Σάββατο, 5 Οκτωβρίου 2013

ΜΥΤΙΛΗΝΑΙΟΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ

                                                 ΟΚΤΩΒΡΗΣ 2013

ΛΟΓΟΤΕΧΝΗΣ ΤΟΥ ΜΗΝΑ Ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΕΜΜ. ΜΥΤΙΛΗΝΑΙΟΣ
                                            
Από το μήνα Αύγουστο καθιερώσαμε μία νέα σελίδα στο blog μας, με τίτλο "Λογοτέχνες του μήνα" και στόχο να σας γνωρίσουμε νέους Έλληνες και Ελληνίδες δημιουργούς. Ελπίζουμε να βρείτε ενδιαφέρουσα τη σελίδα μας αυτή... 

   - 3 -

     «Λογοτέχνης του μήνα Οκτωβρίου 2013» επιλέχτηκε ο συγγραφέας Δημήτρης Μυτιληναίος, τρίτο παιδί της Μαρίας, το γένος Χρίστου Παπακωνσταντίνου, και του αείμνηστου λόγιου ιερέα Εμμανουήλ Μυτιληναίου (1900-1960), ο οποίος γεννήθηκε στον Καρτεράδο Σαντορίνης και για πολλά χρόνια υπηρέτησε ως πρωτοπρεσβύτερος στη Λέσβο. Μεγαλύτερα αδέλφια του Δημήτρη η Καλλιόπη και ο Γιώργος, που σπούδασαν Θεολογία, ενώ η μικρότερη αδελφή του Χριστίνα διακρίθηκε στο σχέδιο. Τα πρώτα μαθητικά χρόνια του τα έζησε στη Λέσβο, που την αγαπά σαν δεύτερη πατρίδα του.      
     Γεννήθηκε το 1933 στην Αθήνα. Το 1935 η οικογένειά του μετακόμισε στη Λέσβο, στην Αγιάσο (1936-1941), έπειτα στο Πλωμάρι (1941-1945) και στη Μυτιλήνη (1935-1936 και 1945-1949). Στο Πλωμάρι ο πατέρας του, σαν πρωτοπρεσβύτερος του Ι.Ν. Αγίου Νικολάου, διοργάνωνε τα συσσίτια στα μαύρα χρόνια της Κατοχής. Η προτομή του στήθηκε το 1990 στο προαύλιο του ναού.
     Το 1949 ο Δημήτρης Μυτιληναίος επέστρεψε στην Αθήνα, όταν ο πατέρας του μετατέθηκε στην εκκλησία της Αποστολικής Διακονίας Αγίας Βαρβάρας. Είναι απόφοιτος του εξαταξίου Γυμνασίου Αιγάλεω. Λόγω της επαφής του με τη θάλασσα στη Λέσβο, ήθελε να γίνει καπετάνιος, αλλά ήρθε κι άραξε και ρίζωσε στην Αγία Βαρβάρα Αττικής. Εργάστηκε έξι χρόνια στη διεκπεραίωση ενός μηνιαίου περιοδικού και έπειτα ως υπάλληλος καταστήματος ειδών υγιεινής. Το 1964 παντρεύτηκε κι απέκτησε δύο παιδιά, τη Μαρία και το Μανώλη. Το 1970 άνοιξε δικό του κατάστημα Υδραυλικών-Ειδών Υγιεινής στην Αγία Βαρβάρα.
     Μετά τη συνταξιοδότησή του το 1995, δημοσίευσε έξι βιβλία, κυρίως ποιητικές συλλογές: «Απόσταγμα» (1996), «Έκσταση» (2003), που την αφιερώνει και στην Πλωμαρίτισσα δασκάλα του Ειρήνη Φεργαδιώτη, «Σημάδι μεσοπέλαγα» (2006), «Οι κλώνοι της αγάπης» (2007), «Ζωή επί Γης» (2010) και «Μια ζωγραφιά» (2012). Ποιήματά του δημοσιεύονται συχνά στα περιοδικά «Αιολικά Γράμματα» του Κώστα Βαλέτα και «Αγιάσος» του Φιλοπρόοδου Συλλόγου Αγιασωτών στην Αθήνα και στις τοπικές εφημερίδες «Προοδευτική» και «Αιγάλεω» Αγίας Βαρβάρας, όπου διαμένει. Είναι μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών.
     Τα κείμενά του, ποιήματα κυρίως και λίγα πεζά, πηγάζουν από μία βαθύτερη εσωτερική ανάγκη κι εκφράζουν το υψηλό ήθος ενός ιδεολόγου ανθρώπου: αγάπη και κατανόηση για το συνάνθρωπο, φυσιολατρία, αποκήρυξη της βίας, δημοκρατικά ιδεώδη, κριτική αντιμετώπιση της ζωής, προβληματισμός, απέραντη ανθρωπιά. Στα πρώτα ποιήματά του κυριαρχούν οι νοσταλγικές αναμνήσεις των παιδικών και εφηβικών του χρόνων, τα βιώματα από την Κατοχή, η φιλία, η αγάπη για την οικογένεια, ο ρομαντικός έρωτας, ο αθλητισμός, η αγάπη για τα ζώα, η προστασία του περιβάλλοντος, η καλοσύνη σε όλες της τις μορφές. Με λυρική νεοελληνική γλώσσα, στέλνει μηνύματα συναδέλφωσης και ειρηνικής συνύπαρξης. Στα νεότερα ποιήματά του διακρίνουμε μία στροφή προς το σήμερα, προβληματισμό και διαμαρτυρία σε πιο δυνατούς τόνους. Τα δραματικά πολιτικά γεγονότα των τελευταίων χρόνων γεμίζουν τους στίχους του ερωτηματικά, που εκφράζουν την αγωνία του σκεπτόμενου Έλληνα πολίτη για την τύχη της Ελλάδας και του κόσμου όλου. Ωστόσο, η κραυγή αγωνίας είναι συνάμα θαρραλέο κάλεσμα για αντίσταση.  
     Ας γνωρίσουμε όμως πιο άμεσα το σεμνό και ευαίσθητο λογοτέχνη, διαβάζοντας την «αυτοβιοανάλυση» και τα ποιήματα που διαλέξαμε από τις συλλογές του…    
    
ΑΥΤΟΒΙΟΑΝΑΛΥΣΗ 

Επάγγελμα, συνταξιούχος έμπορος.
Σαν άνθρωπος, μια πολυσχιδής μετριότητα.
Μέτριος στο ανάστημα.
Μέτριος μαθητής.
Μέτριος αθλητής (κολύμπι, μπάσκετ, βόλεϊ, ποδόσφαιρο, τρέξιμο, πινγκ-πονγκ, σκάκι, αθλήματα που λάτρεψα και διέθεσα πάρα πολύ χρόνο, όχι για ρεκόρ).
Μέτριος ναυτικός (με καΐκι τρεις μήνες).
Μέτριος φαντάρος (ασυρματιστής και χειριστής κινηματογραφικής μηχανής).
Μέτριος συγγενής.
Μέτριος πατέρας, καλός παππούς πιστεύω.
Μέτριος υπάλληλος.
Μέτριος λογιστής.
Μέτριος επαγγελματίας, έμπορος.
Μέτριος συνδικαλιστής.
Μέτριος μουσικός, τραγουδιστής, ψαλμωδός.
Μέτριος δημοσιογράφος.
Μέτριος ποιητής.
     Όλες αυτές οι μετριότητες συνθέτουν τον άνθρωπο Δημήτρη, 70 χρόνων. Με δυο μόνο σχετικά υψηλούς δείκτες, της ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΗΣ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗΣ και της ΚΡΙΤΙΚΗΣ ΣΚΕΨΗΣ. Με γνώμονα πάντα το «ΠΑΝ ΜΕΤΡΟΝ ΑΡΙΣΤΟΝ».
    Λειτουργώ και σκέφτομαι πάντα συναισθηματικά, δηλαδή ανθρώπινα. Αποτέλεσμα σήμερα υγιής «Ψυχή τε και σώματι».
     Οικονομικά σχεδόν «Ταπί τε και ψύχραιμος».
    Ευτυχισμένος δεν μπορώ να είμαι με όσα συμβαίνουν γύρω μας και απανταχού. Θα ήμουν, αν ζούσα σ’ έναν άλλο κόσμο, σ’ έναν κόσμο όπου δεν θα κυριαρχούσε μια και μόνον αξία, η πηγή όλων των δεινών της ανθρωπότητας, το κέρδος…
«Είναι μεν κίνητρο, είναι δε μεγάλη συμφορά,
όταν οι άνθρωποι χάσουν την ανθρωπιά».
Με αγάπη
Δημήτρης Μυτιληναίος

(Από τη συλλογή «Έκσταση», Αθήνα 2003, σελ. 76)

clip_image002
 Εμμανουήλ και Μαρία Μυτιληναίου με τα παιδιά τους Γιώργο, Δημήτρη και Καλλιόπη στην Αγιάσο το 1939

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ 

Ο παπα-Μανώλης, τριάντα εννιά χρόνων,
καθισμένος στην ψάθινη πολυθρόνα
με απλωμένες τις μαύρες φτερούγες
αγκαλιάζει με πατρική στοργή τ’ αετόπουλα.

Αριστερά του όρθια η Πόπη,
δέκα χρόνων, λεπτή σαν οδοντογλυφίδα,
δεξιά ο Γιώργος καθιστός στην πολυθρόνα
με πόδια κρεμαστά πάν’ από το πάτωμα, οκτώ χρόνων. 

Ανάμεσά τους όρθιος κι εγώ, έξη χρόνων,
χέρι με χέρι, κεφάλι με κεφάλι με το Γιώργο,
αγαπημένα αδερφάκια, άνισα κι αχώριστα
και πίσω αριστερά ολόρθια δεσπόζει η μητέρα.

Τι ομορφιά και τι κορμοστασιά!...
δε σταματώ να την κοιτώ, δεν τη χορταίνω
και σήμερα σ’ ένα κρεβάτι ξαπλωμένη,
μισοπαράλυτη, αδύναμη, χαμένη…

Δεν το πιστεύω και κρυφοκλαίω…
                                            
29-7-2000
ΥΓ.: Έσβησε 24-12-2000
(Από τη συλλογή «Έκσταση», Αθήνα 2003, σελ. 29)


ΑΞΕΧΑΣΤΕΣ ΜΝΗΜΕΣ
ΑΓΙΑΣΟΣ 

Χαρά μου πρώτη παιδική και μακρινή Αγιάσο
με τους αγνούς, καλούς, αγαπητούς ανθρώπους
τις μυρουδιές της άνοιξης αναπολώ και νοσταλγώ,
τις κερασιές, τις καστανιές, τις καρυδιές και τ’ άλλα.

Τον παιδικό στρατό της γειτονιάς
με τις στολές τις χάρτινες, τον αρχηγό,
που τ’ όνομά του έχω ξεχάσει από καιρό
θυμάμαι μόνο την πυγμή και τη μορφή του.

Τον πρώτο καραγκιόζη στο χάλασμα της γειτονιάς
μ’ ένα σεντόνι κάτασπρο κι ένα λυχνάρι,
τα παραμύθια τις βραδιές της άνοιξης
και του χιονιού τη ζωγραφιά μες στο χειμώνα.

Την εκκλησιά της Παναγιάς της Μεγαλόχαρης
με τ’ ασημένια τα πολλά και τα μαλαματένια
και τους πιστούς ξυπόλυτους, γονατιστούς να προσκυνούν
τη δοξασμένη εποχή του έπους του σαράντα.

Μα τις απόκριες, στον πλάτανο της αγοράς
μ’ ένα κουτί κι ένα χωνί, σε γλώσσα κοφτερή
τη σάτιρα του Ράδιο-Πασκάλ, μοναδική…
Κι έχουν περάσει κιόλας σαρανταπέντε χρόνια…
1986
(Από την ποιητική συλλογή «Έκσταση», Αθήνα 2003, σελ. 15)

   
 ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΝΑΜΝΗΣΗ

     Ένα μεγάλο δένδρο δεσπόζει στην πλατεία της πόλης μας. Δεν γνώριζα το είδος του κι, όπως περνούσα πρόσφατα δίπλα, σκόνταψα στους καρπούς του που είχαν πέσει. Και πώς ήταν δυνατό να τους ξεχάσω, αφού είχαν συμβάλει αποφασιστικά στη σωτηρία μου, τα χρόνια της κατοχής των Γερμανών, από τη φοβερή πείνα; Έσκυψα, μάζεψα ένα κομμάτι, ήταν ένα χαρούπι. Το κράτησα στο χέρι μου κι ένα σωρό δυσάρεστες αναμνήσεις ξαναζωντάνεψαν…

     Ένα τεράστιο γερμανικό πλοίο κατασκευασμένο εξ ολοκλήρου από τσιμέντο ― δεν έχω ξαναδεί ποτέ άλλοτε ― είχε πλευρίσει στην προβλήτα του λιμανιού στο Πλωμάρι της Λέσβου φορτωμένο μέχρι τα μπούνια με χαρούπια.
     Πλησιάσαμε σιγά-σιγά φοβισμένα και πεινασμένα αρκετά παιδιά. Οι Γερμανοί ναύτες χαμογέλασαν. Εμείς πήραμε θάρρος κι απλώσαμε τα χέρια. Μας λυπήθηκαν κι άρχισαν να μας δίνουν. Τα τρώγαμε με βουλιμία κι αυτοί γελούσανε, οι ναυτικοί είναι καλοί άνθρωποι, μας έδωσαν πάρα πολλά. Χορτάσαμε χαρούπι.
     Έως ότου φύγει το πλοίο, αρκετές ημέρες, πηγαίναμε και μας έδιναν. Ήταν μια συμβολή για τη σωτηρία μας. Το χαρούπι έχει μια γλυκιά γεύση, είναι όμως σκληρό σαν ξύλο, λέγεται και ξυλοκέρατο. Τότε για μας ήταν το μάννα.

     Το έφερα στο σπίτι και το έβαλα στο γραφείο, σε περίοπτη θέση. Έχουν περάσει από τότε εξήντα πέντε χρόνια…
     Οφείλουμε πάρα πολλά στη φύση. Ας της δώσουμε το σεβασμό που της πρέπει, γιατί αλλιώς είμαστε χαμένοι…
                                     
      (Από την ποιητική συλλογή «Οι κλώνοι της αγάπης», Αθήνα 2007, σελ. 48-49)


ΑΞΕΧΑΣΤΕΣ ΜΝΗΜΕΣ
Από τα χρόνια της Κατοχής 1940-44 
Η ΠΕΙΝΑ 

Μια κουταλιά εσύ
μια κουταλιά εγώ
η μία έγιναν δύο
οι δυο εικοσιδύο.

Τι πείνα ήταν εκείνη…

Παιδιά μικρά αδέλφια εμείς
δεν περιμέναμε τους άλλους τρεις
τα λιγοστά ρεβύθια στο τσουκάλι
απέμειναν ελάχιστα.

Μ’ ένα συναίσθημα ντροπής και ενοχής
όμως κάπως χορτάτοι.
(Από τη συλλογή «Ζωή επί Γης», Αθήνα 2010, σελ. 39)


ΑΞΕΧΑΣΤΕΣ ΜΝΗΜΕΣ
Από τα χρόνια της Κατοχής 1940-44 
Ο ΓΑΤΟΣ 

Θα ήμουν έξι χρόνων
όταν μας χάρισαν ένα γατάκι
ο αδελφός μου ήταν οκτώ
η αδελφή μου δέκα.

Ήταν μεγάλη η χαρά.
Τιγρέ σε γκρίζο χρώμα
η περιποίηση μοναδική
και τα μουστάκια του εντυπωσιακά.

Εξού και η ονομασία
έμπνευση του αδελφού μου
Ντούι Χάι ο Μουστακαλής
πώς του ’ρθε δε θυμάμαι.

Παιχνίδι καθημερινό
ο τετράποδος φίλος
σε ένα χρόνο μέσα
μεγάλωσε πολύ.

Ήρθαν οι Γερμανοί
έγινε κατοχή
μετάθεση από Αγιάσο
εις Πλωμάρι Λέσβου.

Επήραμε μαζί και το γατί
το Ντούι Χάι το Μουστακαλή
κι εκεί αρχίζει το μαρτύριο
της πείνας και για το Μουστακαλή.

Τρέχει από ’δω,
τρέχει από ’κει,
να βρει τροφή
είχε πολύ εξελιχθεί εις την κλοπή.

Μια μέρα κάτω από το σπίτι
τον βλέπουμε να τρέχει να σωθεί
του είχε επιτεθεί ένα σκυλί
ένα σκυλί λυκόσκυλο των Γερμανών.

Αναρριχιέται σε μια ξύλινη κολόνα
και το λυκόσκυλο από κάτω να γαβγίζει,
κουράστηκε σε λίγο και πετιέται
σε μια σκεπή χαμόσπιτου από κάτω.

Πηδά κι ο σκύλος και τον κυνηγά
κι ο γάτος ταμπουρώνεται στην καμινάδα του τζακιού
χώνει τη μούρη του να τον αρπάξει
και του την κάνει αγνώριστη στο αίμα.  

Βλέπει ο Γερμανός το χάλι του
και τον φωνάζει
και εμείς χαρούμενοι
κρυφά χειροκροτάμε.

Μια επιτυχημένη αντίσταση
των αιώνιων εχθρών
του ισχυρού έναντι του αδύναμου
«του σκύλου και του γάτου».

Όμως ο γάτος ήταν εξ Αγιάσου…
                                                                                                              
(Από την ποιητική συλλογή «Ζωή επί Γης», Αθήνα 2010, σελ. 40-42)


Οι Γερμανοί
Για όσους δεν τους γνώρισαν

Όταν ακούω
γερμανική γλώσσα,
αυτή η βάρβαρη, κακόηχη προφορά
άθελά μου συνδέεται
με πείνα, εγκλήματα, καταστροφή.

Όσο κι αν προσπαθώ,
δεν μπορώ να ξεχάσω
αυτά που έζησα
στα χρόνια της γερμανικής
κατοχής.

Έχει γράψει ο Φρ. Νίτσε
στο «΄Ιδε ο άνθρωπος»
πριν από πολλά χρόνια:

«… Οι Γερμανοί δεν έχουν καθόλου
ιδέα για τη χυδαιότητά τους μα σ’ αυτό ακριβώς
βρίσκεται η κορωνίδα της χυδαιότητας
μάλιστα δεν ντρέπονται που δεν είναι παρά
Γερμανοί… Ανακατεύονται με όλα, πιστεύουν ότι είναι
ικανοί να εκφέρουν γνώμη για όλα…»*

Δεν έχουν αλλάξει καθόλου.
Υπάρχουν, βέβαια, πάντα εξαιρέσεις.
*Απόσπασμα από το έργο του Γερμανού συγγραφέα Φρ. Νίτσε «Ίδε ο άνθρωπος», εκδ. ″Νέος Σταθμός″, σελ 198.
   
                      (Από την ποιητική συλλογή «Μια ζωγραφιά», Αθήνα 2012, σελ. 42)



Ο ΠΛΑΤΑΝΟΣ ΤΗΣ ΑΓΟΡΑΣ 

Οι πρώτες μου εικόνες
παιδικές είναι Αγιάσος.
Η εκκλησιά της Παναγιάς,
οι πιστοί που συνέρρεαν.

Τα στενά δρομάκια,
κεραμόσκεπα γραφικά σπιτάκια,
τότε μας φάνταζαν πελώρια,
πατωμένες, ανηφοριές, κατηφοριές.

Οι φίλοι μας, τα παιχνίδια, η αγορά
με έναν πανέμορφο
τεράστιο πλάτανο
που δεν υπάρχει πια.

Τι έγινε ο πλάτανος, αδέρφια,
ο πνεύμονας, η δροσιά του χωριού,
μήπως ξεράθηκε;
Όχι, τον έκοψαν.

Απόμεινα άφωνος,
μονάχα σκέφτηκα…
Τόση ομορφιά!... Γιατί;
Θα υπάρχει πλέον μόνο στη σκέψη μας,
ώσπου να φύγουμε κι εμείς…

(Δημοσιευμένο στη σελ. 50 της ποιητικής συλλογής του «Μια ζωγραφιά» και στο τεύχος 191 πρδκ. «Αγιάσος», Αθήνα, Ιούλης-Αύγουστος 2012, σ. 27)


ΖΩΗ ΕΠΙ ΓΗΣ
        στ΄ 

Στην τσιμενταρισμένη αυλή
ένα κλωνί ξεπήδησε
σε μια σχισμή
τον ήλιο αποζητά να ιδεί
και να χαρεί λίγη ζωή
μικρή ελπίδα για τη γη.

(Από τη συλλογή «Ζωή επί Γης», Αθήνα 2010, σελ. 16. Δημοσιευμένο και στο τεύχος 243 του πρδκ. «Αιολικά Γράμματα», Αθήνα, Μάης-Ιούνης 2010, σ. 53)


ΕΦΗΒΙΚΟ ΣΚΙΡΤΗΜΑ 
                                              
Αραγμένο καΐκι
σε λιμάνι απάνεμο
τρεχαντήρι η πλώρη
καραβόσκαρο πρύμνη.

Ένας έφηβος μούτσος
μοναχός ερωτεύεται
το φεγγάρι, τη θάλασσα
και το γάργαρο γέλιο,

που το φέρνει ο άνεμος,
κοριτσιών από πέρα
και φουσκώνουν τα στήθη του
η καρδιά του πετάει.

Μαγεμένος σωπαίνει
και ρουφάει ευτυχία,
σ’ ένα αστέρι που πέφτει
μια ευχή ψιθυρίζει…
                                  (Από τη συλλογή «Οι κλώνοι της αγάπης», Αθήνα 2007, σελ. 26)


Ο ΑΡΡΑΒΩΝΑΣ 
                                              
Πέρασαν χρόνια
ο έρωτας μεγάλωσε
μεγάλωσαν και τα φτερά του
είν’ ένας πολύτιμος τρίτος.

Ας του φορέσουμε
χρυσές χειροπέδες
κι ας ευχηθούμε
ποτέ να μη δραπετεύσει.
1963
(Από τη συλλογή «Ζωή επί Γης», Αθήνα 2010, σελ. 34)


ΟΙ ΔΡΑΠΕΤΕΣ 
                                              
Ο φτερωτός έρωτας
αργά, αργά, αθόρυβα
αντάμα με την ομορφιά
απέδρασαν.

Οι χρυσές χειροπέδες
στα ρυτιδωμένα δάκτυλα
απέμειναν…
αναλλοίωτες αναμνήσεις.
2008
(Από τη συλλογή «Ζωή επί Γης», Αθήνα 2010, σελ. 35)


ΑΣΚΗΣΗ ΣΤΟ ΑΛΣΟΣ 

Με δέος προσέρχομαι Κυριακή,
στο Ναό της φύσης, πρωί.

Ψαλτήρια τα δέντρ’ αψηλά
τ’ αηδόνια ψάλλουν γλυκά.

Γοργό το βήμα ταχύ
η καρδιά μου χτυπά μηχανή.

Οι ψυχές των δένδρων σφιχτά
με τυλίγουν, μου δίνουν χαρά.

Πνοές οξυγόνου ζωής,
μιας άλλης θερμής προσευχής.

Αύριο πάλι εδώ!...
θα προλάβω να ’ρθω;

Φεβρ. 1998
(Από τη συλλογή «Έκσταση», Αθήνα 2003, σελ. 23)


ΟΙ ΚΛΩΝΟΙ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ 
Στο φίλο ποιητή Ξενοφώντα Στεργίου

Οι κλώνοι της αγάπης σου
απλώνονται σ’ ολόκληρη τη γη,
σε όλα τα ζωντανά της,
όχι μονάχα στους ανθρώπους.

Μπόλι απ’ τους κλώνους αυτούς
ας πάρουν οι νέοι
για να βγουν με μάτια ανοιχτά
απ’ το τέλμα που σήμερα ζουν.

(Από τη συλλογή «Οι κλώνοι της αγάπης», Αθήνα 2007, σελ. 11)


ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣ 

Οι φίλοι μας ένας-ένας φεύγουν.
Συμπαρασέρνουν μαζί ό,τι πιο ακριβό
σφυρηλατήσαμε όλα τα χρόνια
με ειλικρίνεια και συντροφικότητα.

Την άδολη αγάπη!...

Χάνουμε τους μάρτυρες της ζωής μας.
Αυτοί μόνο μας γνώριζαν τόσο καλά.
Αυτοί μας αγάπησαν αληθινά.
Αδειάζει η ζωή μας, η ύπαρξή μας.

Πρέπει κάτι να κάνουμε.
Ας γράψουμε τις σκέψεις,
τις αναμνήσεις, τα συναισθήματα
προσφορά παρουσίας ανθρώπων
που έζησαν στη Γη με αξίες.
      
       (Από την ποιητική συλλογή «Μια ζωγραφιά», Αθήνα 2012, σελ. 28)


Κι ένα ποίημά του επίκαιρο όσο ποτέ άλλοτε…
ΑΠΛΟΙ ΘΕΑΤΕΣ 

Η τεχνολογία προχώρησε
χάριν του κέρδους,
το λειτούργημα έγινε επάγγελμα
χάριν του κέρδους,
ο άνθρωπος ξανάγινε σκλάβος
χάριν του κέρδους,
οι πόλεμοι συνεχίζονται
χάριν του κέρδους,
ο πολιτισμός αντιστέκεται μάταια
η ελπίδα συνθλίβεται
χάριν του κέρδους,
κι εμείς απλοί θεατές…
Του κέρδους!...
                       (Από τη συλλογή «Ζωή επί Γης», Αθήνα 2010, σελ. 26)


Η ΥΠΟΔΟΥΛΩΣΗ 

Τάδε έφη Κίσσινγκερ:
Στην Ελλάδα στοχεύσατε
την παράδοση
την ιστορία
τη θρησκεία
τη γλώσσα.

Όμως αυτά θέλουν χρόνο
ο εκμαυλισμός των πολιτικών
αναιρεί τις αξίες άμεσα
πάντα βρίσκεις δύο π.

Πουλημένους προδότες
Γερμανική συνταγή.
   
                     (Από την ποιητική συλλογή «Μια ζωγραφιά», Αθήνα 2012, σελ. 43)


ΕΣΟ ΕΤΟΙΜΟΣ 

Μελετώντας μπορείς
με τη σκέψη να διώξεις
θεούς και δαίμονες
απ’ τη συνείδησή σου.

Το κενό
θα πλημμυρίσει ελευθερία!...
          
                    (Από την ποιητική συλλογή «Μια ζωγραφιά», Αθήνα 2012, σελ. 32) 


ΤΟ ΣΧΕΔΙΟ 

Εκμαυλίστε τους.
Δανείστε τους.
Αφανίστε τους.

Όχι, «κύριοι»,
εσείς δεν είσθε
δείγμα της κοινωνίας μας.
Είσθε ό,τι χειρότερο.

Εκείνος που εξαπατά
λέγεται απατεώνας.
Εκείνος που εξαπατά
το Λαό και τον ψηφίζει:
πολιτικός απατεώνας!

Οπωσδήποτε δεν είσθε όλοι,
είστε όμως αρκετοί
κι άλλοι τόσοι συνυπεύθυνοι
για αυτόν τον ξεπεσμό. Κρίμα!

Κρίμα που σας πίστεψαν
(γι’ αυτό είναι δύναμη τα ΜΜΕ).
Φέρτε πίσω τα κλεμμένα.
Μόνο τότε μπορεί να λυτρωθείτε.

Μα τι λέω, αν είναι δυνατόν,
πολυεθνές οργανωμένο σχέδιο
κι όλοι πίνουν στην υγειά μας.
Δουλειά, κορόιδα.
Σύγχρονοι σκλάβοι.
       
(Δημοσιευμένο στο τ. 183 πρδκ. «Αγιάσος», Αθήνα, Μάρτης-Απρίλης 2011, σ. 26)


ΕΜΕΙΣ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ 

Πώς είναι δυνατόν
εμείς οι Έλληνες
οι απόγονοι τέτοιου πολιτισμού
τόσο μεγάλων ηρώων
να εκπέσουμε σε τέτοια διαφθορά;

Πώς είναι δυνατόν
εμείς οι Έλληνες
να μην μπορούμε να εκδιώξουμε
με την ψήφο μας τους επίορκους
και υπαίτιους αυτής της διαφθοράς;

(Δημοσιευμένο στο τ. 257 πρδκ. «Αιολικά Γράμματα», Αθήνα, Σεπτέμβρης-Οκτώβρης 2012, σ. 30)


Ο ΣΤΟΧΟΣ 

Εκτός του συναλλάγματος
που έφυγε από την Ελλάδα,
αναχωρούν κι οι Έλληνες
εργάτες, επιστήμονες, αδειάζει η χώρα.

Τι θα συμβεί;
Ποιος ωφελείται άραγε;
Ποιοι φέρουν την ευθύνη;
Είναι ανίκανοι; Δεν το πιστεύω…

Η απαλλοτρίωση της χώρας εμφανής,
ο στόχος πέτυχε διάνα!
Ο λαός πένεται, αργοπεθαίνει.
Οι υπεύθυνοι περί αριθμούς τυρβάζουν.

Πλην του αριθμού των ανέργων
και της αλήθειας των αιτιών του δράματος.                     
Δεκ. 2012  
                         
(Δημοσιευμένο στο τ. 193 πρδκ. «Αγιάσος», Αθήνα, Νοέμβρης-Δεκέμβρης 2012, σ. 27)


ΔΙΚΤΑΤΟΡΕΥΟΜΕΝΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ 

Χαράζει,
η κορυφογραμμή του Κιθαιρώνα
ξεχώρισε.
Μάτι δεν μπόρεσα να κλείσω.

Τα δυο εκατομμύρια άνεργοι
ακόμα σωπαίνουν.

Πότε βασιλευομένη Δημοκρατία,
πότε δικτατορευομένη Δημοκρατία
Άγγλοι, Αμερικάνοι, Γερμανοί,
δικτατορίες, αδύνατο χωρίς πάτρωνες.

Μεσίτες παχύδερμα
ξεπουλάνε το βιος μας.

Ξυπνήστε άνεργοι
και σεις οι άλλοι
οι φοβισμένοι, οι προδομένοι
Ξυπνήστε – Χανόμαστε.

(Δημοσιευμένο στο τ. 263 πρδκ. «Αιολικά Γράμματα», Αθήνα, Σεπτέμβρης-Οκτώβρης 2013, σ. 43)


ΜΙΑ ΖΩΓΡΑΦΙΑ 

Εγώ δεν γράφω
για να γίνω ποιητής.
Μ’ αυτές τις λέξεις που νογώ
μια ζωγραφιά σκαρώνω της ψυχής.

Να μη χαθεί
και ίσως να κριθεί
πάνω στη γη
απ’ τους ανθρώπους.

(Δημοσιευμένο στη σελ. 13 της ποιητικής συλλογής του «Μια ζωγραφιά» και
 στο τ. 185 πρδκ. «Αγιάσος», Αθήνα, Ιούλης-Αύγουστος 2011, σ. 27)

ΔΕΝ ΠΩΛΕΙΤΑΙ 

Υπήρξα μια ζωή
έμπορος για να ζήσω.
Είπα τώρα,
να μην εμπορευτώ
και τις ιδέες μου
γιατί δεν ήμουν
ποτέ καλός έμπορος
ούτε και καλός ποιητής
για να πλουτίσω.
                       (Από τη συλλογή «Ζωή επί Γης», Αθήνα 2010, σελ. 9)


ΕΠΙΛΟΓΟΣ 

Μη μ’ αναζητήσεις
στην πολύβοη πόλη
μήτε στ’ ακρογιάλι
το ηλιοβασίλεμα.

Ίσως να μ’ εύρεις
στις λίγες σελίδες
που θ’ απομείνουν
σε κάποιο σου ράφι.
(Από τη συλλογή «Οι κλώνοι της αγάπης», Αθήνα 2007, σελ. 43)

clip_image004
Φωτογραφία του Δημήτρη Μυτιληναίου δημοσιευμένη στη συλλογή "Έκσταση".

*****

    Μία βιβλιοπαρουσίαση που δεν έγινε υπήρξε αφορμή να γνωρίσουμε το Δημήτρη Μυτιληναίο. Παρ’ ότι Σαντοριναίος στην καταγωγή, λόγω του επωνύμου του και της αγάπης του για τη Λέσβο, μας έδωσε την εντύπωση πως μιλούσαμε με Πλωμαρίτη συμπατριώτη μας. Πάνω απ’ όλα όμως ξεχώριζε για την ευγένεια και την εγκαρδιότητά του. Όταν διαβάσαμε τα βιβλία του, νιώσαμε πως τα έγραψε ένας άνθρωπος με υψηλά ιδανικά και ήθος. Σκεφτήκαμε τότε πως ίσως συνέβαλε σ’ αυτό και το γεγονός ότι πέρασε τα παιδικά του χρόνια στο αγαπημένο μας Νησί…

5/10/2013
ΒΟΥΝΑΤΣΟΥ ΜΥΡΣΙΝΗ
                                                                        
Σημείωση: Διαβάστε επιστολή του κ. Δημήτρη Μυτιληναίου στην ανάρτηση της 6ης-4-2014, στη διεύθυνση:

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου