Δευτέρα, 6 Ιανουαρίου 2014

ΓΙΑΝΝΗΣ - ΠΑΡΟΙΜΙΕΣ

ΠΑΡΟΙΜΙΕΣ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΓΙΑΝΝΗΔΕΣ
  
- Άη-Γιάννη, το κεφάλι μου να 'γιάνει. 
- Aκόμα δεν τον είδαμε, Γιάννη τον βαφτίσαμε.
- Ακόμα δεν τον είδανε και Γιάννη τον εκράξανε (ονομάσανε).
- Άλλη δεν έχει κάνει από τη Μαριά το Γιάννη.
- Άμα ακούς Μαρία και Γιάννη, βάλε ψάρια στο τηγάνι, εξόν του μπαρμπα-Γιάννη.
- Αν είχαν οι Γιάννηδες γνώση, θα μας δάνειζαν καμπόση.
- Απ' το Γιάννη και το Λιο (Ηλία), τύφλα να 'χουνε κι οι δυο.
- Άφησε ο Γιάννης την κλεψιά κι έπιασε το ζευγάρι.
- Βγάλε Γιάννη το παιδί σου, να γιορτάζει κάθε μήνα.
- Γεναριάτικο φεγγάρι με τ’ Αϊ-Γιαννιού τη χάρη.
- Γιάννη, Γιάννη ρούβελα (κοκκινολαίμη), που λαλείς στα κούφαλα και λαλείς και
   τζιτζιρίζεις και τα κούφαλα βουρλίζεις.
- Γιάννη είχα, Γιάννη έχω, κι αν ποτέ μου θα χηρέψω, πάλι Γιάννη θα γυρέψω.
- Γιάννη μου, το μαντήλι σου...!
- Γιάννης κερνάει, Γιάννης πίνει.
- Γιάννης πήγε, Γιάννης ήρθε.
- Γράψε, Γιάννη, γράμματα και βάλε τ' όνομά σου.
- Δεν είναι Γιάννης, είναι Γιαννάκης.
- Δεν είναι κάθε μέρα τ’ Αϊ-Γιαννιού.
- Εμπήκε ο Γιώργης στο χορό κι αντάμωσε το Γιάννο.
- Έχουν και τον μπαρμπα-Γιάννη σαν το γάιδαρο που κλάνει.
- Καλά τα λέει ο Γιάννος μας, μα δεν τ' ακούει η χώρα.
- Καμία δεν εγέννησε, παρά η Μαριώ το Γιάννη.
- Κάνε, Γιάννο μ’, τη δουλειά σου κι ύστερα και πάλι θεια σου.
- Κατά το μαστρο-Γιάννη και τα κοπέλια του.
- Κόψε κέδρο, φτιάξε Αντώνη, κι από κουτσουπιά Μανώλη, εάν πεις και για το Γιάννη
   όποιο ξύλο να ’ναι κάνει.
- Κόψε κέδρο, φτιάξε Αντώνη, κι από πλάτανο Θανάση, εάν πεις και για το Γιάννη
   όποιο ξύλο κόψεις κάνει.
- Μια ο Γιάννης δεν μπορεί, μια το δόντι του πονεί.
- Μπρος Μαρία και πίσω Γιάννης.
- Να σε κάψω, Γιάννη, να σ’ αλείψω λάδι.
- Να σε κάψω, Γιάννη, να σ’ αλείψω μέλι, να ’γιάνει.
- Ξέρει ο Γιάννης τι έχει μέσα στον τορβά του…
- Ο Γιάννης με τα λόγια χτίζει ανώγια και κατώγια.
- Όλοι θέριζαν κι η Γιαννούλα άσπριζε.
- Όλοι μιλούν για τ’ άρματα, κι ο Γιάννης για την πίτα.
- Όχι Γιάννης, Γιαννάκης!
- Πότε ο Γιάννης δεν μπορεί, πότε ο κώλος του πονεί.
- Ποιος είναι γερός; Ο Γιάννης ο σπαστός. Σήκωσε το κόσκινο, πάει κι αυτός.
- Σαρανταπέντε Γιάννηδες ενός κοκόρου γνώση.
- Σαρανταπέντε Γιάννηδες ενός κοκόρου γνώση, και αν γυρνά η ζυγαριά, χωράνε κι
   άλλοι τόσοι.
- Σαρανταπέντε Γιάννηδες ενός κοκόρου γνώση. Κι αυτοί το παινευόντουσαν πού την 
   εβρήκαν τόση!
- Σπίτι χωρίς Γιάννη, προκοπή ποτέ δεν κάνει.
- Τα καλά του Γιάννη θέμε, μα το Γιάννη δεν τον θέμε.
- Τα λόλα (αγαθά) του τα θέλουμε, το Γιάννη δεν τον θέλουμε.
- Τι Γιάννης, τι Γιαννάκης.
- Τι είχες, Γιάννη; Τι είχα πάντα!
- Τι έχεις, Γιάννη; Ό,τι είχα πάντα και τα πρόβατα σαράντα.
- Τι κάνεις, Γιάννη; Κουκιά σπέρνω!
- Τρεις κι ο κούνουπας κι ο Γιάννης ο σπασμένος.
- Τρέξε Γιάννη γύρευε και Νικολό καρτέρει.
- Φοβάται ο Γιάννης το θεριό και το θεριό το Γιάννη.

Εκτός από τις παραπάνω, που ακούγονται σχεδόν όλες στο Παλαιοχώρι και στα άλλα χωριά της Λέσβου, βρήκαμε και τις παρακάτω λεσβιακές παροιμίες: 
                          
- Ακόμα ’ε’ τουν είδαμι, Γιάνν’ τουν θέκαμι.
- Γιάνν’ σα δεν έχ'ς, Γιάνν’ να γυρεύ'ς.
- Έχ’ τσι Γιάνν’ς καΐκ’ (= κάνει το σπουδαίο και πλούσιο).
- Η Γιάνν’ς θα κά’τι (κάθεται) πάντα Γιάνν’ς (= ο άνθρωπος δεν αλλάζει).
- Ξέρ’ η Γιάνν’ς κι έχ’ μέσ’ του τρουβά τ’.
- Πάντα Γιάννης δε μπουρεί, πάντα η κώλους ιτ’ πουνεί.
- Σκότουσι του Γιάνν’ τσι  βάλι τ' φτύμα, να ’γιάν’ (= όταν γίνει η ζημιά,
  δεν διορθώνεται εύκολα).

*****
                                                  
ΕΥΤΡΑΠΕΛΗ ΔΙΗΓΗΣΗ

Οι σαράντα Γιάννηδες 

     Μια φορά ήταν σαράντα Γιάννηδες και κίνησαν να πάν’ στο λόγγο , να κόψουν ξύλα. Πήραν ο καθένας από ένα τσεκούρι και ξεκίνησαν. Πήγαν, πήγαν κι όταν κοντοζύγωναν στο λόγγο, σουρούπωσε. Τότε είπαν:
     — Τώρα θα πλαγιάσουμε και πρωί - πρωί κόβουμε τα ξύλα.
     Πήγαν να πλαγιάσουν, μα φοβούνταν κιόλα κι ήθελαν να πλαγιάσουν όλοι στη μέση και κανένας στην άκρη.
     Κει που μάλωναν, τους άκουσεν ένας βοσκός και πήγε να ιδεί τι τρέχει. Μόλις τον είδαν, του είπαν:
     — Μήπως ξέρεις εσύ κανέναν τρόπο να μας βάλεις όλους στη μέση;
     — Ξέρω, τους λέει. Τι θα μου δώσετε να σας βάλω όλους στη μέση;
     — Σου δίνουμε όλα τα τσεκούρια μας, είπαν μ’ ένα στόμα.
     Ο βοσκός πήρε μια κάπα και την έβαλε από το ένα μέρος, πήρε κι ένα κούτσουρο και τβαλε από το άλλο. Ύστερα πήρε τα τσεκούρια τους κι έφυγε.
     Οι Γιάννηδες τότε πλάγιασαν και την αυγή σηκώθηκαν και κίνησαν μέσ’ στο λόγγο, να κόψουν ξύλα.
      Κοιτάνε, βλέπουν ένα κυπαρίσσι ψηλό.
     — Ελάτε, λέει ένας, να κόψουμε το κυπαρίσσι.
     — Με τι να το κόψουμε; λένε οι άλλοι. Τσεκούρια δεν έχουμε!
     — Να σας πω εγώ, λέει εκείνος. Ν’ ανεβώ εγώ να πιαστώ απ’ την κορφή, ν’ ανεβεί ένας να κρεμαστεί απ’ τα ποδάρια μου, ν’ ανεβεί άλλος ένας να κρεμαστεί απ’ τα ποδάρια αυτουνού, ένας άλλος απ’ τα ποδάρια εκεινού, όλοι να κρεμαστούμε ένας κατόπι στον άλλον. Τι θα κάμει το δέντρο; Απ’ το βάρος θα κοπεί, θα πέσει και το πελεκούμε ύστερα στο σπίτι!
     Όπως είπε, έτσι έκαμαν. αρμαθιάστηκαν ο ένας κοντά στον άλλον και κρεμνιόνταν. Τον κάτω - κάτω τον λέγανε Μαστρογιάννη Παντελή. Του πρώτου - πρώτου, που ήταν πιασμένος απ’ την κορφή του κυπαρισσιού, του πόνεσαν απ’  το βάρος τα χέρια. Φωνάζει από πάνω:
     — Ε, Μαστρογιάννη Παντελή! Βάστα μια στιγμή να κάνω κούκκου - φτύμα (να φτύσει δηλαδή τα χέρια του για να ξαναπιάσει γερά).
     Αφήνει μια στιγμή τα χέρια του, κυλίστηκαν όλοι μαζί κάτω στο ρέμα, σκοτώθηκαν. Μόνο οι δυο που ήταν κάτω - κάτω γλύτωσαν κι ο απάνω - απάνω, γιατί έπεσε πάνω στους άλλους και γλύτωσε.
     Σηκώνονται αυτοί, φεύγουν.
     Πηγαίνοντας βλέπουν απάνω σ’ ένα δέντρο και καθόταν ένα τρυγόνι. Λέει ο ένας στους άλλους δύο:
     — Ο ένας να πάει να βρει σπίρτα, για ν’ ανάψουμε φωτιά, ο άλλος να πάει να φέρει αλάτι, για να το αλατίσουμε, κι εγώ θ’ ανέβω στο δέντρο να πιάσω το πουλί.
     Κίνησαν δα αυτοί να φέρουν αλάτι και σπίρτα, για να ψήσουν το πουλί, και κείνος ανέβηκε στο δέντρο να το πιάσει.
     Το τρυγόνι πέταξε και πήγε στο άλλο δέντρο. Τότε είπε κι αυτός:
     — Πηδάς εσύ, πηδάω κι εγώ. Και πήδησε απ’ το δέντρο, έπεσε κάτω, σκοτώθηκε, κι έτυχε κι ένα φτερό πήγε στο στόμα του.
     Σαν ήρθαν οι δυο άλλοι και τον βρήκαν σκοτωμένον μ’ ένα φτερό στο στόμα του, κούνησαν το κεφάλι τους και είπαν:
     — Ποιος σου είπε να φας το κυνήγι άψητο;
     Έτσι απόμειναν οι δυο. Λέει τότε ο ένας:
     — Τι να κάνουμε τώρα τ’ αλάτι;
     — Να το σπείρουμε, λέει ο άλλος.
     Πήγαν, ζευγάρωσαν ένα χωράφι και το έσπειραν. Ύστερα πήγαιναν κάθε μέρα και κοιτούσαν αν φύτρωσε τ’ αλάτι, με δεν έβλεπαν τίποτε.
     Μια μέρα παίρνουν κι οι δυο από ένα τουφέκι στον ώμο και πάνε να ιδούν ποιος τρώει το αλάτι, να τον σκοτώσουν.
     Σαν πήγαν στο χωράφι, κοιτάει ο ένας και βλέεπι μιαν ακρίδα. Λέει στον άλλον σιγά – σιγά:
     — Ε, συ, να το πουλί που μας τρώει τ’ αλάτι!
     Κείνη τη στιγμή πηδάει η ακρίδα και κάθεται πάνω στο μέτωπο του άλλου.
     — Μην κουνιέσαι, του λέει ο σύντροφός του, να σκοτώσω το πουλί που μας τρώει τ’ αλάτι.
     Τραβάει, σκοτώνει την ακρίδα, σκοτώνει και το σύντροφό του μαζί. Απόμεινε αυτός τώρα μονάχος. Γυρίζοντας για το χωριό περνάει από ένα γεφύρι. Αποκάτω έτρεχε το ποτάμι. Πάει στην άκρη, σκύβει να ιδεί την καμάρα του γεφυριού, γκρεμίζεται. Πάει κι αυτός.

(Γεωργίου Μέγα «Ελληνικά Παραμύθια», τόμος Α΄, εκδόσεις Εστία, Αθήνα 2002, σελ. 218-220)
  

*****
       
Στην παρακάτω διεύθυνση θα βρείτε μαντινάδες με ευχές του Μανώλη Μπουρλάκη για διάφορα ονόματα, από τις οποίες αρκετές είναι για το Γιάννη και την Ιωάννα. Να τρεις απ' αυτές: 
                      
Χρόνια πολλά σου εύχομαι, Γιάννη μου, και υγεία,
να 'ναι κοντά σου πάντοτε Χριστός και Παναγία. 
           
Φεγγάρι μου, απ' τον κήπο σου όλες τσι βιόλες κόψε, 
τση Ιωάννας να τις πας, οπού γιορτάζει απόψε.
              
Χρόνια πολλά στους Γιάννηδες εύχομαι και του χρόνου
και να μη νιώσουνε ποτέ το άγγιγμα του πόνου.  

«ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ» ΣΤΟΥΣ ΓΙΑΝΝΗΔΕΣ!


ΒΟΥΝΑΤΣΟΥ ΜΥΡΣΙΝΗ

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου