Παρασκευή, 27 Νοεμβρίου 2015

ΦΤΙΑΧΝΟΥΜΕ ΓΙΑΟΥΡΤΙ

Πώς φτιάχνουμε Γιαούρτι στη Λέσβο

Υλικά:

- 1 λίτρο (4 φλυτζάνια) γάλα πρόβειο ή κατσικίσιο ή εμπορίου φρέσκο πλήρες
- 3 κουταλιές γιαούρτι ολόπαχο με τσίπα (1 κοφτή κουταλιά σούπας για κάθε μπολ)
- 3 μπολ ή κεσεδάκια και θερμόμετρο μαγειρικής

Παρασκευή:

1. Θερμαίνουμε το γάλα στους 90 βαθμούς Κελσίου περίπου. Μόλις δούμε ότι αρχίζει να φουσκώνει, το κατεβάζουμε από τη φωτιά και το μοιράζουμε σε 3 κεσεδάκια, κατά προτίμηση πήλινα, γιατί διατηρούν πιο σταθερή τη θερμοκρασία.

2. Αφήνουμε να κρυώσει λίγο το γάλα και μετά μετράμε τη θερμοκρασία με θερμόμετρο μαγειρικής (να είναι περίπου 45 βαθμούς Κελσίου) ή με τον εξής παραδοσιακό τρόπο: βάζουμε το δάχτυλό μας μέσα στο γάλα και μετράμε ως το 20. Αν δεν καούμε, ρίχνουμε μια κουταλιά γιαούρτι μέσα σε κάθε μπολ, τα σκεπάζουμε καλά με βαμβακερή πετσέτα και κουβέρτα από πάνω και τα αφήνουμε σε θερμοκρασία δωματίου τρεις ώρες περίπου χωρίς να τα μετακινήσουμε, για να πήξουν. Προσέχουμε να μην καταστρέψουμε την τσίπα που έχει το ζεστό γάλα. 
     [Όσο πιο ζεστό είναι το γάλα όταν προσθέτουμε το γιαούρτι, τόσο πιο ξινό γίνεται. Αν θέλουμε να γίνει το γιαούρτι μας πιο γλυκό, θα πρέπει να χλιάνει περισσότερο το γάλα. Προσοχή! Αν η θερμοκρασία πέσει κάτω από 40 βαθμούς ή είναι νερωμένο το γάλα, το γιαούρτι δεν πήζει. Αν πάλι η θερμοκρασία είναι πάνω από 50 βαθμούς ή ξινή η μαγιά, τότε γίνεται ξινό.]  

3. Όταν πήξει το γιαούρτι, βάζουμε τα κεσεδάκια στο ψυγείο και τα αφήνουμε μερικές ώρες, πριν τα καταναλώσουμε.
Καλοφάγωτο!

4. Αν δεν έχουμε γιαουρτομαγιά και θέλουμε να φτιάξουμε, ακολουθούμε την εξής διαδικασία σε τρεις φάσεις: α) Θερμαίνουμε 1 φλυτζάνι γάλα, το κρυώνουμε μέχρι να φτάσει τους 35 βαθμούς, το βάζουμε σε ανοιχτό μπολ, το σκεπάζουμε με τουλουπάνι και το αφήνουμε σε σταθερή θερμοκρασία 28-30 βαθμών μια μέρα, για να ξινίσει. β) Θερμαίνουμε πάλι 1 φλυτζάνι γάλα, ρίχνουμε μέσα 1 κουταλιά σούπας από το ξινό υλικό, το σκεπάζουμε και το αφήνουμε μερικές ώρες σε ζεστό μέρος, να πήξει. γ) Επαναλαμβάνουμε τη διαδικασία της δεύτερης φάσης, ρίχνοντας από το παχύρρευστο υλικό 1 κουταλιά σούπας, το σκεπάζουμε και σε μερικές ώρες γίνεται γιαούρτι, το οποίο μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε ως μαγιά για να φτιάξουμε γιαούρτι. Διατηρείται στο ψυγείο 10 μέρες περίπου.
     Σημείωση: Βίντεο παρασκευής μαγιάς με τον παραπάνω τρόπο βρήκα στην εξαιρετική ιστοσελίδα  http://www.ftiaxno.gr/2007/07/blog-post_3785.html.
Καλή Επιτυχία!

²²²

ΠΑΡΟΙΜΙΕΣ ΚΑΙ ΠΑΡΟΙΜΙΩΔΕΙΣ ΦΡΑΣΕΙΣ ΜΕ ΓΙΑΟΥΡΤΙ !

- Απ’ του διαβόλου το μαντρί, νε (=ούτε) γιαούρτι, νε τυρί.
- Άσπρος σαν το γιαούρτι.
- Εκάγαμε α σο γάλαν, φυσούμε και το ξύγαλαν (ποντιακή: Καήκαμε από το γάλα,
  φυσούμε και το γιαούρτι)
- Θα μας πάρουν με τα γιαούρτια!
- Κάηκε η βάβω στο κουρκούτι, φυσάει και το γιαούρτι.
- Κάηκε η γριά στο χυλό, φυσά και το γιαούρτι.
- Κι αν γίνει η θάλασσα γιαούρτι, οι φτωχοί δεν θα ’χουν κουτάλια.
- Με γιαούρτι ν’ αλειφτούμε, ασπροπρόσωποι να βγούμε.
- Όποιος καεί στην ψωμαγεριά, φυσά και το γιαούρτι.
- Τώρα που έγινε η θάλασσα γιαούρτι, δεν έχουμε κουτάλια.
- Τώρα που έγινε η σάλτσα γιαούρτι, χάσαμε τα κουτάλια.

²²²

ΠΑΛΙΟΧΩΡΙΑΝΟ ΧΟΥΡΑΤΟ
Πιάτου θέλ’…

     Η Μαρία Π. Αχειλαρά (Μπουτούδ’) ήταν έγκυος κι ένιωσε την επιθυμία να φάει γιαούρτι. Παρήγγειλε στη μάνα της Αμιρζάρα, που έμενε κοντά στην αγορά δίπλα από του Μαλαμαδέλ’ το μαγαζί, αν φέρει κάποιος γιαούρτι, να της αγοράσει μισή οκά.
     Πράγματι, ο Παναγιώτης Σαββέλης (Τσουμπανέλ’) το βράδυ κατέβασε μια τσανάκα, την έβαλε στην Καμάρα και πήγαιναν οι Παλιοχωριανοί με τα πιάτα τους κι αγόραζαν όσο ήθελε ο καθένας.
     Έτρεξε κι η Αμιρζάρα. Πάνω στη λαχτάρα της όμως να πάρει γιαούρτι για την κόρη της, που θα της έκανε και το πρώτο εγγόνι, ξέχασε να πάρει πιάτο μαζί της. Πάει στο Σαββέλη και του λέει:
     ― Μ’σή ουκά γιαούρτ’.
     Ο Παναγιώτης της απαντά:
     ― Πιάτου θέλ’…
     Η Αμιρζάρα, που δεν ήθελε να δώσει λογαριασμό, έκανε πως δεν κατάλαβε και του ξαναλέει:
     ― Βάλι μ’ μ’σή ουκά γιαούρτ’, είπα.
     Ο Παναγιώτης λέει ξανά:
     ― Πιάτου θέλ’…
     Και η Αμιρζάρα, εκνευρισμένη από την επιμονή του Παναγιώτη, ξέσπασε:
     ― Ποια του θέλ’;… Ποια του θέλ’;… Η κόρη μ’ η Μαρία είνι αγκαστρουμέν’ τσι του θέλ’.
     Κόκαλο ο Σαββέλης!

Από το Χρήστο Π. Αχειλαρά
(Δημοσιευμένο στο πδκ. «Τα Παλιοχωριανά», τόμος Β΄, τεύχος 44ο, Οκτ.-Νοέμβρ.-Δεκ. 1991, σελ. 722)

²²²

ΜΙΑ ΣΧΟΛΙΚΗ ΑΝΑΜΝΗΣΗ

     Σχολικό έτος 1969-1970. Συγκατοικούσα τότε με την εξαδέλφη μου Διαμάντω Χρ. Κουτσουραδή, κόρη της αγαπημένης μου θείας Ευαγγελίας, αδελφής του πατέρα μου. Μαθήτρια Γ΄ τάξης η Διαμάντω και Ε΄ τάξης εγώ στο εξατάξιο Γυμνάσιο Πλωμαρίου. Όλη την εβδομάδα μέναμε στο Πλωμάρι και το Σαββατοκύριακο γυρίζαμε στο Παλαιοχώρι, για να δούμε τους γονείς μας και για ανεφοδιασμό. Μέχρι τα μισά της εβδομάδας καταναλώναμε τα φαγητά που μας είχαν ορδινιάσει οι μητέρες μας. Τις υπόλοιπες μέρες μαγειρεύαμε μετά το σχολείο. Εκτός από τις σχολικές μας υποχρεώσεις, όσα παιδιά ήμασταν από χωριά έπρεπε να καθαρίζουμε το σπίτι που νοικιάζαμε και να μαγειρεύουμε απλά φαγητά. Μακριά απ’ τα σπίτια μας, για να μάθουμε γράμματα…
     Ακούγοντας κάθε πρωί κάποιον πλανόδιο που πουλούσε γάλα στο Πλωμάρι να διαλαλεί το γάλα του, κάποια μέρα αποφασίσαμε να αγοράσουμε γάλα και να φτιάξουμε γιαούρτι. Κι οι δυο είχαμε από το σπίτι μας σχεδόν ανύπαρκτες γνώσεις από αυτή την εργασία. Εγώ είχα δει τη θεία Ευαγγελία Καλαϊτζή - Ραφτέλη, αδελφή της μητέρας μου, να μετρά με το δάχτυλο τη θερμοκρασία του γάλακτος και να ρίχνει τη μαγιά. Θα εφαρμόζαμε όμως μια συνταγή που είχαμε βρει στο περιοδικό «Ρομάντσο».
     Αγοράσαμε γάλα, ακολουθἠσαμε πιστά τις οδηγίες και περιμέναμε να πήξει. Ήμασταν χαρούμενες κι ανυπόμονες να το γευτούμε. Άδικα όμως περιμέναμε ώρες ολόκληρες να πήξει το γιαούρτι, που παρέμενε ένας παχύρρευστος χυλός. Τη χαρά διαδέχτηκε η ανησυχία και την ανησυχία η απογοήτευση. Το αποτέλεσμα της γαλακτοκομικής μας δραστηριότητας ήταν κάτω του μετρίου. Ο γαλατάς νέρωνε το γάλα, μας είπαν!...  
     Από τότε μέχρι σήμερα, που μου γεννήθηκε πάλι η επιθυμία να φτιάξω γιαούρτι με γάλα από το σούπερ-μάρκετ της γειτονιάς μου, δεν ξαναδοκίμασα να φτιάξω γιαούρτι. Τη συνταγή την κατέγραψα από γυναίκες του χωριού μου κι από το Διαδίκτυο. Ελπίζω αυτή τη φορά να μου πετύχει!

Μυρσίνη Βουνάτσου

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου