τόσα χρόνια. Να ’ταν η νιότη της καρδιάς της ή άλλος μυστήριος δρόμος του νου; Σα να μην είχε ξαναπάει.
     Η κυρία στις πληροφορίες την ενθάρρυνε.
     Τον προηγούμενο χρόνο λειτούργησε επιτυχώς ένα τμήμα ελληνικής και σκόπευαν να δημιουργήσουν άλλα βασικού και μέσου επιπέδου. Άφησε το βιογραφικό μαζί με δυο βιβλία της, υπογραμμίζοντας «για όποιον μπορεί να διαβάσει Ελληνικά».
     Έφυγε, χαμογελώντας αδιόρατα στον άγνωστο Εγγλέζο αναγνώστη: «Με σκοπό να συγκινήσω».
     Πήρε τη μαύρη γραμμή, ξανακοίταξε το χάρτη της και εντόπισε το κολλέγιο, το Morley College.
     Κι εδώ οι πληροφορίες ήταν ενθαρρυντικές. «Θα λειτουργήσει τμήμα ελληνικής. Συμπληρώστε μια αίτηση.» 
      Βρήκε τρόπο ν’ αναφέρει στην αίτηση ότι είναι και λογοτέχνις, ενώ μια φωνή μέσα της έλεγε: «Άσε τις υπερηφάνειες… όλοι γράφουν… ο χώρος ο δικός σου είναι η πατρίδα σου… εκεί ηχείς ωραία, όταν ο αττικός ήλιος σε κυκλώνει. Εδώ δημιούργησαν ο Ντίκενς και ο Σαίξπηρ… Αλλά πες μου σε παρακαλώ, γιατί το βράδυ στο Λονδίνο σοὔρχεται ο Τζακ ο Αντεροβγάλτης και όχι στην Αθήνα, που πρόσφατα είναι πολύ επικίνδυνη πόλη επίσης. Μέχρι που να τα λύσεις όλα αυτά… πάμε στο άλλο κολλέγιο.»
     Δεν το θυμόταν και πήρε το τραίνο για το Camden Town.  Όλα σήμερα θα τα ρωτούσε. Δεν θυμόταν καλά. Επρόκειτο για ελληνική εκκλησία που φρόντιζε να διδάσκονται τα παιδιά, τα περισσότερα απ’ αυτά Κυπριωτόπουλα, Ελληνικά κάθε Σάββατο.
     Ίσως την ειρωνεύονταν, που δεν τους αναζήτησε στο διαδίκτυο. Ήξερε ότι όλ’ αυτά τα χρόνια τα σχολεία είχαν πληθύνει κι οι περισσότεροι δάσκαλοι ήταν μέσω ελληνικού Υπουργείου Παιδείας. Ποιος θα την περίμενε;
     Βγαίνοντας στο σταθμό, αναζήτησε ένα café. Είχε χρόνια σταματήσει το κάπνισμα, αλλά ο καφές είναι μεταφορά, ένα μικρό ταξίδι εντός σου κι ένα εκτός.
     Προσπαθούσε να συμφιλιωθεί με την πρωτεύουσα, αλλά η ματιά ήταν χλιαρή. Είχε βάλει την ετικέτα «ανούσια ζωή» αυτή που ’χε ζήσει πριν από χρόνια, ενώ στους άλλους φάνταζε αξιόλογη. Δεν άντεξε το φως που ’χε τώρα μέσα της η εγγλέζικη πολιτεία.

     «Θέλω να με καταλάβετε, έχω ανάγκη αυτή τη δουλειά και, αν υπάρχει έστω και μια πιθανότητα να διδάξω μερικές ώρες, ας αφήσω ένα βιογραφικό. Γράφω και νουβέλες» – χαμήλωσε τη φωνή της – «σας χαρίζω τα δύο τελευταία μου βιβλία… έτσι για να θυμάστε αυτό το πρωινό… Σπούδαζα σ’ αυτή τη χώρα πριν τριάντα χρόνια κι ερχόμουνα εδώ τα Σάββατα να διδάξω Ελληνικά…»
     Την κοίταξε αμήχανα κι είπε στα Αγγλικά:
     «Δεν ήθελα να σας απογοητεύσω… απλά οι διαδικασίες είναι πολύπτυχες. Ευχαριστώ πολύ για τα βιβλία.»
     Προχώρησε βαριά προς την έξοδο. Ανέπτυξε θυμό μέσα της, αλλά σύντομα κατάλαβε το λάθος της. Δεν την ήθελε κατά βάθος τη δουλειά. Ήθελε να κάνει ένα πέρασμα φαίνεται απ’ τον τόπο, να δηλώσει ποια είναι τώρα και μετά να τους φτύσει και να γυρίσει πίσω οργισμένη μεταξύ πολλών.
     «Βάλε ένα χρονικό περιθώριο στον εαυτό σου. Μην απλώνεσαι… μην οργίζεσαι… Ο καθένας οπλίζεται σ’ αυτή τη ζωή για κάποιο λόγο… Εσύ κράτα ασπίδα… υψηλό νου, γνώση εαυτού, κινήσεις μέσα από σκέψη πολλή. Δεν μπορώ να πω, το ότι δεν δοκίμασες για λίγο την ελληνική επαρχία ήταν σοφό…», της ήρθε φωνή απ’ τον ανώτερο εγκέφαλο εναλλακτικής επιλογής και ησύχασε προς στιγμήν.
     Τράβηξε για το Camden Lock. Δεν ήταν Σάββατο, δεν είχε παζάρι μάλλον. Μεσημέριαζε… Ίσως υπήρχε κάποια μπυραρία ανοιχτή.
     Είχε κατέβει το φως των οφθαλμών της. Όλα της φαίνονταν μια οργιά απόσταση από την καρδιά της, το σώμα της όλο εξέπεμπε κύματα άπωσης.
     Όταν είδε τον κατάλογο κι έπεσε το μάτι της στο kidney-pie (πίτα με νεφρά) της ήρθε ναυτία κι άρχισαν να χορεύουν μπρος στα μάτια της οι ελληνικές πίτες. Μελαγχόλησε, ήπιε μισό ποτήρι χυμό ανανά και πήρε το δρόμο βρίζοντας σχεδόν για το διαμέρισμα της Πόλυς.    
     Ήταν μέρα ακόμα. Χώθηκε στο σπίτι, τράβηξε τις κουρτίνες κι έπεσε στο κρεβάτι.
     «Δεν θα τρελαθώ εδώ, αν δεν βρω δουλειά και δεν πρόκειται να δουλέψω ως σερβιτόρα στην ηλικία μου, για να τραβήξω τα χρόνια μπρος. Αν δεν λάβω καμία ειδοποίηση σχετικά με τα μαθήματα, οι δουλειές του ποδαριού ήταν γι’ άλλες εποχές, επαναπατρίζομαι... Ταξίδι χαράμι…»
     Άρχισε να σιγομουρμουρίζει ένα τραγουδάκι: «Στ’ ακρογιάλια σου θα ξεχαστώ… καράβι στο γιαλό σου θ’ αρμενίζω…»
     Κανένας δεν της τηλεφώνησε από Ελλάδα, ούτε η αδελφή της. Πήρε το προσευχητάρι της – γλώσσα στέρεη, γεμάτη ελπίδα.
     Βγήκε απ’ το σπίτι την άλλη μέρα στις ένδεκα.
     Μελαγχόλησε στη σκέψη ότι θα περιδιάβαινε ως τουρίστρια τη μεγαλούπολη όπου σπούδασε. αυτή η επανάληψη στα παλιά καφέ, στα μουσεία, στους κινηματογράφους κατά περίεργο τρόπο έκανε βαριά τα πόδια της και ράθυμα.
     Δεν ήθελε να πληροφορηθεί άλλο και να θαυμάσει σε ξένο τόπο. Ταθελε όλα αυτά στον τόπο τηςNo more distance
     «Θα πάω στο ποτάμι κοντά για μια σαλάτα κι ένα τσάι.»
     Ο ουρανός δεν έσταζε, μέτριο κρύο, γιαυτό ζεστό πουλόβερ. Φρόντισε να περπατήσει αρκετά, τη βοηθούσε στη σκέψη, κατεύνασε το θυμό της και μετά άρχισε το τραγούδι: These boots are made for walking.  
     Το καφέ του National Film Theatre, όπως πάντα, δροσερό. Βγήκε στο μπαλκόνι, δεν κάθισε μέσα.
     Τακτοποίησε τη μικρή της περιουσία, δυο βιβλία της και μια καλή μετάφραση απ’ τα ποιητικά του Λόρκα.
     Πίνοντας το τσάι της, άνοιξε τον Λόρκα κι ανάμεσα στους πρώτους στίχους νιώθει μια φωνή απέναντί της να εισβάλλει ανάμεσα:
     «Ελάτε τώρα, αγαπητή κυρία, μ’ αυτή τη θέα μπροστά πώς μπορείτε να διαβάζετε… τι διαβάζετε; Ας κουβεντιάσουμε…»
     Σήκωσε το κεφάλι της και τον κοίταξε έκπληκτη. Κι εκείνος συνεχίζοντας…
     «Thomas Witty… Δεν φαίνεστε Αγγλίδα. Πείτε κάτι…»
     «Δεν μου αφήνετε χρόνο. Με λένε Κατερίνα Λάμπη και είμαι Ελληνίδα, σε συντάξιμη ηλικία και λογοτέχνις.»
     Η Κατερίνα άρχισε να τον παρατηρεί; Γύρω στο ένα κι ογδόντα, ευχάριστο πρόσωπο και γελαστό, αραιά ξανθά μαλλιά και διεισδυτικό βλέμμα, σαρανταπεντάρης, απ’ τους εξωστρεφείς.
     «Και τι κάνετε στο Λονδίνο;»
     «Πολύ απλά, ήρθα να διδάξω Ελληνικά… ψάχνω ινστιτούτα, σχολεία, κάνω αιτήσεις, γιατί δεν έχω πόρους να ζήσω ώσπου να πάρω τη σύνταξή μου σε μια πενταετία…»
     Και τότε ο Τόμας είπε, σα να ’χε γραφείο ευρέσεως εργασίας με την Κατερίνα αιτούσα:
     «Κάτι θα γίνει, δώστε μου δέκα λεπτά… Ίσως δεν σας απογοητεύσει το Λονδίνο σαν τόπος για δουλειά…»
     «Τι εννοείτε; Έχετε να μου προτείνετε ταβέρνα να σερβίρω; Ή να καθαρίσω το διαμέρισμά σας; Μήπως να κάνω baby sitting στη γηραιά μητέρα σας; Όχι.»
     Ήταν πικρή κι επιθετική.
     Ο Τόμας πήρε τα βιβλία και τα χτύπησε στο τραπέζι καλώντας τη σε τάξη ψυχολογική.
     «Πρέπει να δώσετε μάχη σαν λαός και σαν άτομα. Δε θα σας καταπιεί η κρίση… Καλώς ταξιδέψατε… Θάρρος.»
     «Σας ευχαριστώ γι’ αυτή την απροσδόκητη συνομιλία και την ένεση θάρρους… Αλλά θα καταλήξω στο απλό… θέλω δουλειά και θα βρω θάρρος.»
     Σ’ αυτό το σημείο που η Κατερίνα ομολόγησε την ένδεια και την ανάγκη της, ο Τόμας μάζεψε το σώμα του, σφίχτηκε για να εκτοξευθεί στην ακόλουθη ρήση:
     «Μπορεί να ’χω κάτι για σένα, εγώ προσωπικά…»
     «Σαν τι; Δεν σας ξέρω καν… Εκτός από το όνομά σας, είστε για μένα ένα σκοτεινό τοπίο προς τα μέσα και προς τα έξω... Δηλώνετε συμπάθεια στους καταπιεσμένους Έλληνες και ενθαρρύνετε μια φτωχή υπερώριμη Ελληνίδα να παλέψει για την καθημερινότητά της.»
     Χαμογέλασε, απλώθηκε στις κινήσεις κι είπε με σεμνότητα:
     «Είμαι οικονομικός σύμβουλος σε εταιρείες… και μανιακός με τις πεταλούδες. Θἄθελα η ατμόσφαιρα γύρω μου να ’ναι γεμάτη πεταλούδες απ’ όλα τα χρώματα και τα μεγέθη…» — ήπιε μια γουλιά τσάι και τόνισε, κάνοντας χιούμορ — «αντί για μύγες.»
     Η Κατερίνα βρισκόταν μπροστά σ’ ένα πρόσωπο που κατέθετε τα χαρακτηριστικά του. Άκουγε με προσοχή και προσπαθούσε να καταλάβει τι ήταν εκείνο το κάτι που είχε γι’ αυτήν. Δεν παρετάθη η αγωνία της, το εξεστόμισε:
     «Cataloguing butterflies, ταξινόμηση πεταλούδων… σ’ αυτό θέλω να με βοηθήσεις. Είναι μόνο τρεις ώρες την ημέρα, πενήντα ευρώ την εβδομάδα και τα εισιτήρια πληρωμένα… όσο κρατήσει.»
     Η Κατερίνα επεξεργάστηκε γρήγορα τα δεδομένα στο μυαλό της: οικειότητα, διάθεση βοήθειας, γενναιοδωρία, θελκτικό αντικείμενο, οι απαντήσεις των κολλεγίων δεν τη δέσμευαν…
     «Απαντάω "ναι" εκ των προτέρων, προτού κατατοπιστώ για τη δουλειά… Μου φαίνεστε ήσυχος άνθρωπος και η δουλειά δεν πρέπει ν’ απαιτεί ιδιαίτερα προσόντα, παρά συγκέντρωση κι αγάπη.»
     Ο Τόμας κατευχαριστήθηκε.
     «Σπουδαία!», αναφώνησε.
     Της έδωσε το τηλέφωνο και τη διεύθυνσή του.
     «Αρχίζουμε από αύριο κιόλας… να ’στε εκεί στις δέκα και μισή.»
     Τελείωσε το τσάι του κι άναψε τσιγάρο.
     «Κακή συνήθεια», είπε, «μόνον τρία την ημέρα όμως.»
     Η Κατερίνα προσφέρθηκε να του μάθει βασικά ελληνικά για τις πιθανές διακοπές του στην Ελλάδα κι εκείνος δέχτηκε.
     «Δεν πρόκειται να σας χρεώσω γι’ αυτό.»
     «Ευχαριστώ πραγματικά.»
     Μετά εκείνος βυθίστηκε στο κινητό του κι εκείνη στο βιβλίο της.

     Το πρώτο απόγευμα στο Λονδίνο που ένιωθε σα να ’χουν φύγει όλες οι έγνοιες της, έγιναν ένας καμβάς από πεταλούδες καρφιτσωμένες, που τις τάραζαν οι παρατηρήσεις του επαΐοντος συλλέκτου. Εκείνη κατέγραφε και χανόταν στο σώμα ενός εντόμου, απ’ τα πιο ποιητικά. Αυτή θα ’ταν η ρουτίνα της τις επόμενες μέρες. Πόσο άραγε θα κρατούσε;
     Την επόμενη μέρα πήρε τις εκπλήξεις της.
     Δεν επρόκειτο για έντομα καρφιτσωμένα αλλά για φωτογραφίες που θα έκανε αντιπαραβολή με τον κατάλογο ταξινόμησης, μήπως βρει είδος μη καταχωρημένο, κάποια καινούργια πεταλούδα απ’ το φακό του Τόμας.
     Ο Τόμας άρχισε να της μιλάει για τα ταξίδια του στον κόσμο με σκοπό να φωτογραφίσει πεταλούδες και χάθηκε στα λιβάδια και στους υγρότοπους.
     «Η κατάλληλη ώρα είναι πρωί και μπορεί να τραβήξει μέχρι νωρίς τ’ απόγευμα… δεν τρέφονται… λατρεύουν την ησυχία… Να σου πω τι μου χρειάζονται τα Ελληνικά… Όταν μου είπες ότι είσαι Ελληνίδα, είπα μέσα μου “a jerseytiger moth”… είναι το είδος της πεταλούδας που υπάρχει στη Ρόδο, στην ομώνυμη κοιλάδα… Δεν έχω πάει εκεί ακόμη. Νιώθω σαν μέλλων προσκυνητής.»
     Η Κατερίνα παρατήρησε:
     «Κανείς υπερβάλλει με τις μικρές και μεγάλες του λατρείες, αλλά έτσι πρέπει να ’ναι.»
     Μετά άρχισε μια βουτιά στην ησυχία, υποδείξεις σε τόνο συμβουλευτικό, με φωνή κάτω του μεσαίου τόνου.
     Η Κατερίνα άρχισε την ταξινόμηση, ο Τόμας έφυγε για τις δουλειές του, για να επιστρέψει προχωρημένο μεσημέρι.
     Στο σπίτι επικρατούσε η τάξη και μια φροντίδα γενικότερη. Απορροφήθηκε πλήρως απ’ τις μυριάδες φωτογραφίες.
     Μετά την αντιπαραβολή, θα έφτιαχνε έναν κατάλογο για τον Τόμας, με γνώμονα το μέρος όπου είχε τραβήξει τις φωτογραφίες. ένα υλικό για να καταδυθείς ή μάλλον να αιωρηθείς όπου και οι πεταλούδες.
     Δεν άναψε τηλεόραση μήτε ραδιόφωνο. Ακουγόταν μόνο η αλλαγή στη σελίδα και η γουλιά του τσαγιού.
     Ο Τόμας γύρισε στις τέσσερις. Την προσκάλεσε να φάνε μαζί, εκείνη δεν αρνήθηκε, βρίσκοντας μάλλον ορεκτικά τα λουκάνικα με σάλτσα τσίλι.
     Όσο για τα λεφτά, θα πληρωνόταν στο τέλος κάθε εβδομάδας.
     Πήρε το μετρό κατά το σούρουπο. Παρ’ όλο που τα πράγματα έδειχναν ευοίωνα, ένιωθε ότι της έλειπε κάτι σαν έκταση, ένα όραμα… όραμα στα πενήντα πέντε… Σ’ αυτή την ηλικία διαλέγει κανείς να περπατάει σ’ ακρογιαλιές του τόπου του, να μιλάει τη γλώσσα του, να φωνάζει και να κλαίει σε αγέρα της πατρίδας του… κι εκείνη σηκώθηκε κι έφυγε.
     Αναθεώρηση λοιπόν; Κατέβηκε στο Bays water. Ευτυχώς δεν έβρεχε. Βάζοντας το κλειδί στην πόρτα ξερά, ψυχόρμητα, βγήκε από μέσα της η ψυχή της απ’ το ορυχείο κι είπε:
     «Σ’ έξι μήνες, μετά τα Χριστούγεννα, η πεταλούδα θ’ αναζητήσει υγρότοπο στην Ελλάδα. Θα γυρίσω, θα βρω μέρος στη γη που γεννήθηκα και κάτι θα κάνω. In other words, επιστρέφω, όπως και να ’χει το πράγμα. Δεν μπορώ να φτύνω τους Εγγλέζους, την πόλη και να λειτουργώ εδώ. Δεν τα μέτρησα καλά μέσα στην πικρία μου… Καληνύχτα.»
     Δεν άφησε χυμούς για τις μέρες της πεταλούδας – άντε και σήμερα πάλι μέχρι το εξάμηνο – έτσι το πήγαινε. Ο Τόμας την παρακολουθούσε, όποτε βρισκόταν εκεί, ν’ απομακρύνεται καθημερινά ψυχολογικά. Διαγράφονταν στις κινήσεις της, στο πρόσωπό της.
     «Τι συμβαίνει, Κατερίνα; Βαρέθηκες; Δεν εγκαταλείπουμε τη δουλειά στη μέση ποτέ.»
     Επανερχόταν. Είχε υπολογίσει ότι η ολοκλήρωση της ταξινόμησης θα της έπαιρνε και κάτι απ’ τον καινούργιο χρόνο. Ζήτησε από τον Τόμας να μένει περισσότερο χωρίς χρέωση, για να μην πέσει έξω στους υπολογισμούς της.
     Δύο φορές την εβδομάδα έμενε μέχρι αργά για τα Ελληνικά του Τόμας. Ο ήχος της γλώσσας στην αρχή ήταν κελαρυστό    νερό, έβαζε ψυχή και μετά σιγά-σιγά στέγνωνε.
     Προσπαθούσε να γίνει αποτελεσματική, ευχάριστη.  
     Ένας νέος μπορεί να κρυφτεί πίσω από πολλά πράγματα, στην ηλικία όμως των εξήντα ετών όλα διαγράφονται στο πρόσωπο, όλα ομολογούνται. Δεν μπορείς να προσποιείσαι.
     Αποχρωμάτιζε τον Τόμας, έγινε μπεζ-καφέ φιγούρα, απορροφάτο απ’ το περιβάλλον, κι εκείνη σιγά-σιγά έφευγε. Του το ’πε ένα απόγευμα μ’ έναν επίμονο ήλιο.
     «Θα τελειώσω μετά τα Χριστούγεννα και θα φύγω. Δεν μπορώ να μείνω. Ψυχολογικά έχω εγκαταλείψει κάθε προσπάθεια παράτασης προσαρμογής και παραμονής…»
     Εκείνος ήσυχα, ευγενικά, πήγε κοντά της κι όπως της είχε πει όταν πρωτοσυναντήθηκαν “Πρέπει να πολεμήσεις να τα καταφέρεις”, της είπε τώρα:
     «Κατερίνα… πήγαινε, πήγαινε σ’ ένα νησί… στη Ρόδο για παράδειγμα… στην κοιλάδα με τις πεταλούδες…»
     Κι εκείνη, για να μην κλάψει, είπε κάνοντας μια θεατρική κίνηση:
     «Θα πετάξω… θα χωθώ εκεί… σε σταθερή θερμοκρασία και υγρασία…»
     «Κάθισε να σου δείξω την κοιλάδα…» και της πρόβαλε ένα βίντεο στον υπολογιστή.    

     Τη μέρα των Χριστουγέννων πήγε στην ελληνική εκκλησία, χάρηκε τη λειτουργία, γύρισε και άναψε όλες τις λάμπες του σπιτιού και τα κεράκια κι άρχισε να τηλεφωνεί στους δικούς της, συγγενείς και φίλους.
     Ο Τόμας είχε συλλάβει όλο το συναισθηματικό κενό το χλιαρό και το αγχωθέν, την έλλειψη υγρασίας που έχασκε κάτω απ’ τις πράξεις της Κατερίνας. Την επισκέφτηκε το απόγευμα φέρνοντας μια πουτίγκα κι είπε:
     «Σε μια ειδική πεταλούδα, την jerseytiger woth, που δεν μπορεί να ζήσει μακριά απ’ την κοιλάδα της. Καλή επάνοδο.»

²²²²

     Τέλος Γενάρη, η Κατερίνα γύρισε στην Ελλάδα.
     Η Κατερίνα γύρισε στην Αθήνα τον καιρό του καρναβαλιού με σερμπαντίνες και κομφετί.

9 Ιανουαρίου 2015*
Χρυσούλα Πλάλα**
   

* Πρώτη δημοσίευση της νουβέλας.
*Η Χρυσούλα Πλάλα είναι συνταξιούχος εκπαιδευτικός και συγγραφέας.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου