Τετάρτη, 15 Απριλίου 2015

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ "ΚΟΠΑΝΟΥ"

Τα Παραμύθια του «Κόπανου»
Σμυρνέικες ηθογραφικές ιστορίες από το στόμα του λαού

Στην τρίτομη εικονογραφημένη συλλογή του «Τα παραμύθια του Κόπανου. Σμυρνέικες ιστορίες», ο Λέσβιος συγγραφέας Δημήτρης Νικορέτζος διέσωσε σπάνια κείμενα της σατιρικής εφημερίδας «Κόπανος» Σμύρνης (1908-1922), που κάηκε κατά τη μικρασιατική καταστροφή. Τις ιστορίες αυτές, που διακρίνονται για το ανατολίτικο χιούμορ και τα υπονοούμενα λόγω της τουρκικής λογοκρισίας μηνύματα, έστελναν στην εφημερίδα οι συνδρομητές της και δημοσιεύονταν με ψευδώνυμα. Σας συνιστούμε να τις διαβάσετε, κυκλοφορούν από τις εκδόσεις «Αστήρ». Η ανάγνωσή τους θα σας χαρίσει γέλιο αλλά και γνώση για τα κοινωνικά και πολιτικά ήθη που χαρακτηρίζουν τη ζωή παλιά και σήμερα. Διαβάστε παρακάτω μια ιστορία με δυο έξυπνους, έναν Εβραίο κι έναν Μυτιληνιό…           
    
Στοίχημα Εβραίου και Μυτιληνιού

    Οι Εβραίοι είναι πολύ ξυπνοί, κι απ’ αυτούς όμως πιο έξυπνοι είναι οι Μυτιληνιοί, λέγουν, κι έτσι εξηγούν πως δεν κάνει Εβραίος στη Μυτιλήνη.
     Μια φορά πήγε ένας Εβραίος κι ήνοιξε μανιφατουριέρικο* στη Μυτιλήνη, ακριβώς αντικρύ σ’ ένα άλλο μανιφατουριέρικο. Αμέσως ήρχισε μεγάλος συναγωνισμός ανάμεσα στα δυο μαγαζιά. Φτηνά ο ένας, πιο φτηνά ο άλλος, έχαναν κι οι δυο.
     Μια μέρα ο Μυτιληνιός πηγαίνει στου Εβραίου το μαγαζί και του λέγει:
     ― Άσχημη δουλειά κάνουμε, κι όπως πάμε, θα χαθούμε κι οι δυο μας. Δεν είναι κρίμα; Έλα να συμβιβαστούμε.
     ― Πώς να συμβιβαστούμε; ερωτά ο Εβραίος.
     ― Να σου πω, απαντά ο Μυτιληνιός. Θα βάλουμε στοίχημα. Όποιος από τους δυο μας μπορέσει και πάγει σ’ ένα μέρος που θεωρείται ιερό και κάνει φανερά μια δουλειά που γίνεται στα κρυφά, εκείνος θα μείνει στο μαγαζί του. ο άλλος θα είναι υποχρεωμένος να το κλείσει και να φύγει. Δέχεσαι;
     ― Εγώ, λέγει ο Εβραίος στο Μυτιληνιό, τέτοιο στοίχημα το χάνω από τώρα, μα συ μπορείς να το δεχτείς;
     ― Ας κάνουμε τώρα τα χαρτιά, λέγει ο Μυτιληνιός, να υπογράψεις πως συ έχασες το στοίχημα κι αν δεν μπορέσω κι εγώ να επιτύχω, δέχομαι να το κλείσω το μαγαζί μου.
     Ο Εβραίος πήγε να πετάξει από τη χαρά του. Είπε μέσα του: «Τον έρριψα στο καπάκι. Αν δεν μπορέσει να κάνει τίποτε, θα κλείσει το μαγαζί του. αν πάλι τολμήσει να πάγει, δεν θα προφτάξει να βγει όξω, γιατί οι άνθρωποι θα τον σκοτώσουν. ώστε ό,τι και να γίνει τον έχω στο τσουβάλι το βλάκα το Μυτιληνιό».
     ― Και πότε θα δοκιμάσεις; τον ερωτά.
     ― Αμέσως αύριο, απαντά ο Μυτιληνιός, με μια συμφωνία όμως νρθεις κι εσύ να βλέπεις.
     Σαν αύριο ο Μυτιληνιός πηγαίνει σ’ ένα φαρμακείο και παίρνει μια γερή δόση ρετσινόλαδο κι, αφού ήρχισε να νοιώθει τα πρώτα συμπτώματα, πηγαίνει στον Εβραίο και του λέγει:
     ― Πάμε. 
     Δεν περίμενε δεύτερη πρόσκληση ο Εβραίος. Κλει* το μαγαζί του και ακολουθεί.
     Όταν έφταξαν σ’ ένα μέρος, λέγει ο Μυτιληνιός στον Εβραίο.
     ― Κάτσε συ απ’ έξω και κοίταζέ με.
     Ύστερα μπαίνει μέσα, προχωρεί και φτάνοντας στη μέση ακριβώς κατεβάζει τα παντελόνια του κι αφήνει ελεύθερο το ρετσινόλαδο να… ενεργήσει.
     Όσοι έτυχαν εκεί έγιναν έξω φρενών. Έτρεξαν κατεπάνω του να τον κομματιάσουν, αυτός όμως χωρίς να τα χάσει τους λέγει:
     ― Μη μ’ αγγίζετε και θα κάνετε μεγάλη αμαρτία. Κι έπειτα δεν είναι δίκιο να μου κάνετε το παραμικρό πριν να μ’ ακούσετε.
     ― Σωστά λέγει, είπε ένας γέρος, πρέπει να τον ακούσουμε πρώτα.
     ― Εγώ, λέγει ο Μυτιληνιός, είχα μια φοβερή δυσκοιλιότητα τόσο, που έκανα μήνες ολόκληρους να βγω. Πήγα σ’ όλους τους γιατρούς, έκαμα τάματα δεξιά και αριστερά και κόντεψα να καταστραφώ. Του κάκου όμως. Επιτέλους το πήρα απόφαση πως ήμουν χαμένος. Ψες τη νύχτα όμως είδα στ’ όνειρό μου έναν ασπρογένη που με συμβούλεψε νρθω εδώ και θα γίνω αμέσως καλά. Ας έχει δόξα ο Θεός! Βλέπετε πως έκανε το θαύμα του.
     Αμέσως έπεσε ο θυμός ολωνών. Ύστερα από ένα τέτοιο θαύμα, ποιος τολμούσε να βάλει χέρι απάνω στον άνθρωπο; Τον σήκωσαν στα χέρια κι ήθελαν να τον γυρίσουν στους δρόμους, για να μάθει το θαύμα όλος ο κόσμος.  
     ― Πολύ καλά, λέγει ο Μυτιληνιός, μα πρέπει πρώτα να καθαρίσουμε τον τόπο απ’ αυτά… Δεν είναι όμως σωστό να κάνετε σεις τέτοια δουλειά. Εδώ απ’ έξω είναι ένας Εβραίος, βάλετέ τον να τα παστρέψει*.
     Τρέχουν, πιάνουν τον Εβραίο και τον υποχρεώνουν να καθαρίσει τον τόπο.  
     Σαν αύριο το μαγαζί του Εβραίου δεν ήνοιξε. Ο Εβραίος κατάλαβε πως δεν ήταν να κάνει σε τέτοιον τόπο κι έφυγε.
 ΠΑΠ.
«Κ» 8-4-1912
                                       
* μανιφατουριέρικο (από ιταλ. manifattura): κατάστημα με κάθε είδους χειροτεχνικά ή βιομηχανικά προϊόντα, ιδίως υφάσματα. 
* κλει: κλείνει.
* να παστρέψει: να καθαρίσει (ρ. παστρεύω = απαλλάσσω κάτι απ’ τη βρωμιά, πάστρα = καθαριότητα).
    
(Πηγή: Δημήτρη Νικορέτζου «Τα παραμύθια του Κόπανου. Σμυρνέικες ιστορίες», τόμος Β΄, Εκδοτικός οίκος «Αστήρ», Αθήνα 2002, σελ. 42-45) 

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου