Ήταν Μεγάλη βδομάδα και στην κατάμεστη
εκκλησία του χωριού κάμποσοι φοιτητές και μαθητές τότε ψέλναμε με μεγάλη
κατάνυξη την ακολουθία των παθών. Επικεφαλής της χορωδίας μας ήταν ο τότε
δεξιός ψάλτης και καλός γνώστης της βυζαντινής μουσικής Δημητρός Χριστέλλης.
Σε κάποιο τροπάριο, που γνωρίζαμε όλοι τα
λόγια απ’ έξω, ψάλαμε μαζί καλλίφωνα και το τελειώσαμε με μεγάλη επιτυχία.
Ενθουσιάστηκε τότε ο Δημητρός κι ευχαριστημένος μας συγχαίρει:
― Μπράβου
σας, πιδιά μ᾿. Σουστό Πατριαρχείου κάναμι κι ακκλησιά…
Και συνεχίζει προσθέτοντας:
― Τσι
μη νουμίζιτι ότι του ψάλσ’μου είνι απλή δ’λεια. Τι δηλαδή, άιντι στράβουσι τα
χείλια σ’ τσι ψάλι;…
Ο μικρός τότε Δημητράκης Κοφτερός, φανερά απορημένος, ρωτά τον ψάλτη:
Μεγαλοβδομάδα στο Παλαιοχώρι παλιά. Η
καμπάνα χτυπούσε για την αγρυπνιά της Μεγάλης Δευτέρας. Το εκκλησίασμα ήταν
πολύ αραιό και μόνο μερικές γριούλες ήλθαν νωρίς, για να πιάσουν στασίδι.
Ο Εξάψαλμος άρχισε. Δεξιός ψάλτης ήταν ο Ευάγγελος Βουλγαρέλης (η Βαγγέλα) και
αριστερός ο κανδηλανάφτης Δημήτριος
Κοντοπός. Παπάς του χωριού ήταν ο παπα-Αντώνης.
Ο αείμνηστος Κοντοπός άρχισε να λέει τον Εξάψαλμο κρατώντας την αναμμένη
λαμπάδα, το μόνο μέσο φωτισμού μαζί με τους πολυελαίους του λαδιού. Σε μια
στιγμή, ο Κοντοπός θέλησε να γυρίσει το φύλλο του βιβλίου, αλλά, αλλάζοντας τη
λαμπάδα από το ένα χέρι στο άλλο, που όσοι τον γνώριζαν ήξεραν ότι ήταν ζαβό,
του ξέφυγε η λαμπάδα, έπεσε κάτω κι έσβησε. Η «Βαγγέλα», θέλοντας να βοηθήσει τον αριστερό ψάλτη, ώστε να μη
διακοπεί ο Εξάψαλμος, άρχισε να τον λέει εκείνος και για λίγα δευτερόλεπτα
έψελναν κι οι δυο μαζί.
Ο Κοντοπός κατέβασε χαμηλά στη μύτη το
γυαλί και έκανε νόημα στη Βαγγέλα να σταματήσει, γιατί αυτός ύστερα από τόσα
χρόνια ήξερε απέξω τον Εξάψαλμο. Ο δεξιός συνέχισε και σε μια στιγμή ο Κοντοπός
εκνευρισμένος του φώναξε:
Και παρατάει το ψαλτήρι και τρυπώνει στο
Ιερό. Η Βαγγέλα συνέχισε, αλλά ήταν φανερά εκνευρισμένος. Εγώ δίπλα του
κρατούσα τη λαμπάδα. Σε μια στιγμή με έσπρωξε και μου είπε:
― Λέγι
συ τσι έρχουμι.
Και φεύγει κι εκείνος τρεχάτος για το
Ιερό, όπου έγινε τρικούβερτος καυγάς.
Έτσι ο εξάψαλμος της Μεγάλης Δευτέρας
διαβάστηκε από τρεις. Ύστερα σου λένε «κάτσε
καλά, γιατί θ’ ακούσεις τον εξάψαλμο». Είναι να μην τον ακούσεις;
Μεγάλη Πέμπτη. Η καμπάνα χτυπούσε για τον
Εσταυρωμένο. Τα μαγαζιά και τα καφενεία, ύστερα από το σφύριγμα του κλητήρα, έκλεισαν
κι οι χριστιανοί ανέβαιναν για την εκκλησία. Παπάς στο χωριό ήταν ο παπα-Ᾱντώνης, γέρος και λίγο άρρωστος,
σκεπτόταν πολύ πώς θα βγάλει τη Μεγαλοβδομάδα. Μη μπορώντας να κάνει αλλιώς,
αποφάσισε να μην πει ολόκληρα τα ευαγγέλια, να πει βέβαια και τα δώδεκα, αλλά
μόνο την αρχή και το τέλος από τα μεγάλα.
Είπε λοιπόν το πρώτο ευαγγέλιο κομμένο,
είπε και το δεύτερο, και όλα έδειχναν ότι η ακολουθία θα τελειώσει πολύ
γρήγορα. Τότε ο Δημήτριος Χρυσάφης, του Σβήν’, που είχε τη μανία να
χτυπάει «τ’ς καμπάνις τσι τα σημαντρέλια»,
μπήκε φουριόζος στο ιερό και είπε στον παπα-Αντώνη:
― Ε,
παπά, ισύ έδιετς π’ πας, αύριου ε θα χκυπήσουμι πένθιμα τ’ς καμπάνις για κ’
Μιγάλ’ Παρασκιβγή, αλλά γραμμή τα σημαντρέλια για κ’ Ανάστασ’.
Μια πασίμαδη γιορτή, στην εκκλησιά του
χωριού μας οι εορτάζοντες φέρανε τον καθιερωμένο άρτο. Η Παλουγού μι του Πιρμάθ’
μπρουστά-μπρουστά, κουντά στου Άγιου Βήμα, ακούν με ευλάβεια τον παπά να βλουγά
τους άρτους και να λέει: «… και κλάσας
τους πέντε άρτους και εξ αυτών…». Τότε η Παλουγού, ίσια γ’ναίκα, αγράμμακ’,
γυρίζ’ τσι λέγ’ στου Πιρμάθ’: «Ήκ’σις,
μουρή Πιρμάθ’, τσι του πουρδέλ’ τ’ Ικστού ‒Χριστού‒ βλουγημένου ήταν. Βοήθειά
μας».
Ήταν κάποια Μεγάλη Πέμπτη. Όλος ο κόσμος
στην εκκλησία, μικροί και μεγάλοι. Μέσα στο Άγιο Βήμα εμείς τα παιδιά που
κρατάγαμε τα εξαπτέρυγα και βοηθάγαμε τον ιερέα.
Εγώ είχα πάρει ένα κόκκινο φρεσκοβαμμένο
αυγό από το σπίτι μας και το φύλαγα μέσα στην τσέπη μου. Ο παπάς έψελνε το
έβδομο ή όγδοο ευαγγέλιο, όταν, δεν ξέρω για ποιο λόγο, τσακωθήκαμε τα παιδιά
μέσα στο Άγιο Βήμα και, όπως με έσπρωξε ο ξάδερφός μου Αποστόλης, έσπασε το
αυγό μέσα στην τσέπη μου και πιαστήκαμε στο ξύλο.
Ο παπα-Θανάσης
μας είδε, διακόπτει το Ευαγγέλιο, μπαίνει μέσα, μας έριξε από έναν ξεγυρισμένο
μπάτσο ‒ αντιλάλησε το Άγιο Βήμα! ‒ και σαν να μην έτρεχε τίποτα, ξαναγύρισε
στην Άγια Πύλη και συνέχισε το Ευαγγέλιο…
Είναι σχεδόν μεσάνυχτα της Αναστάσεως στην
εκκλησία του χωριού. Οι πιστοί μόλις έχουν αφήσει τις «πόστες» και βρίσκονται στο νάρθηκα. Κρατούν στα χέρια τις
αναμμένες λαμπάδες και παρακολουθούν τον παπά που διαβάζει στο Ευαγγέλιο «Κηρύξατε τοῖς Ἀποστόλοις, ὅτι ἀνέστη Χριστὸς ὁ Θεὸς ἡμῶν…».
Με το τέλος του Ευαγγελίου, μια φοβερή
ομοβροντία από τις καραμπίνες και τα φυσέκια συνταράζει συθέμελα την εκκλησία
και σκεπάζει τις ψαλμωδίες και το «Χριστός
Ανέστη».
Δυο γριούλες, η Αμιρσούδα τσι η Βλουκίνα,
αλαφιασμένες από το φόβο, χώνονται βιαστικά στην εκκλησία και διηγούνται στα
άλλα γραΐδια:
Τα τσουρέκια είναι από τα πιο νόστιμα παραδοσιακά
αρτοπαρασκευάσματα, στενά δεμένα με τη γιορτή του Πάσχα. Στρογγυλά με ένα
κόκκινο αυγό στο κέντρο ή μακρόστενα με το αυγό στο πάνω μέρος της πλεξούδας,
έτσι που να μοιάζει με τεράστιο μάτι. Τα πασχαλινά τσουρέκια τα ζυμώνουν
τη Μεγάλη Πέμπτη, την Κόκκινη Πέφτη όπως την ονομάζει ο λαός, γιατί τη μέρα
αυτή βάφονται τα αυγά, ψήνονται τα πασχαλινά κουλούρια, τα τσουρέκια και τα
ψωμιά. Αν υπάρχουν μικρά παιδιά στο σπίτι, θα ονοματίσουν το δικό τους
τσουρέκι. Ημέρα έντονης οικιακής δραστηριότητας, που θα κλείσει με πολύωρο
εκκλησιασμό και τα δώδεκα ευαγγέλια.
Το απόγευμα, οι
νύφες θα πάνε στα πεθερικά πασχαλινά γλυκίσματα πάνω σε δίσκο σκεπασμένο με
υφαντή πετσέτα από φλόσι ή δαντελένια, πλεγμένη με βελονάκι. Επίσης, δεν
παραλείπουν να προσφέρουν τσουρέκια και άλλα καλούδια σε άπορους συγχωριανούς ή οικογένειες με πένθος ή
μοναχικούς γέροντες και γερόντισσες. Οι μέρες της Μεγάλης Εβδομάδας είναι άγιες
κι απαιτούν καλά αισθήματα και έργα αλληλεγγύης.
Τη Μεγάλη Πέμπτη
λούζονται, για να είναι τα μάγουλά τους κόκκινα, το χρώμα της υγείας και της
ομορφιάς. Τα αυγά που θα γεννήσουν οι κότες αυτή τη μέρα θα τα βάψουν κόκκινα,
θα τα αναστήσουν το Μέγα Σάββατο και θα τα φυλάξουν στο εικονοστάσι όλο το
χρόνο μέχρι το επόμενο Πάσχα, ως αποτρεπτικό του κακού.
***
Παρακάτω σας δίνουμε μία ακόμα συνταγή για
τσουρέκια. Γίνονται όμορφα σε εμφάνιση και πολύ νόστιμα.
- 1 κουταλιά σούπας μαστίχα κοπανισμένη με λίγο αλεύρι ή ζάχαρη
- 1 κουταλάκι γλυκού αλάτι
- 4+1 βανίλιες
- αμύγδαλα φιλέ ή σουσάμι ή κόκκινα αυγά (προαιρετικά)
- λαδόκολλες, για σκέπασμα
Εκτέλεση:
Α. Προεργασία
Συγκεντρώνουμε στο τραπέζι όλα τα υλικά, που πρέπει να έχουν
θερμοκρασία δωματίου. Κοπανίζουμε το μαχλέπι και τη μαστίχα μαζί με μια
κουταλιά ζάχαρης. Κοσκινίζουμε τέλος το αλεύρι και τοποθετούμε τα υλικά με τη
σειρά που θα τα χρησιμοποιήσουμε.
Β.Παρασκευή
1. Διαλύουμε τη μαγιά σε
1 φλυτζάνι χλιαρό νερό και ρίχνουμε λίγο αλεύρι, για να γίνει ένας πηχτός
χυλός.Σκεπάζουμε και το αφήνουμε σε ζεστό
μέρος μέχρι να φουσκώσει.
2. Σε μια κατσαρόλα ρίχνουμε το γάλα,
το λάδι και το βούτυρο, μέχρι να λιώσει το βούτυρο και να ζεσταθεί το μείγμα.
3. Σε μία μεγάλη λεκάνη ρίχνουμε τη ζάχαρη και τα αυγά
χτυπημένα κροκάδια κι ασπράδια μαζί και τα χτυπάμε με το σύρμα-αναδευτήρα,
μέχρι να λιώσει η ζάχαρη. Προσθέτουμε το αλάτι,
το μαχλέπι, τη μαστίχα και τις βανίλιες.
Ρίχνουμε έπειτα ζεστό το υγρό μείγμα με το γάλα,
το λάδι και το βούτυρο μαζί με το μισό αλεύρι
και τα ανακατεύουμε. Προσθέτουμε το προζύμι
και λίγο-λίγο το υπόλοιπο αλεύρι και
ζυμώνουμε με το χέρι όλα τα υλικά, μέχρι να γίνει η ζύμη ελαστική και να μην
κολλάει στα χέρια.
4. Αλείφουμε τη ζύμη με λάδι,
τη σκεπάζουμε με λαδόκολλα και μια
βαμβακερή πετσέτα και την αφήνουμε 2 ώρες περίπου σε ζεστό μέρος, να φουσκώσει.
Αν θέλουμε να φουσκώσει γρηγορότερα, μπορούμε να τη βάλουμε στο φούρνο σε
ελάχιστη θερμοκρασία ή να τη σκεπάσουμε με χοντρό σκέπασμα. Όταν φουσκώσει
(διπλασιαστεί σχεδόν), τη χωρίζουμε σε ίσα κομμάτια, πασπαλίζουμε μία επιφάνεια
με λίγο αλεύρι, πλάθουμε μακρόστενες λουρίδες και τις πλέκουμε κοτσίδα,
σαλίγκαρο ή άλλο σχέδιο, σε μικρό ή μεγάλο μέγεθος. Τοποθετούμε τα
τσουρέκια αραιά σε δύο ταψιά στρωμένα με λαδόκολλα, για να μην κολλήσουν μεταξύ
τους.
5. Σπάμε μετά 1 ολόκληρο αυγό
σε μπολ, ρίχνουμε 1 βανίλια ή λίγο
μπράντι για να μη μυρίζει αυγουλίλα, τα χτυπάμε καλά κι αλείφουμε τα τσουρέκια.
Αν θέλουμε, τα διακοσμούμε με λεπτοκομμένα αμύγδαλα
ή σουσάμι ή ένα κόκκινο αυγό. Τα αφήνουμε 5΄ λεπτά περίπου σε ζεστό
μέρος να ξαναφουσκώσουν κι έπειτα βάζουμε τα ταψιά σε προθερμασμένο
φούρνο.
6. Ψήνουμε τα τσουρέκια σε μέτριο φούρνο στους 170ο βαθμούς Κελσίου, μία ώρα περίπου. Ανάλογα με το μέγεθός τους και η ώρα
ψησίματος (τα μικρά λιγότερη ώρα). Όταν ροδοκοκκινίσουν, τα σκεπάζουμε με
λαδόκολλα, για να μην καούν.
7. Μετά το ψήσιμο, τα αφήνουμε να κρυώσουν καλά και τα τυλίγουμε με
σελοφάν, για να διατηρηθούν μαλακά.
το θηρίο, και σέρνει
ευθύς κατά τα άκρα της Ρουσίας τα μουγκρίσματα τ’ς
οργής.
25. Εις το κίνημά του δείχνει, πως τα μέλη είν’ δυνατά. και στου Αιγαίου το κύμα
ρίχνει μια σπιθόβολη ματιά. 26. Σε
ξανοίγει από τα νέφη
και το μάτι του Αετού,
που φτερά και νύχια θρέφει
με τα σπλάχνα του Ιταλού,
27. και ’σ’
εσέ καταγυρμένος,
γιατί πάντα σε μισεί,
έκρωζ’, έκρωζε ο σκασμένος,
να σε βλάψει, αν ημπορεί.
28. Άλλο εσύ
δεν συλλογιέσαι πάρεξ
πού θα πρωτοπάς. δεν
μιλείς, και δεν κουνιέσαι ’σ’
ταις βρυσίες που αγροικάς.
29. Σαν τον
βράχον οπού αφήνει κάθε
ακάθαρτο νερό εις
τα πόδια του να χύνει ευκολόσβηστον
αφρό,
30. οπού
αφήνει ανεμοζάλη
και χαλάζι και βροχή
να του δέρνουν τη μεγάλη,
την αιώνιαν κορυφή.
31. Δυστυχιά
του, ω δυστυχιά του, οποιανού
θέλει βρεθεί στο
μαχαίρι σου αποκάτου και
σ’ εκείνο αντισταθεί.
32. Το θηρίο
π’ ανανογιέται
πως του λείπουν τα μικρά,
περιορίζεται, πετιέται,
αίμα ανθρώπινο διψά,
33. τρέχει,
τρέχει όλα τα δάση,
τα λαγκάδια, τα βουνά,
κι όπου φθάσει, όπου περάσει,
φρίκη, θάνατος, ερμιά.
34. Ερμιά,
θάνατος και φρίκη όπου
επέρασες κι εσύ: ξίφος
έξω από τη θήκη πλέον
ανδρείαν σου προξενεί.
35. Ιδού,
εμπρός σου ο τοίχος στέκει
της αθλίας Τριπολιτσάς.
τώρα τρόμου αστροπελέκι
να της ρίψεις πιθυμάς.
36.
Μεγαλόψυχο το μάτι
δείχνει πάντα οπώς νικεί,
κι ας είν’ άρματα γεμάτη
και πολέμια χλαλοή.
37. Σου
προβαίνουνε και τρίζουν
για να ιδείς πως είν’ πολλά.
δεν ακούς που φοβερίζουν
άνδρες μύριοι και παιδιά;
38. Λίγα
μάτια, λίγα στόματα
θα σας μείνουνε ανοιχτά
για να κλαύσετε τα σώματα
που θενά ’βρει η συμφορά.
39.
Κατεβαίνουνε και ανάφτει
του πολέμου αναλαμπή.
το τουφέκι ανάβει, αστράφτει,
λάμπει, κόφτει το σπαθί.
40. Γιατί η
μάχη εστάθη ολίγη; Λίγα
τα αίματα γιατί; Τον
εχθρό θωρώ να φύγει και
στο κάστρο ν’ ανεβεί.
41. Μέτρα!
Είν’ άπειροι οι φευγάτοι
οπού φεύγοντας δειλιούν.
τα λαβώματα στην πλάτη
δέχοντ’ ώστε ν’ ανεβούν.
42. Εκεί μέσα
ακαρτερείτε
την αφεύγατη φθορά.
να, σας φθάνει! αποκριθείτε
στης νυκτός τη σκοτεινιά!
43.
Αποκρίνονται, και η μάχη
έτσι αρχίζει, οπού μακριά,
από ράχη εκεί σε ράχη,
αντιβούιζε φοβερά.
45. Α, τι
νύκτα ήταν εκείνη
που την τρέμει ο λογισμός!
Άλλος ύπνος δεν εγίνει,
πάρεξ θάνατου πικρός.
46. Της
σκηνής η ώρα, ο τόπος,
οι κραυγές, η ταραχή,
ο σκληρόψυχος ο τρόπος
του πολέμου και οι καπνοί,
47. και οι
βροντές και το σκοτάδι
οπού αντίσκοφτε η φωτιά,
επαράσταιναν τον Άδη
που ακαρτέρειε τα σκυλιά.
48. Τ’
ακαρτέρειε. εφαίνοντ’ ίσκιοι
αναρίθμητοι, γυμνοί,
κόρες, γέροντες, νεανίσκοι,
βρέφη ακόμη εις το βυζί.
49. Όλη μαύρη
μυρμηγκιάζει, μαύρη
η εντάφια συντροφιά, σαν
το ρούχο οπού σκεπάζει τα
κρεβάτια τα στερνά.
50. Τόσοι,
τόσοι ανταμωμένοι
επετιούντο από τη γη,
όσοι είν’ άδικα σφαγμένοι
από τούρκικην οργή. 51. Τόσα
πέφτουνε τα θερι-
σμένα αστάχια εις τους αγρούς.
σχεδόν όλα εκειά τα μέρη
εσκεπάζοντο απ’ αυτούς.
52.
Θαμποφέγγει κανέν’ άστρο,
και αναδεύοντο μαζί,
αναβαίνοντας το κάστρο
με νεκρώσιμη σιωπή.
53. Έτσι
χάμου εις την πεδιάδα,
μες στο δάσος το πυκνό,
όταν στέλνει μίαν αχνάδα
μισοφέγγαρο χλομό,
54. εάν οι
άνεμοι μες τ’ άδεια
τα κλαδιά μουγκοφυσούν,
σειούνται, σειούνται τα μαυράδια
οπού οι κλώνοι αντικτυπούν.
55.
Με τα μάτια τους γυρεύουν, όπου
είν’ αίματα πηχτά, και
μες στα αίματα χορεύουν με
βρυχίσματα βραχνά,
56. και χορεύοντας
μανίζουν
εις τους Έλληνας κοντά,
και τα στήθια τους εγγίζουν
με τα χέρια τα ψυχρά.
57. εκειό το
έγγισμα πηγαίνει
βαθιά μες στα σωθικά,
όθεν όλη η λύπη βγαίνει
και άκρα αισθάνονται ασπλαχνιά.
58. Τότε
αυξαίνει του πολέμου
ο χορός τρομακτικά,
σαν το σκόρπισμα του ανέμου
στου πελάου τη μοναξιά.
59. Κτυπούν όλοι απάνου κάτου.
κάθε κτύπημα που εβγεί,
είναι κτύπημα θανάτου
χωρίς να δευτερωθεί.
60. Κάθε σώμα
ιδρώνει, ρέει.
λες και εκείθεν η ψυχή
απ’ το μίσος που την καίει
πολεμάει να πεταχθεί.
61. Της
καρδίας κτυπίες βροντάνε
μες στα στήθια τους αργά,
και τα χέρια οπού χουμάνε
περισσότερο είν’ γοργά.
62. Ουρανός
γι’ αυτούς δεν είναι,
ουδέ πέλαγο, ουδέ γη:
γι’ αυτούς όλους το παν είναι
μαζωμένο αντάμα εκεί.
63. Τόση
η μάνητα και η ζάλη,
που στοχάζεσαι μη πως
από μία μεριά και απ’ άλλη
δε μείνει ένας ζωντανός.
99.
”Φλόγα ακοίμητην σας βρέχω, που
μ’ αυτήν αν συγκριθεί κείνη
η κάτω οπού σας έχω, σαν
δροσιά θέλει βρεθεί.
100.
”Κατατρώγει ωσάν τη σχίζα
τόπους άμετρα υψηλούς,
χώρες, όρη από τη ρίζα,
ζώα και δένδρα και θνητούς,
101. ”και το
παν το κατακαίει
και δεν σώζεται πνοή,
πάρεξ του άνεμου που πνέει
μες στη στάχτη τη λεπτή”.
102. Κάποιος
ήθελε ερωτήσει:
Του θυμού του είσαι αδελφή;
Ποίος είν’ άξιος να νικήσει,
ή με σε να μετρηθεί;
103. Η γη
αισθάνεται την τόση
του χεριού σου ανδραγαθιά,
που όλην θέλει θανατώσει
τη μισόχριστη σπορά.
104. Την
αισθάνονται και αφρίζουν
τα νερά, και τ’ αγρικώ
δυνατά να μουρμουρίζουν
σαν να ρυάζετο θηριό.
105.
Κακορίζικοι, πού πάτε
του Αχελώου μες στη ροή,
και ’πιδέξια πολεμάτε από
την καταδρομή
106. ν’
αποφύγετε! Το κύμα
έγινε όλο φουσκωτό.
εκεί εβρήκατε το μνήμα
πριν να εβρείτε αφανισμό.
107.
Βλασφημάει, σκούζει, μουγκρίζει
κάθε λάρυγγας εχθρού,
και το ρεύμα γαργαρίζει
τες βλασφήμιες του θυμού.
108. Σφαλερά
τετραποδίζουν
πλήθος άλογα, και ορθά
τρομασμένα χλιμιτρίζουν
και πατούν εις τα κορμιά.
109. Ποίος στο
σύντροφον απλώνει
χέρι, ωσάν να βοηθηθεί.
ποίος τη σάρκα του δαγκώνει
όσο οπού να νεκρωθεί.
110. Κεφαλές
απελπισμένες
με τα μάτια πεταχτά,
κατά τ’ άστρα σηκωμένες
για την ύστερη φορά.
111. Σβηέται –
αυξαίνοντας η πρώτη
του Αχελώου νεροσυρμή –
το χλιμίτρισμα και οι κρότοι
και του ανθρώπου οι γογγυσμοί.
112. Έτσι ν’
άκουα να βουίξει
τον βαθύν ωκεανό,
και στο κύμα του να πνίξει
κάθε σπέρμα Αγαρηνό,
113. και εκεί
που ’ναι η Αγία Σοφία,
μες στους λόφους τους επτά,
όλα τ’ άψυχα κορμία,
βραχοσύντριφτα, γυμνά,
114.
σωριασμένα να τα σπρώξει
η κατάρα του Θεού,
κι απ’ εκεί να τα μαζώξει
ο Αδελφός του Φεγγαριού.
115. Κάθε
πέτρα μνήμα ας γένει,
και η Θρησκεία κι η Ελευθεριά
μ’ αργοπάτημα ας πηγαίνει
μεταξύ τους, και ας μετρά.
116. Ένα
λείψανο ανεβαίνει
τεντωτό, πιστομητό,
κι άλλο ξάφνου κατεβαίνει
και δεν φαίνεται και πλιο.
117. Και χειρότερα αγριεύει
και φουσκώνει ο ποταμός.
πάντα, πάντα περισσεύει
πολυφλοίσβισμα και αφρός.
118. Α, γιατί
δεν έχω τώρα
τη φωνή του Μωυσή!
Μεγαλόφωνα, την ώρα
οπού εσβηούντο οι μισητοί,
119. τον Θεόν
ευχαριστούσε
στου πελάου τη λύσσα εμπρός,
και τα λόγια ηχολογούσε
αναρίθμητος λαός.
120. Ακλουθάει
την αρμονία
η αδελφή του Ααρών,
η προφήτισσα Μαρία,
μ’ ένα τύμπανο τερπνόν,
121. και
πηδούν όλες οι κόρες με
τ’ς αγκάλες ανοικτές,
τραγουδώντας, ανθοφόρες,
με τα τύμπανα κι εκειές.
122. Σε
γνωρίζω από την κόψη
του σπαθιού την τρομερή,
σε γνωρίζω από την όψη
που με βία μετρά τη γη. 123. Εις
αυτήν, είν’ ξακουσμένο,
δεν νικιέσαι εσύ ποτέ.
όμως, όχι, δεν είν’ ξένο
και το πέλαγο για σε.
124. Το
στοιχείον αυτό ξαπλώνει
κύματ’ άπειρα εις τη γη,
με τα οποία την περιζώνει,
κι είναι εικόνα σου λαμπρή.
125. Με
βρυχίσματα σαλεύει
που τρομάζει η ακοή.
κάθε ξύλο κινδυνεύει
και λιμιώνα αναζητεί.
126. Φαίνετ’
έπειτα η γαλήνη
και το λάμψιμο του ηλιού,
και τα χρώματα αναδίνει
του γλαυκότατου ουρανού.
127. Δεν
νικιέσαι, είν’ ξακουσμένο,
στην ξηράν εσύ ποτέ.
όμως, όχι, δεν είν’ ξένο
και το πέλαγο για σε.
128. Περνούν
άπειρα τα ξάρτια
και σαν λόγκος στριμωχτά
τα τρεχούμενα κατάρτια, τα
ολοφούσκωτα πανιά.
129. Συ τες δύναμές
σου σπρώχνεις,
και αγκαλά δεν είν’ πολλές.
πολεμώντας, άλλα διώχνεις,
άλλα παίρνεις, άλλα καις.
130. Με
επιθύμια να τηράζεις
δύο μεγάλα σε θωρώ,
και θανάσιμον τινάζεις
εναντίον τους κεραυνό.
131. Πιάνει,
αυξαίνει, κοκκινίζει,
και σηκώνει μια βροντή,
και το πέλαο χρωματίζει
με αιματόχροη βαφή.
132. Πνίγοντ’
όλοι οι πολεμάρχοι
και δεν μνέσκει ένα κορμί.
Χάρου, σκιά του Πατριάρχη,
που σ’ επέταξαν εκεί!
133.
Εκρυφόσμιγαν οι φίλοι
με τ’ς εχθρούς τους τη Λαμπρή,
και τους έτρεμαν τα χείλη
δίνοντάς τα εις το φιλί.
134. Κειες τες
δάφνες που εσκορπίστε,
τώρα πλέον δεν τες πατεί,
και το χέρι οπού εφιλήστε
πλέον, α, πλέον δεν ευλογεί.
135. Όλοι
κλαύστε! Αποθαμένος
ο αρχηγός της Εκκλησιάς.
Κλαύστε, κλαύστε! κρεμασμένος
ωσάν να ’τανε φονιάς.
136. Έχει
ολάνοικτο το στόμα
π’ ώρες πρώτα είχε γευθεί
τ’ Άγιον Αίμα, τ’ Άγιον Σώμα. λες
πως θενά ξαναβγεί
137. η
κατάρα που είχε αφήσει
λίγο πριν να αδικηθεί,
εις οποίον δεν πολεμήσει
και ημπορεί να πολεμεί.
138. Την
ακούω, βροντάει, δεν παύει
εις το πέλαγο, εις τη γη,
και μουγκρίζοντας ανάβει
την αιώνιαν αστραπή.
139. Η καρδιά
συχνοσπαράζει…
Πλην, τι βλέπω; Σοβαρά
να σωπάσω με προστάζει
με το δάκτυλο η θεά.
140. Κοιτάει γύρω εις την
Ευρώπη
τρεις φορές μ’ ανησυχιά.
προσηλώνεται κατόπι
στην Ελλάδα, και αρχινά:
141. “Παλικάρια μου, οι
πολέμοι
για σας όλοι είναι χαρά,
και το γόνα σας δεν τρέμει
στους κινδύνους εμπροστά.
142. ”Απ’ εσάς
απομακραίνει
κάθε δύναμη εχθρική,
αλλά ανίκητη μια μένει
που τες δάφνες σας μαδεί.
143. ”Μία, που όταν
ωσάν λύκοι
ξαναρχόστενε ζεστοί,
κουρασμένοι από τη νίκη,
αχ! τον νουν σάς τυραννεί.
144. ”Η Διχόνοια,
που βαστάει
ένα σκήπτρο η δολερή,
καθενός χαμογελάει,
Π ά ρ’ τ ο, λέγοντας, κ α ι σ υ.
145. ”Κειο το
σκήπτρο που σας δείχνει
έχει αλήθεια ωραία θωριά.
μην το πιάστε, γιατί ρίχνει
εισέ δάκρυα θλιβερά.
146. ”Από στόμα οπού
φθονάει,
παλικάρια, ας μην ’πωθεί,
πως το χέρι σας κτυπάει
του αδελφού την κεφαλή.
147. ”Μην ειπούν στο
στοχασμό τους
τα ξένα έθνη αληθινά:
Εάν μ ι σ ο ύ ν τ α ι α ν ά μ ε σ ό τους,
δ ε ν τ ο υ ς π ρ έ π ε ι ε λ ε υ θ ε ρ ι ά.
148. ”Τέτοια
αφήστενε φροντίδα.
όλο το αίμα οπού χυθεί
θρησκεία και για πατρίδα
όμοιαν έχει την τιμή.
149. ”Στο αίμα αυτό,
που δεν πονείτε,
για πατρίδα, για θρησκειά,
σας ορκίζω, αγκαλιασθείτε
σαν αδέλφια γκαρδιακά.
150. ”Πόσον λείπει,
στοχασθείτε,
πόσο ακόμη να παρθεί.
πάντα η νίκη, αν ενωθείτε,
πάντα εσάς θ’ ακολουθεί.
151. ”Ω ακουσμένοι
εις την ανδρεία,
καταστήτε ένα σταυρό,
και φωνάξετε με μία:
Βασιλείς, κοιτάξτ’ εδώ!
152. ”Το σημείον που
προσκυνάτε
είναι τούτο, και γι’ αυτό
ματωμένους μας κοιτάτε
στον αγώνα το σκληρό.
153. ”Ακατάπαυστα το
βρίζουν
τα σκυλιά και το πατούν,
και τα τέκνα του αφανίζουν
και την πίστη αναγελούν.
154. ”Εξ
αιτιάς του εσπάρθη, εχάθη
αίμα αθώο χριστιανικό,
που φωνάζει από τα βάθη
της νυκτός: Ν α ’κ δ ι κ η θ ώ!
155. ”Δεν ακούτε,
εσείς εικόνες
του Θεού, τέτοια φωνή;
Τώρα επέρασαν αιώνες
και δεν έπαυσε στιγμή.
156. ”Δεν ακούτε;
εις κάθε μέρος
σαν του Αβέλ καταβοά.
δεν είν’ φύσημα του αέρος
που σφυρίζει εις τα μαλλιά.
157. ”Τι θα κάμετε;
Θ’ αφήστε
να αποκτήσωμεν εμείς
’λευθερίαν, ή θα την λύστε
εξ αιτίας πολιτικής;
158. ”Τούτο ανίσως
μελετάτε,
ιδού, εμπρός σας τον Σταυρό!
Βασιλείς, ελάτε, ελάτε,
και κτυπήσετε κι εδώ!”
Ζάκυνθος, Μάιος 1823
(Διονυσίου Σολωμού «Ποιήματα και Πεζά»,
Εκδόσεις "Γράμματα", Αθήνα 1991, σελ. 87-106)