Πέμπτη 9 Απριλίου 2026

ΜΕΓΑΛΟΒΔΟΜΑΔΙΑΤΙΚΑ ΠΑΛΙΟΧΩΡΙΑΝΑ ΧΟΥΡΑΤΑ

 

ΑΠΟ ΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «ΤΑ ΠΑΛΙΟΧΩΡΙΑΝΑ» 

ΤΟΥ ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΠΑΛΑΙΟΧΩΡΙΤΩΝ ΑΘΗΝΑΣ «Η ΜΕΛΙΝΤΑ»

ΜΕΓΑΛΟΒΔΟΜΑΔΙΑΤΙΚΑ ΠΑΛΙΟΧΩΡΙΑΝΑ ΧΟΥΡΑΤΑ

 

Απορία μαθητευόμενου ψάλτη

 

     Ήταν Μεγάλη βδομάδα και στην κατάμεστη εκκλησία του χωριού κάμποσοι φοιτητές και μαθητές τότε ψέλναμε με μεγάλη κατάνυξη την ακολουθία των παθών. Επικεφαλής της χορωδίας μας ήταν ο τότε δεξιός ψάλτης και καλός γνώστης της βυζαντινής μουσικής Δημητρός Χριστέλλης.

     Σε κάποιο τροπάριο, που γνωρίζαμε όλοι τα λόγια απ’ έξω, ψάλαμε μαζί καλλίφωνα και το τελειώσαμε με μεγάλη επιτυχία. Ενθουσιάστηκε τότε ο Δημητρός κι ευχαριστημένος μας συγχαίρει:

     Μπράβου σας, πιδιά μ᾿. Σουστό Πατριαρχείου κάναμι κι ακκλησιά…

     Και συνεχίζει προσθέτοντας:

     Τσι μη νουμίζιτι ότι του ψάλσ’μου είνι απλή δ’λεια. Τι δηλαδή, άιντι στράβουσι τα χείλια σ’ τσι ψάλι;…

     Ο μικρός τότε Δημητράκης Κοφτερός, φανερά απορημένος, ρωτά τον ψάλτη:

     Ε καλά, κυρ Δημητρό, ισύ γιακί στραβών’ς τα χείλια σ’ άμα ψέλν’ς;

     Τον αρπάζει τότε ο ψάλτης απ’ τ’ αυτί και, κουνώντας το κεφάλι του πέρα δώθε, τον αποπαίρνει.

     Ισύ, παλιου-Ξτόφα, να μην ανακατεύισι όπ’ δε σ’ πέφκ’ λόγους. Ακούς κι σ’ λέγ’;

     Φοβισμένος ο Δημητρἀκης, ανοιγόκλεισε δυο-τρεις φορές τα μάτια του κι απόμεινε να κοιτά γύρω του με απορία.

 (Δημοσιευμένο στο πδκ. «Τα Παλιοχωριανά», τεύχος 10ο, Απρίλ.-Μάιος-Ιούν. 1983, σελ. 156)

 

²²²

 

Ο Εξάψαλμος

 

     Μεγαλοβδομάδα στο Παλαιοχώρι παλιά. Η καμπάνα χτυπούσε για την αγρυπνιά της Μεγάλης Δευτέρας. Το εκκλησίασμα ήταν πολύ αραιό και μόνο μερικές γριούλες ήλθαν νωρίς, για να πιάσουν στασίδι.

     Ο Εξάψαλμος άρχισε. Δεξιός ψάλτης ήταν ο Ευάγγελος Βουλγαρέλης (η Βαγγέλα) και αριστερός ο κανδηλανάφτης Δημήτριος Κοντοπός. Παπάς του χωριού ήταν ο παπα-Αντώνης. Ο αείμνηστος Κοντοπός άρχισε να λέει τον Εξάψαλμο κρατώντας την αναμμένη λαμπάδα, το μόνο μέσο φωτισμού μαζί με τους πολυελαίους του λαδιού. Σε μια στιγμή, ο Κοντοπός θέλησε να γυρίσει το φύλλο του βιβλίου, αλλά, αλλάζοντας τη λαμπάδα από το ένα χέρι στο άλλο, που όσοι τον γνώριζαν ήξεραν ότι ήταν ζαβό, του ξέφυγε η λαμπάδα, έπεσε κάτω κι έσβησε. Η «Βαγγέλα», θέλοντας να βοηθήσει τον αριστερό ψάλτη, ώστε να μη διακοπεί ο Εξάψαλμος, άρχισε να τον λέει εκείνος και για λίγα δευτερόλεπτα έψελναν κι οι δυο μαζί.

     Ο Κοντοπός κατέβασε χαμηλά στη μύτη το γυαλί και έκανε νόημα στη Βαγγέλα να σταματήσει, γιατί αυτός ύστερα από τόσα χρόνια ήξερε απέξω τον Εξάψαλμο. Ο δεξιός συνέχισε και σε μια στιγμή ο Κοντοπός εκνευρισμένος του φώναξε:

     Ποιος σ’ είπι, ρε, να πεις; Τώρα πέ’ τουν ούλουν.

     Και παρατάει το ψαλτήρι και τρυπώνει στο Ιερό. Η Βαγγέλα συνέχισε, αλλά ήταν φανερά εκνευρισμένος. Εγώ δίπλα του κρατούσα τη λαμπάδα. Σε μια στιγμή με έσπρωξε και μου είπε:

     Λέγι συ τσι έρχουμι.

     Και φεύγει κι εκείνος τρεχάτος για το Ιερό, όπου έγινε τρικούβερτος καυγάς.

     Έτσι ο εξάψαλμος της Μεγάλης Δευτέρας διαβάστηκε από τρεις. Ύστερα σου λένε «κάτσε καλά, γιατί θ’ ακούσεις τον εξάψαλμο». Είναι να μην τον ακούσεις;

 (Δημοσιευμένο στο πδκ. «Τα Παλιοχωριανά», τεύχος 14ο, Απρίλ.-Μάιος-Ιούν. 1984, σελ. 220)

 

²²²

 

Τα δώδεκα ευαγγέλια

 

     Μεγάλη Πέμπτη. Η καμπάνα χτυπούσε για τον Εσταυρωμένο. Τα μαγαζιά και τα καφενεία, ύστερα από το σφύριγμα του κλητήρα, έκλεισαν κι οι χριστιανοί ανέβαιναν για την εκκλησία. Παπάς στο χωριό ήταν ο παπα-Ᾱντώνης, γέρος και λίγο άρρωστος, σκεπτόταν πολύ πώς θα βγάλει τη Μεγαλοβδομάδα. Μη μπορώντας να κάνει αλλιώς, αποφάσισε να μην πει ολόκληρα τα ευαγγέλια, να πει βέβαια και τα δώδεκα, αλλά μόνο την αρχή και το τέλος από τα μεγάλα.

     Είπε λοιπόν το πρώτο ευαγγέλιο κομμένο, είπε και το δεύτερο, και όλα έδειχναν ότι η ακολουθία θα τελειώσει πολύ γρήγορα. Τότε ο Δημήτριος Χρυσάφης, του Σβήν’, που είχε τη μανία να χτυπάει «τ’ς καμπάνις τσι τα σημαντρέλια», μπήκε φουριόζος στο ιερό και είπε στον παπα-Αντώνη:

     Ε, παπά, ισύ έδιετς π’ πας, αύριου ε θα χκυπήσουμι πένθιμα τ’ς καμπάνις για κ’ Μιγάλ’ Παρασκιβγή, αλλά γραμμή τα σημαντρέλια για κ’ Ανάστασ’. 

 (Δημοσιευμένο στο πδκ. «Τα Παλιοχωριανά», τεύχος 13ο, Ιαν.-Φεβρ.-Μάρτ. 1984, σελ. 205)

 

²²²

 

Εκκλησιαστικές ερμηνείες

 

     Μια πασίμαδη γιορτή, στην εκκλησιά του χωριού μας οι εορτάζοντες φέρανε τον καθιερωμένο άρτο. Η Παλουγού μι του Πιρμάθ’ μπρουστά-μπρουστά, κουντά στου Άγιου Βήμα, ακούν με ευλάβεια τον παπά να βλουγά τους άρτους και να λέει: «… και κλάσας τους πέντε άρτους και εξ αυτών…». Τότε η Παλουγού, ίσια γ’ναίκα, αγράμμακ’, γυρίζ’ τσι λέγ’ στου Πιρμάθ’: «Ήκ’σις, μουρή Πιρμάθ’, τσι του πουρδέλ’ τ’ Ικστού ‒Χριστού‒ βλουγημένου ήταν. Βοήθειά μας». 

  (Δημοσιευμένο στο πδκ. «Τα Παλιοχωριανά», τεύχος 46ο, Απρ.-Μάιος-Ιούν. 1992, σελ. 754)

 

²²²

 

Παπά ευαγγέλια…

 

     Ήταν κάποια Μεγάλη Πέμπτη. Όλος ο κόσμος στην εκκλησία, μικροί και μεγάλοι. Μέσα στο Άγιο Βήμα εμείς τα παιδιά που κρατάγαμε τα εξαπτέρυγα και βοηθάγαμε τον ιερέα.

     Εγώ είχα πάρει ένα κόκκινο φρεσκοβαμμένο αυγό από το σπίτι μας και το φύλαγα μέσα στην τσέπη μου. Ο παπάς έψελνε το έβδομο ή όγδοο ευαγγέλιο, όταν, δεν ξέρω για ποιο λόγο, τσακωθήκαμε τα παιδιά μέσα στο Άγιο Βήμα και, όπως με έσπρωξε ο ξάδερφός μου Αποστόλης, έσπασε το αυγό μέσα στην τσέπη μου και πιαστήκαμε στο ξύλο.

     Ο παπα-Θανάσης μας είδε, διακόπτει το Ευαγγέλιο, μπαίνει μέσα, μας έριξε από έναν ξεγυρισμένο μπάτσο ‒ αντιλάλησε το Άγιο Βήμα! ‒ και σαν να μην έτρεχε τίποτα, ξαναγύρισε στην Άγια Πύλη και συνέχισε το Ευαγγέλιο…

 Αφήγηση Μανώλη Καμπούρη

(Δημοσιευμένο στο πδκ. «Τα Παλιοχωριανά», τεύχος 57ο, Ιαν.-Φεβρ.-Μάρτ. 1995, σελ. 931)

 

²²²

 

«Κηρύξατε τοῖς Ἀποστόλοις…»

 

     Είναι σχεδόν μεσάνυχτα της Αναστάσεως στην εκκλησία του χωριού. Οι πιστοί μόλις έχουν αφήσει τις «πόστες» και βρίσκονται στο νάρθηκα. Κρατούν στα χέρια τις αναμμένες λαμπάδες και παρακολουθούν τον παπά που διαβάζει στο Ευαγγέλιο «Κηρύξατε τοῖς Ἀποστόλοις, τι ἀνέστη Χριστὸς Θεὸς μῶν…».

     Με το τέλος του Ευαγγελίου, μια φοβερή ομοβροντία από τις καραμπίνες και τα φυσέκια συνταράζει συθέμελα την εκκλησία και σκεπάζει τις ψαλμωδίες και το «Χριστός Ανέστη».

     Δυο γριούλες, η Αμιρσούδα τσι η Βλουκίνα, αλαφιασμένες από το φόβο, χώνονται βιαστικά στην εκκλησία και διηγούνται στα άλλα γραΐδια:

     Είπι πια τσι βλουγ’μένους η παπάς «ρίξτι τσ’ Απιστόλις», εμ εν είπι α τ’ς ρίξουν μέσ’ στουν κόσμου τ’ς έρμις τσι τ’ς πιντάμαυρίς τουν…

     Κουντουργκίσαν οι αφουρ’σμέν’. Μι σαλαρτσιάσαν, βουγή να τ’ς έβρ’…

     Τότε επεμβαίνει στη συζήτηση του Μαριγώ:

     Μη χουλιουσκάτι τσι σεις… Γη μέρα του καλεί. Άιντε, τσι τ’ χρόν’. Βουήθειά μας…

     Αμήν ούλους η κόσμους…

 (Δημοσιευμένο στο πδκ. «Τα Παλιοχωριανά», τεύχος 2ο, Μάης 1981, σελ. 31)

 

²²²

 

 ΚΑΛΗ ΑΝΑΣΤΑΣΗ!

ΕΙΡΗΝΗ ΚΑΙ ΧΑΡΑ ΣΤΟ ΠΑΛΑΙΟΧΩΡΙ, ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ, Σ’ ΟΛΗ ΤΗ ΓΗ

 

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου