Κυριακή, 1 Σεπτεμβρίου 2013

ΠΛΑΛΑ ΧΡΥΣΟΥΛΑ

ΣΕΠΤΕΜΒΡΗΣ 2013

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΣ ΤΟΥ ΜΗΝΑ Η ΧΡΥΣΟΥΛΑ ΠΛΑΛΑ
                                                                                            
Από το μήνα Αύγουστο καθιερώσαμε μία νέα σελίδα στο blog μας, με τίτλο "Λογοτέχνες του μήνα" και στόχο να σας γνωρίσουμε νέους Έλληνες και Ελληνίδες δημιουργούς. Ελπίζουμε να βρείτε ενδιαφέρουσα τη σελίδα μας αυτή...  
   
   - 2 -

«Λογοτέχνις του μήνα Σεπτεμβρίου 2013» επιλέχτηκε η συγγραφέας Χρυσούλα Πλάλα, συνταξιούχος φιλόλογος. Γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Σπούδασε Φιλολογία στην Αθήνα και Κινηματογράφο στο Λονδίνο. Εργάστηκε ως ελεύθερη επαγγελματίας για λίγο, συμμετείχε σε παραγωγές ντοκιμαντέρ και ταινιών της ελληνικής τηλεόρασης και δίδαξε ως φιλόλογος σε δημόσια σχολεία πάνω από είκοσι χρόνια.
    Σήμερα κατοικεί κοντά στην αδελφή και τα ανίψια της στο Γαλάτσι και περνά τις μέρες της γράφοντας το έκτο βιβλίο της, μια συλλογή διηγημάτων. 

     Τα πέντε βιβλία της:

«Ultra Violet», συλλογή 14 διηγημάτων, από τις Εκδόσεις Γαβριηλίδης, Αθήνα 2009, σελ. 83. Προσωπικά βιώματα, πρόσωπα κοντινά ή φανταστικά, μικρές καθημερινές ιστορίες.
                                                                       
clip_image001

      Χρυσούλα Πλάλα

     Ultra Violet

2009, σελ. 83 
   ISBN 978-960-336-435-1 
[ Κυκλοφορεί ] 
                                                            
«Ίζημα από θειάφι», δυο νουβέλες («Ο χειμώνας της πίκρας μας», «Ίζημα από θειάφι»), από τις Εκδόσεις Γαβριηλίδης, Αθήνα 2011, σελ. 117. Ο έρωτας, ο χωρισμός, η αναζήτηση σκοπού ύπαρξης κι η επανασύνδεση, θέματα που θίγονται στην πρώτη νουβέλα. Στη δεύτερη η μετοίκηση της οικογένειας δυο κοριτσιών στην Αθήνα, σπουδές στο εξωτερικό, ο μεγάλος έρωτας, το τρίτο πρόσωπο, η επιστροφή, ένα τροχαίο ατύχημα, η δύναμη της αγάπης που το ξεπερνά.  
                             
clip_image003

          Χρυσούλα Πλάλα  

                Ίζημα

             από θειάφι

 


2011, σελ. 117

ISBN 978-960-336-669-0 
[ Κυκλοφορεί ]

                                            
Η ποιητική συλλογή «Φ», από τις Εκδόσεις Γαβριηλίδης, Αθήνα 2012, με σελ. 54. Σαράντα τρία ποιήματα, γραφή βιωματική.
                                                                                                               
clip_image005

« Φ »




2012, σελ. 54

διαστ. 14,5 Χ 21,5

ISBN 978-960-336-742-5

[ Κυκλοφορεί 


- «Με λένε Τίμο και πάω Β΄ Λυκείου», από τις Εκδόσεις Γαβριηλίδης, Αθήνα 2012, σελ. 51. Ντοκιμαντερίστικο υλικό-συνέντευξη μιας παρέας εφήβων. Από εκεί διαφαίνονται οι απόψεις τους για τη ζωή, οι προτιμήσεις τους, ο τρόπος που διασκεδάζουν κι οι σχέσεις τους με το άλλο φύλο. Η συγγραφέας επινοεί ένα φανταστικό πρόσωπο φίλο της παρέας, τον Τίμο.
                                                                                   
clip_image007

           Με λένε Τίμο 

       και πάω Β΄Λυκείου       




2012, σελ. 51 
ISBN 978-960-336-821-2    

 [ Κυκλοφορεί ]


«Πρόσωπα της Αφροδίτης», δυο νουβέλες κι ένα διήγημα («Κόκκινο σαντορινιό κρασί», «Η Όλιβ συναντά τη Διδώ», «Ο καπνός της προσευχής»), από τις Εκδόσεις Γαβριηλίδης, Αθήνα 2013, σελ. 135. Μια γυναίκα, δύο άνδρες και σαντορινιό κρασί, η οπτασία του νεκρού ινδάλματος του Άγγελου Δ. σ’ ένα φανταστικό σενάριο, ένας μοναχός κι η ετοιμοθάνατη αγαπημένη γυναίκα της ζωής του γεμίζουν τις σελίδες του βιβλίου.                                                                                           
clip_image008

        Χρυσούλα Πλάλα

            Πρόσωπα

         της Αφροδίτης




2013, σελ. 135
ISBN 978-960-336-943-1
[ Κυκλοφορεί ]  
                                                                                                   
     Τέλη Σεπτέμβρη θα γίνει η παρουσίαση των βιβλίων της στα γραφεία των εκδόσεων Γαβριηλίδη και αρχές Οκτώβρη ανάλογη εκδήλωση στο Γαλάτσι. 
     Από το «Ultra Violet» επιλέξαμε το διήγημα «Μάνα κι αδερφή» (σελ. 9-13), από την ποιητική συλλογή «Φ» τα ποιήματα «Στη μητέρα μου» (σελ. 30) και «Κύκλος» (σελ. 40). Προδημοσιεύουμε, επίσης, τρία διηγήματα από την υπό έκδοση συλλογή διηγημάτων της: «Η χάρις», που πραγματεύεται το θέμα της συγχώρεσης, «Σηκώθηκε κύμα», που αναφέρεται στον αποχαιρετισμό αγαπημένων μας που πεθαίνουν,  «Η εντολή της αγάπης», που δίνει το στίγμα του θρησκευόμενου ανθρώπου.     


ΜΑΝΑ ΚΙ ΑΔΕΡΦΗ

      Εδώ και τέσσερα χρόνια, ελάχιστα υπάρχουν χώρια η μάνα μου και η Ρούσα.
     Ήρθε στο σπίτι μας ένα φθινοπωρινό απόγευμα, κυρία από τη Γεωργία, ενώ άλλη περιμέναμε.
    Μας κατέκτησε αμέσως. Πρόθυμη και συναισθηματική, ελληνικά ελάχιστα.
     Η αδερφή της η Όλγα την παρουσίαζε ως κατέχουσα τη δύναμη των βοτάνων που με θαυμαστές μείξεις παρασκεύαζε και κατέβαινε η χοληστερίνη, η πίεση, βοηθούσαν στα κοιλιακά, στην άνοδο του αιματοκρίτη.
     Κι εγώ και η αδερφή μου με διάθεση «μπράβο» παρά αμφισβητώντας τα λόγια της λέγαμε εκστατικές: «Αλήθεια;»
     Και η Ρούσα απαντούσε «Βέβια».
     Αυτή τη λέξη την πρωτάκουσα από το στόμα της. Φυσικά, σε τέσσερα χρόνια είπε και «Δροσούλα έχει σήμερα. Φαγώθηκε η μαμά σας να ζητάει αυτό…» και διάφορα άλλα, προς μεγάλη μας χαρά.
     Κατατοπιστήκαμε για τον τόπο, την πατρίδα της από φυσική άποψη, διατρέξαμε τα βουνά και τα χωριά και, για να την ικανοποιήσω, πράγματι συνέκρινα το Αιγαίο με τη Μαύρη Θάλασσα με μισή καρδιά.
     Όταν έφυγε κακήν κακώς ο Σεβαρντνάντζε, δώσαμε οποίες κατάρες για να μη ζήσει να χαρεί ό,τι είχε κατακλέψει από το έρημο το κράτος και στηρίξαμε ηθικά τη βελούδινη επανάσταση με το Σαακασβίλι.
     Πάντα γκρίνιαζα όταν έπρεπε να περιποιηθώ τη μάνα μου στα τέσσερα ρεπό της Ρούσας το μήνα. Με έπιανε μια βαρυγκόμια, μια δυσθυμία, και μετά κλάμα και τύψεις.
     Προσευχόμουν αλλά και ευχόμουν η ιστορία αυτή να μην πάει πέρα από τα όρια της αντοχής μας.
     Σαν παρουσία ζέσταινε το χώρο. Την πειράζαμε, συμμετείχε στις συζητήσεις μας με το δικό της τρόπο και γελούσαμε.
     Μου έκανε εντύπωση όταν έλεγε: «εγώ σ’ αυτό το σπίτι προσκύνησα για πρώτη φορά» (εννοώντας μπήκε ως νύφη για να την ευλογήσουν η πεθερά κι ο πεθερός).
     Αναρωτιόμουν τι θα μπορούσα να κάνω για να απαλύνω τη μελαγχολία της, αυτές τις τέσσερις έρημες Κυριακές κυρίως, γιατί δεν περπατούσε.
     Έστυψα το κεφάλι μου και κατέληξα. Είχα μια ευκολία και εξέπεμπα μια σιγουριά όταν μιλούσα για την πόρτα του θανάτου και κείθε και, επειδή έβλεπα πως δεν έμενε καιρός πολύς, είπα ότι θα τα καταφέρω να μιλήσω για την «εντεύθεν των Άλπεων Γαλατία». Αυτό μου έδωσε μεγάλη χαρά. Πίστεψα ότι θα απάλυνα κάποιες φοβίες της.
     Πήρα αφορμή από την επίμονη ερώτηση που μου έκανε κάθε Κυριακή εδώ κι ένα χρόνο.
     — Πήγες να πάρεις τα σεντόνια; (Μιλάμε για τα νεκροσέντονα).
     — Μαμά, έχουμε καιρό. Μήπως είδες στον ύπνο σου τον μπαμπά;
     — Δεν τον είδα. Αλλά αγόρασε εσύ τα σεντόνια. Θέλω να έχουν δαντέλα.
     — Μαμά, φοβάσαι όταν έρθει η ώρα;
   — Δε φοβάμαι, αλλά... (κι η φωνή της έσπασε) είμαι παραπονιάρα... (κι αμέσως) έχει αίματα εκεί;
     — Δεν έχει αίματα... καθόλου αίματα, είπα με έμφαση. Εξάλλου θα κατέβει ο μπαμπάς να ανεβείτε μαζί. Να στο πω πιο αναλυτικά: αποχωρώντας (απέφευγα επιμελώς τη λέξη πεθαίνω) ξεπετάγεται μέσα από το σώμα που έχουμε ένα άλλο σώμα ελαφρότερο, φωτεινό, με προορισμό τον ήλιο... Και δεν θα είσαι μόνη σου. Εδώ κάτω θα είμαστε εμείς μαζί σου... με τα παιδιά, κι εκεί όλο το σόι. Μπορεί να έχει νύχτα έξω κι εσύ θα 'σαι ανάμεσα σε φως δυνατό. Μάνα, θέλω να σ' ευχαριστήσω, που έκανες υπομονή μαζί μου και δε θύμωνες αρκετά. 

     Μετά ζήταγε τα γυαλιά της να διαβάσει το «Πιστεύω».
    
(Από τη συλλογή διηγημάτων «ULTRA VIOLET», Εκδόσεις Γαβριηλίδης, Αθήνα 20O9, σελ. 9-13)


ΣΤΗ ΜΗΤΕΡΑ ΜΟΥ

Σε θυμάμαι με τα χέρια πλεγμένα
από αμηχανία να ζαρώνεις ένα ύφασμα
κι από περισσή στενοχώρια
να το βρέχεις με τα δάκρυά σου
ψελλίζοντας με παράπονο τ’ όνομά μου
γιατί ήμουν ένοχη.
Ήθελα να σου στεγνώσω εκείνα τα δάκρυα
για να παρηγοριέμαι στα ύστερνά μου.
Δεν έχει σημασία που ο χρόνος
έφερε γέλια.
Έκτοτε λάτρεψα την κεκλιμένη κεφαλή
τ’ αμήχανα χέρια και τα δάκρυα.

(Από την ποιητική συλλογή «Φ», Εκδ. Γαβριηλίδης, Αθήνα 2012, σελ. 30)


ΚΥΚΛΟΣ

Παντρεύτηκε, γέννησε
τα παιδιά γίνηκαν άντρες
και γυναίκες μεγάλες.
Αναζητούσε τον άντρα της
πεθαμένο χρόνια
τώρα που απόκαμε
να της γλυκάνει τα χείλη
και κάθε μέρα ταξίδευε πίσω.
Έτσι πέρασε κι ακόμη μια ζωή
μ’ εκείνο το παλιό δεμένο βύσσινο.

(Από την ποιητική συλλογή «Φ», Εκδόσεις Γαβριηλίδης, Αθήνα 2012, σελ. 40)


Η ΧΑΡΙΣ

     Είχε λάβει μήνυμα να πάει σ’ ένα μέρος δύσβατο, απόμακρο, να πάει να ’ξομολογήσει δυο ανθρώπους στο ίδιο χωριό: κοντά στην κορυφή του βουνού τον ένα, στη σπηλιά, στις παρυφές του βουνού τον άλλο, στις πηγές — δυο κατατρεγμένους που πλήρωναν για τα λάθη τους, μικρά - μεγάλα δεν ήξερε  έστειλαν μήνυμα σ’ αυτόν, τον παπά, τον ερημίτη, το σοφό. Τον ζήτησαν. περιέργως δεν ήταν στο τέλος τους, ήταν απ’ το βάρος της καρδιάς τους. Πώς να πορευτούν το υπόλοιπό τους, πώς μετά ν’ ανεβούν επάνω, χωρίς να ξαλαφρώσουν λίγο;
     Είχε βρεθεί πολλές φορές στο κρεβάτι του πόνου ανθρώπων που έφευγαν, αλλά ποτέ γιατί δεν άντεχαν το βάρος της καρδιάς τους.
     Κατέβηκε με τα πόδια, αναμετρώντας τις δυνάμεις του, με το δισάκι των προσευχών του, τα πόδια του ανήμπορα, αλλά το χρέος και η πίστη τα φτέρωναν.
     Ρώτησε για το καλυβάκι του Παναγιώτη. Τον οδήγησε εκεί ένα νέο παλληκάρι.
     Πήρε το μονοπάτι δεόμενος για τους αδύνατους. Θεωρούσε τον εαυτό του μεσάζοντα θερμό κι, ως έβγαινε ο λόγος από μέσα του γλυκός, έφτασε στη θύρα του Παναγιώτη, μια πόρτα που θύμιζε κοτέτσι. Έσκυψε το κεφάλι και, μέχρι να το σηκώσει, δέχτηκε το καλωσόρισμα:
     «Γέροντα, σ’ ευγνωμονώ που με τιμάς».
     Ο Παναγιώτης γονατιστός στα πόδια του.
     Έβαλε το χέρι του στο κεφάλι του.
     «Παιδί μου, ήρθα να σ’ ακούσω, να ’χεις τη χάρη του Θεού».
     Κάθισαν δίπλα σε μια ελιά, σ’ ένα πεζουλάκι κτιστό. Ο Γέροντας ζήτησε νερό κι ο Παναγιώτης, αφού το ’φερε, σχεδόν κρεμάστηκε απ’ τα χείλη του — χωρίς ο ιερωμένος να μιλάει — και βγάζοντας τα σώψυχά του άπλωσε στα ράσα το βάρος της ψυχής του.
     Δεν ήταν κλέφτης και βιαστής, άδικος και σκληρός; Ήταν.
     Ο Γέροντας λύγιζε απ’ την πίκρα του, αλλά κάποιος έσπρωχνε το χέρι του να τον ευλογήσει. Κι έβαλε και τα δυο του χέρια και σκέπασε τον Παναγιώτη. 


(Προδημοσίευση από την υπό έκδοση συλλογή διηγημάτων της Χρυσούλας Πλάλα)


ΣΗΚΩΘΗΚΕ ΚΥΜΑ

     Έπεσε το φως, νωρίς το απόγευμα κάποιο σύννεφο πέρασε κι έκλεισε εντελώς η διάθεσή της. Ψυχολογικά κρατιόταν μόνο απ’ τον ανοιχτό ουρανό.
     Όλα εδώ κάτω είχαν μπλαβίσει… επρόκειτο για μία αναχώρηση στους ουρανούς, ένα θάνατο μιας αγαπημένης φίλης.
     Προετοιμαζόταν γι’ αυτό δυο χρόνια τώρα… και δεν την αποχαιρέτησε… δεν πήγε στην κηδεία.
     Το προηγούμενο βράδυ είχαν ειδωθεί, είχαν μιλήσει για την ακρίβεια των εισιτηρίων των πλοίων και θυμήθηκαν κάποιες διακοπές τους στην Αμοργό.
     «Πώς βούιζε εκείνος ο αέρας στο μοναστήρι της Αγίας Άννας! Δεν ακούγαμε η μια την άλλη. Κι εσύ τραβούσες φωτογραφίες συνέχεια…»
     «Τώρα μ’ ακούς; Ακούς τους κραδασμούς στη φωνή μου;»
     «Νίκη, όταν μπεις στο "διαστημόπλοιο" και φτάσεις, θα είναι σαν αναγέννηση… Θα έρχεσαι όποτε επιθυμείς να μας βλέπεις… Τχουμε πει αυτά…»
     «Μου στοιχίζει το ότι δεν θα κάνουμε διάλογο.»
     «Θα δεις πως οι χαρές εκεί είναι άλλες… κι εγώ θα μικραίνω μέσα σου…»
     «Η σιγουριά σου σπάει κόκαλα… Άνοιξε το παράθυρο πριν φύγεις, ν’ ακούω τη νύχτα…»
     Την άφησε έτσι, μαζί με το νυχτιάτικο μαγνάδι. Το πρωί έμαθε πως πέθανε.
     Δε θέλησε να την αποχαιρετήσει μαζί με τους άλλους μετά τη νεκρώσιμη ακολουθία.
     Περίμενε να φτάσει η ώρα οκτώ και να πάει στο λοφάκι κοντά στο σπίτι της, ν’ αγναντέψει τη θάλασσα.
     Τη σκεφτόταν συνέχεια. Κάθισε σ’ ένα παγκάκι… γλύκανε η διάθεσή της με τα χρώματα γύρω. Σχεδόν άκουσε το «κλικ» της φωτογραφικής μηχανής της.
     Σηκώθηκε γαλήνια και πήρε το δρόμο για το σπίτι με μια τρελή επιθυμία, να δει όλες τις φωτογραφίες που είχε απ’ το ταξίδι τους στην Ινδία.
     Αναρωτήθηκε: αποχαιρετάμε ποτέ τους αγαπημένους;

(Προδημοσίευση από την υπό έκδοση συλλογή διηγημάτων της Χρυσούλας Πλάλα)


Η ΕΝΤΟΛΗ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ

     Ήταν χρόνια καμένα κι άγονα. Έψαχνε παντού γύρω της ένα στήριγμα για να πορευτεί, είχε αρχίσει η ζωή της να γίνεται ανήφορος. Τα εύρισκε όλα ξερά και στεγνά. Οι άνθρωποι της φαίνονταν μαραμένοι. Όλη αυτή η αίσθηση και ο πόνος ήταν ο εαυτός της.
     Δεν θυμάται καλά, ήταν σε κάποιο εσπερινό ή στη θεία λειτουργία της Κυριακής, όταν μέσα στο μυαλό της, ανάμεσα σε προσευχές ατελείς κι ένα δέος τρομαχτικό, άκουσε ότι «δέος προς εμένα σημαίνει περισσότερη αγάπη προς εμένα».
     Πανικοβλήθηκε και όσο επαναλάμβανε τα λόγια που άκουσε εντός της καθηλώθηκε. Ένιωσε το είναι της να μαζεύεται, να λειτουργεί ως προς αυτό που της ειπώθηκε ως ζωοποιός λόγος, σωματούμενος.
     Της πήρε κάποια ώρα να σηκωθεί με διαυγή νου, πήγε στο παγκάρι, έψαξε για το φυλλάδιο της «Φωνής του Κυρίου». Βγήκε απ’ την εκκλησία.
     Πήγε σπίτι κι άνοιξε ένα ξεχασμένο προσευχητάρι. Πίσω απ’ το εξώφυλλο είχε κολλήσει γνωμικά απ’ το ευαγγέλιο, που διάβαζε κατά καιρούς. Πώς είχε αφήσει να κιτρινίσει αυτή η συνήθεια και δεν τα αναζήτησε χρόνια τώρα; Συννέφιασε, μπλάβισε η διάθεσή της κι άρχισαν τα μάτια της να τρέχουν. Ήταν η αρχή της αναζήτησής της.
     Άρχισε να μελετάει την Καινή Διαθήκη, άρθρα από πεφωτισμένος ανθρώπους, βίους αγίων, να ψελλίζει ύμνους. Ένιωσε τη νηστεία επιβεβλημένη για τα ρυπαρά της χείλη και την ανάγκη να μεταλάβει το Σώμα και το Αίμα Του.
     Σιγά - σιγά οι άνθρωποι γύρω της αποκτούσαν σάρκα και χρώματα, καλυτέρευε η όψη τους, φαίνονταν πιο ζεστοί, πιο κοντινοί. Έδειχνε ενδιαφέρον για τα προβλήματά τους, οι ανάγκες τους πλημμύρισαν το μυαλό της, οι έγνοιες τους την κινητοποιούσαν…
     Ο κάματος της μέρας άρχισε να γίνεται γλυκός και λόγος Ύπαρξης. 
     Μια μέρα που είχε αποκάμει και δεν μπορούσε να ψιθυρίσει τη βραδινή της προσευχή, έκαμε το σταυρό της και είπε: «Πώς αλλιώς να σου δείξω την αγάπη μου, Κύριε;».
       
(Προδημοσίευση από την υπό έκδοση συλλογή διηγημάτων της Χρυσούλας Πλάλα)

1/9/2013
ΒΟΥΝΑΤΣΟΥ ΜΥΡΣΙΝΗ

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου