Παρασκευή, 5 Ιουλίου 2019

ΤΖΙΤΖΙΚΙΑ…


ΤΕΤΤΙΞ… ΤΕΤΤΙΓΙΟΝ… ΤΖΙΤΖΙΚΑΣ… ΤΖΙΤΖΙΚΙ… ΤΖΙΤΖΙΡΑΣ…

     Ακούσατε τα τζιτζίκια; Με τον καύσωνα, εμφανίστηκαν πριν από τρεις μέρες και στην πολύβουη αθηναϊκή γειτονιά μου. Από τις 5.30΄το πρωί μέχρι αργά το βράδυ, ανάλογα βέβαια με τη θερμοκρασία και την υγρασία, θα μας κάνουν συντροφιά. Τώρα, ας ξαναγυρίσουμε στην Τρίτη Δημοτικού κι ας διαβάσουμε τι έγραψε για τον τζίτζικα ο Γεώργιος Σ. Βλέσσας (1910-2015) σε σχολικό βιβλίο Φυτολογίας – Ζωολογίας.

Ο ΤΖΙΤΖΙΚΑΣ 

    Ποιος δεν τον ξέρει τον τραγουδιστή;
    Ο τζίτζικας δε ζει μονάχα στους αγρούς. Ζει και στους κήπους και στα λιβάδια και στα δάση. Άμα ο ήλιος το καλοκαίρι γίνεται ανυπόφορος και όλα τα ζώα τρέχουν να βρούνε σκιά να ξαπλώσουν, ο τζίτζικας, πάντα χαρούμενος και κεφάτος, μας ξεκουφαίνει με τα τραγούδια του τα μεσημέρια.
     Ο τζίτζικας είναι έντομο. Κοιτάξτε το κεφάλι του. Είναι πολύ μεγάλο, λες και είναι συνέχεια του θώρακα. Ο λαιμός δεν ξεχωρίζει. Επάνω στο κεφάλι του έχει δυο μικρές κεραίες, δυο μεγάλα μάτια και άλλα τρία πολύ μικρά. Η προβοσκίδα του είναι μακρουλή και φθάνει ως την κοιλιά του. Στο θώρακα έχει δυο ζευγάρια φτερά και 6 πόδια με δυο νύχια το καθένα.
    Ανάμεσα στην κοιλιά και το θώρακά του, έχει δυο μικρά τύμπανα, τα κουνάει αδιάκοπα και βγάζει το γνωστό ήχο τζι, τζι, τζι.
    Ο τζίτζικας γεννάει μέσα στο χώμα τα αυγά του το φθινόπωρο και έπειτα ψοφάει.
    Τα αυγά του μένουν όλον το χειμώνα μέσα στο χώμα. Την άνοιξη με τις ζέστες σκάζουν και βγαίνουν μικρά σκουληκάκια. Εκεί μέσα στο χώμα που είναι βρίσκουν και τρώνε διάφορα σάπια φύλλα, φυτικές ουσίες, και μεγαλώνουν. Τον Ιούνιο μεταμορφώνονται και, από σκουληκάκια που ήσαν, γίνονται τέλεια τζιτζίκια. Βγαίνουν από το χώμα, σκαρφαλώνουν στους κορμούς των δέντρων, βγάζουν το δέρμα, που είχαν όταν ήσαν μέσα στο χώμα, πετούν κι αρχίζουν το τραγούδι τους.
    Ο τζίτζικας δεν τρώει σχεδόν τίποτε. Μόνο λίγο χυμό από τα φύλλα ή από τον κορμό των δέντρων ρουφάει με την προβοσκίδα του. Εχθρούς ο τζίτζικας έχει τα πουλιά.
    Ο τζίτζικας 1) παίρνει το χρώμα του μέρους όπου ζει. Έτσι δεν μπορεί κανείς να τον διακρίνει εύκολα. Δοκιμάστε να πιάσετε έναν τζίτζικα που τραγουδάει στο δέντρο, να δείτε πόση ώρα θα ψάξετε. Καμουφλάρεται λοιπόν και προφυλάγεται από τους εχθρούς του.
    2) Έχει νύχια μυτερά διπλά. Έτσι μπορεί και σκαρφαλώνει και κρατιέται καλά επάνω στα δέντρα.
    3) Τραγουδάει μόνον ο αρσενικός τζίτζικας, για να διασκεδάζει την τζιτζικίνα.
    4) Τραγουδάει με τα τύμπανά του και όχι με το στόμα του, όπως θα νόμιζε κανείς.
    Ο τζίτζικας δεν είναι βλαβερό ζώο στη γεωργία, μόνο μας ανησυχεί λίγο τα μεσημέρια του καλοκαιριού. 

ΛΑΪΚΑ ΓΝΩΜΙΚΑ
Τζίτζικας ελάλησε, μαύρη ρόγα γυάλισε.
Μη σε γελάση ο βάτραχος και το χελιδονάκι.
Αν δεν λαλήση ο τζίτζικας, δεν είν’ καλοκαιράκι.

(Πηγές: Σχολικό βιβλίο Φυτολογίας – Ζωολογίας Γ΄ Δημοτικού, Γ. Σ. Βλέσσας, «Φυτά και Ζώα της Πατρίδος μας», εκδόσεις Ατλαντίς, Αθήνα, σελ. 67-68,
http://e-library.iep.edu.gr/iep/collection/browse/item.html?code=01-17065&tab=01. Εικόνες με τα μέρη του σώματος του τζίτζικα θα βρείτε στο http://www.lifo.gr/team/taste/25691)

*****

     Ο Αθηναίος φιλόσοφος Αριστοτέλης (384-322 π.Χ.) κάνει λεπτομερή περιγραφή του τέττιγα:

Περὶ ζῴων ἱστορίαι

    «Τῶν δὲ τεττίγων γένη μὲν ἐστι δύο∙ οἱ μὲν μικροί, οἳ πρῶτοι φαίνονται καὶ τελευταῖοι ἀπόλλυνται∙ οἱ δὲ μεγάλοι, οἱ ᾄδοντες, οἳ καὶ ὕστερον γίγνονται καὶ πρότερον ἀπόλλυνται. Ὁμοίως δ’ ἔν τε τοῖς μικροῖς καὶ ἐν τοῖς μεγάλοις οἱ μὲν διῃρημένοι εἰσὶ τὸ ὑπόζωμα, οἱ ᾄδοντες∙ οἱ δ’ ἀδιαίρετοι, οἱ οὐκ ᾄδοντες. Καλοῦσι δὲ τοὺς μὲν μεγάλους καὶ ᾄδοντας ἀχέτας, τοὺς δὲ μικροὺς τεττιγόνια∙ ᾄδουσι δὲ μικρὸν καὶ τούτων οἱ διῃρημένοι. Οὐ γίγνονται δὲ τέττιγες, ὅπου δένδρα μὴ ἐστι. διὸ καὶ ἐν Κυρήνῃ οὐ γίγνονται ἐν τῷ πεδίῳ, περὶ δὲ τὴν πόλιν πολλοί∙ μάλιστα δέ, οὗ ἐλαῖαι∙ οὐ γὰρ γίγνονται παλίνσκιοι. Ἐν γὰρ τοῖς ψυχροῖς οὐ γίγνονται τέττιγες. διὸ οὐδὲ ἐν τοῖς συσκίοις ἄλσεσιν.
    Ὀχεύονται δὲ οἱ μεγάλοι ὁμοίως ἀλλήλοις καὶ οἱ μικροί, ὕπτιοι συνδυαζόμενοι πρὸς ἀλλήλους∙ ἐναφίησι δὲ ὁ ἄῤῥην εἰς τὴν θήλειαν, ὥσπερ καὶ τὰ ἄλλα ἔντομα. Ἔχει δὲ ἡ θήλεια αἰδοῖον ἐσχισμένον∙ θήλεια δ’ ἐστιν, εἰς ἥν ἀφίησιν ὁ ἄῤῥην. Τίκτουσι δ’ ἐν τοῖς ἀργοῖς τρυπῶντες ᾧ ἔχουσιν ὄπισθεν ὀξεῖ, καθάπερ καὶ οἱ ἀττέλαβοι∙ καὶ γὰρ οἱ ἀττέλαβοι τίκτουσιν ἐν τοῖς ἀργοῖς∙ διὸ πολλοὶ ἐν Κυρηναίᾳ γίγνονται. Ἐντίκτουσι δὲ καὶ ἐν τοῖς καλάμοις, ἐν οἷς ἐστᾶσι τὰς ἀμπέλους, διατρυπῶντες τοὺς καλάμους, καὶ ἐν τοῖς τῆς σκίλλης καυλοῖς. Ταῦτα δὲ τὰ κυήματα καταῤῥεῖ εἰς τὴν γῆν∙ γίγνονται δὲ πολλοί, ὅταν ἐπομβρία γένηται. Ὁ δὲ σκώληξ αὐξηθεὶς ἐν τῇ γῇ γίγνεται τεττιγομήτρα∙ καὶ εἰσι τότε ἥδιστοι, πρὶν περιῤῥαγῆναι τὸ κέλυφος.
    Ὅταν δὲ ἡ ὥρα ἔλθῃ, περὶ τροπὰς ἐξέρχονται νύκτωρ, καὶ εὐθὺς ῥήγνυταί τε τὸ κέλυφος, καὶ γίγνονται τέττιγες ἐκ τῆς τεττιγομήτρας∙ καὶ γίγνονται μέλανες καὶ σκληρότεροι εὐθὺς καὶ μείζους καὶ ᾄδουσιν. Εἰσὶ δὲ ἄῤῥενες μὲν οἱ ᾄδοντες ἐν ἀμφοτέροις τοῖς γένεσι, θήλεις δὲ οἱ ἕτεροι. Καὶ τὸ μὲν πρῶτον ἡδίους οἱ ἄῤῥενες, μετὰ δὲ τὴν ὀχείαν αἱ θήλειαι∙ ἔχουσι γὰρ ὠὰ λευκά.
    Ἀναπετόμενα δέ, ὅταν σοβήσῃ τις, ἀφιᾶσιν ὑγρὸν οἷον ὕδωρ, ὃ λέγουσιν οἱ γεωργοί, ὡς ἀπουρούντων καὶ ἐχόντων περίττωμα καὶ τρεφομένων τῇ δρόσῳ. Ἐὰν δέ τις κινῶν τὸν δάκτυλον προσίῃ ἀπ’ ἄκρου ἐπικάμπτων τε καὶ ἐπεκτείνων πάλιν, μᾶλλον ὑπομένουσιν ἢ ἐὰν εὐθὺς ἐκτείνῃ, καὶ ἀναβαίνουσιν ἐπί τὸν δάκτυλον διὰ τὸ ἀμυδρῶς γὰρ ὁρᾷν ὡς ἐπὶ φύλλον ἀναβαίνουσιν κινούμενον.»

Μετάφραση:

     «Και από τα τζιτζίκια υπάρχουν δύο είδη∙ τα μικρά, τα οποία πρώτα εμφανίζονται και τελευταία πεθαίνουν∙ και τα μεγάλα, αυτά που τραγουδούν, τα οποία γίνονται αργότερα και πεθαίνουν πρωτύτερα. Όμοια και στα μικρά και στα μεγάλα άλλα είναι χωρισμένα στη μέση, δηλαδή αυτά που τραγουδούν. κι άλλα, που δεν είναι χωρισμένα στη μέση, τα οποία δεν τραγουδούν. Κι αυτά που είναι μεγάλα και τραγουδούν τα ονομάζουν αχέτες, ενώ τα μικρά τεττιγόνια. αλλά κι απ’ αυτά όσα είναι χωρισμένα στη μέση μπορούν να τραγουδήσουν λίγο. Δεν βρίσκονται όμως τζιτζίκια, όπου δεν υπάρχουν δέντρα∙ γι’ αυτό και στην Κυρήνη δεν βρίσκονται στην πεδιάδα, αλλά γύρω στην πόλη (υπάρχουν) πολλά∙ και ιδίως σε μέρη όπου (υπάρχουν) ελιές∙  γιατί δεν είναι πυκνά σκιασμένα. Δηλαδή σε ψυχρά (μέρη) δεν βρίσκονται τζιτζίκια  γι’ αυτό το λόγο ούτε σε σκιερά άλση.

     Επίσης, και τα μεγάλα και τα μικρά συνουσιάζονται όμοια αναμεταξύ τους, ανάσκελα κοιλιά με κοιλιά∙ και το αρσενικό εκκενώνει σπέρμα στο θηλυκό, όπως και τα άλλα έντομα. Και το θηλυκό έχει σχισμή αναπαραγωγικό όργανο∙ κι είναι θηλυκό αυτό που μέσα του αφήνει σπέρμα το αρσενικό. Και γεννούν σε ακαλλιέργητες εκτάσεις, κάνοντας τρύπες με το μυτερό όργανο που έχουν πίσω, όπως ακριβώς κι οι ακρίδες∙ γιατί κι οι ακρίδες γεννούν στη χέρσα γη∙ γι’ αυτό το λόγο στην Κυρηναϊκή γίνονται πολλά. (Τα τζιτζίκια) θέτουν τα αυγά τους και στα καλάμια με τα οποία στηρίζουν τα κλήματα, κάνοντας τρύπες στα καλάμια, καθώς επίσης και στα στελέχη των σκιλλοκρόμμυδων. Κι αυτά τα νεογνά τρέχουν στη γη∙  και γίνονται πολλά, όταν είναι βροχερός καιρός. Και το σκουλήκι, αφού αυξηθεί μέσα στη γη, γίνεται τεττιγομήτρα (προνύμφη)∙  και τότε είναι πιο νόστιμα, προτού σπάσει το κέλυφος.

      Όταν λοιπόν έλθει η ώρα, κατά το θερινό ηλιοστάσιο περίπου, βγαίνουν τη νύχτα, και αμέσως σπάει και το κέλυφος, και από την τεττιγομήτρα (τις προνύμφες) γίνονται τζιτζίκια (τέττιγες)∙  και αμέσως γίνονται μαύρα και μεγαλύτερα και τραγουδούν. Κι είναι αρσενικά αυτά που τραγουδούν και στα δύο είδη, ενώ τα άλλα (τα μη άδοντα) θηλυκά. Και στην αρχή τα αρσενικά είναι πιο νόστιμα, αλλά μετά τη γονιμοποίηση τα θηλυκά (ενν. είναι πιο νόστιμα)∙ γιατί έχουν αυγά λευκά.

     Όταν κάνει κάποιος ξαφνικό θόρυβο, πετώντας αφήνουν ένα υγρό σαν νερό, που οι γεωργοί λένε ότι είναι κένωση ούρων και ότι έχουν περιττώματα κι ότι τρέφονται από τη δροσιά. Ακόμα, εάν κάποιος πλησιάσει κουνώντας το δάχτυλο και από το άκρο κάμπτοντας και τεντώνοντάς το πάλι, περισσότερο ανέχονται παρά εάν το κρατά τεντωμένο αμέσως, κι ανεβαίνουν πάνω στο δάχτυλο, γιατί εξαιτίας της θολής όρασης νομίζουν πως ανεβαίνουν πάνω σε κινούμενο φύλλο.»  

(Αριστοτέλη «Περὶ ζῴων ἱστορίαι», Βιβλίον Ε, κδ΄, 1)

ΒΙΝΤΕΟ ΓΙΑ ΤΖΙΤΖΙΚΙΑ

Για να κατανοήσετε καλύτερα όσα γράφει ο Αριστοτέλης, παρακολουθήστε τον κύκλο ζωής των τζιτζικιών στα παρακάτω βίντεο της Motion Kicker:
«Επιστροφή των τζιτζικιών»returnofthecicadas»):
• «Δέντρο με τζιτζίκια 2» («Cicada Tree 2”): https://vimeo.com/130551479 
• «Τζιτζίκια Αυστραλίας και Νέας Ζηλανδίας» («Australia and New Zealand Cicadas»):

*****

    Όπως αναφέρουν ο Θουκυδίδης και ο Αριστοφάνης, οι Αθηναίοι της ανώτερης τάξης ήταν μέχρι τους μηδικούς χρόνους, ανασήκωναν δηλ. τα μαλλιά τους με μια καρφίτσα που έφερε ως κεφαλή χρυσό τέττιγα, σύμβολο ότι ήταν αυτόχθονες, αφού και οι τέττιγες είναι γηγενείς, βγαίνουν δηλ. από τη γη (πρβλ. τεττιγοφόροι, τεττιγοφορῶ).
(Πηγές: Θουκυδίδου Ιστορίαι, Βιβλίον Α΄, 2.6, μτφ. Ελευθέριος Βενιζέλος, http://www.mikrosapoplous.gr/thucy/vivlia/vivlio1.htm και Ἅπαντα Ἀρχαίων Ἑλλήνων Συγγραφέων, Ἀριστοφάνους «Νεφέλαι», στίχ. 984, μτφ. Νικ. Σ. Φίλιππας, εκδ. Πάπυρος, Αθήνα 1975, σελ. 74, 75)

*****

     Ο Τιθωνός, γιος του βασιλιά της Τροίας Λαομέδοντα και της Στρυμούς, ήταν ένας ωραίος και καλλίφωνος νέος, που τον είδε στην Ίδη της Τρωάδας και τον ερωτεύτηκε η Ηώς, η θεά Αυγή. Τον απήγαγε και τον παντρεύτηκε, αφού πρώτα ζήτησε σαν χάρη από τον Δία να τον κάνει αθάνατο. Λησμόνησε όμως η θεά να ζητήσει να του χαρίσει και αιώνια νεότητα, γι’ αυτό ο Τιθωνός γέρασε και ζάρωσε κι έγινε αξιολύπητος. Τότε οι θεοί τον λυπήθηκαν και τον μεταμόρφωσαν σε τέττιγα. Πρώτος ο Ησίοδος (8ος αι. π.Χ.), στο θρησκευτικό έπος του «Θεογονία», αναφέρει ότι απέκτησαν δυο γιους, τον Μέμνονα και τον Ημαθίωνα.   

Ἡσιόδου «Θεογονία» (V. Ἡρωογονία, στίχ. 984-987)

«Τιθωνῷ δ’ Ἠὼς τέκε Μέμνονα χαλκοκορυστήν,
Αἰθιόπων βασιλῆα, καὶ Ἠμαθίωνα ἄνακτα.
Αὐτὰρ ὑπαὶ Κεφάλῳ φιτύσατο φαίδιμον υἱόν,
ἴφθιμον Φαέθοντα, θεοῖς ἐπιείκελον ἄνδρα.»

Μετάφραση:

«Και στον Τιθωνό γέννησε η Ηώς τον Μέμνονα με τα χάλκινα όπλα,
βασιλιά των Αιθιόπων, και τον άρχοντα Ημαθίωνα.
Ενώ για τον Κέφαλο έφερε στον κόσμο εξαίσιο γιο,
τον άριστο Φαέθοντα, ισόθεον άνδρα.»

(Ἅπαντα Ἀρχαίων Ἑλλήνων Συγγραφέων, Ἡσίοδος, «Θεογονία», μτφ. Παναγή Γ. Λεκατσά, εκδόσεις Πάπυρος, Αθήνα 1975, στίχοι 984-987, σελ. 124-127)

*****

     Αρκετοί είναι, επίσης, οι μύθοι του Αίσωπου (625-560 π.Χ.) με ήρωα τον τέττιγα: «Τέττιξ και Ἀλώπηξ»,«Τέττιξ καὶ Ἀνὴρ»,«Ἰξευτὴς καὶ Τέττιξ»,με γνωστότερο το μύθο«Τέττιξ κα Μύρμηξ». Παρακάτω αναφέρουμε δύο: το μύθο «Τέττιγες», που τον αναφέρει και ο Πλάτων (427-347 π.Χ.) στο διάλογο «Φαδρος» (230 b-c), και μία παραλλαγή του μύθου «Όνος κα Τέττιξ».

Τέττιγες   


Λέγεται, ὡς οἱ τέττιγές ποτ᾿ ἦσαν ἄνθρωποι τῶν πρὶν μούσας γεγενέναι. Γενομἐνων δὲ Μουσῶν καὶ φανείσης ᾠδῆς, οὕτως ἄρα τινὲς τῶν τότε ἐξεπλάγησαν ὑφ᾿ ἡδονῆς, ὥστε ᾄδοντες ἠμέλησαν σίτων τε καὶ ποτῶν, καὶ ἔλαθον τελευτήσαντες αὐτούς. Ἐξ ὧν τὸ τεττίγων γένος μετ᾿ ἐκεῖνο φύεται, γέρας τοῦτο παρὰ Μουσῶν λαβόν, μηδὲν τροφῆς δεῖσθαι γενόμενον, ἀλλ᾿ ἄσιτόν τε καὶ ἄποτον εὐθὺς ᾄδειν, ἕως ἂν τελευτήσῃ.

 Μετάφραση:

Τζιτζίκια


Λέγεται πως τα τζιτζίκια κάποτε ήταν άνθρωποι προτού ακόμα γεννηθούν οι μούσες. Όταν όμως γεννήθηκαν οι Μούσες και πρωτοφάνηκε το τραγούδι, τόσο πια μερικοί από τους τότε ανθρώπους τα χάσανε από την απόλαυση, ώστε τραγουδώντας αμέλησαν να φάνε και να πιουν και χωρίς να το νιώσουν πέθαναν. Απ’ αυτούς γεννήθηκε από τότε το γένος των τζιτζικιών, που πήρε  τούτο το βραβείο από τις Μούσες, δηλ. να μην έχει αφότου γεννηθεί καμιά ανάγκη για τροφή, αλλά χωρίς να τρώει, να πίνει και να τραγουδά, μέχρι να πεθάνει.

Ὄνος καὶ Τέττιξ

Ὄνος ἀκούσας φωνῆς τέττιγος ἡδέως αὐτῇ ἐπετέρπετο, καὶ τὸν τέττιγα ἐπηρώτα λέγων: «Τὶ ἆρα τρεφόμενος οὕτω γλυκεῖαν ἔχεις τὴν φωνήν;». Ὁ δὲ τέττιξ τῷ ὄνῳ ἀντέφησεν: «Ἡ ἐμὴ τροφὴ ἀήρ ἐστι καὶ δρόσος». Ὁ δὲ ὄνος τούτου ἀκούσας τοῦ ρήματος ἐνόμισε μέθοδον εὑρηκέναι δι᾿ ἧς ὅμοιαν τῷ τέττιγι σχοίη φωνὴν καὶ τὸ στόμα εὐθὺς ἀνοίξας πρὸς τὸν ἀέρα κεχήνωτο ὡς δεξόμενος δῆθεν δρόσον εἰς διατροφήν, ἕως οὗ τῷ λιμῷ διεφθάρη.
     Οὗτος ὁ μῦθος δηλοῖ ὅτι οὐ δεῖ τινα τὰ φυσικὰ τοῖς παρὰ φύσιν ἐξομοιοῡν καὶ τοῖς ἀδυνάτοις ἀφρόνως ἐπιχειρεῖν.

Μετάφραση:

Ο Γάιδαρος κι ο Τζίτζικας

Ένας γάιδαρος ακούγοντας ένα τζιτζίκι να τραγουδά ενθουσιάστηκε, και ρωτούσε το τζιτζίκι λέγοντας: «Μα τι τρως κι έχεις τόσο γλυκιά φωνή;». Και το τζιτζίκι απάντησε στο γάιδαρο: «Η δική μου τροφή είναι αέρας και δροσιά». Ο γάιδαρος λοιπόν, όταν άκουσε αυτόν το λόγο, νόμισε πως βρήκε τη μέθοδο με την οποία ήταν δυνατόν να αποκτήσει όμοια με του τζίτζικα φωνή κι ανοίγοντας αμέσως το στόμα για να χορτάσει δήθεν από αέρα και δροσιά έμεινε χάσκοντας, μέχρι που λιμοκτόνησε.
     Αυτός ο μύθος δηλώνει πως δεν πρέπει κανείς να εξομοιώνει όσα είναι φυσικά με τα παρά φύση, ότι δηλαδή δεν έχουμε όλοι την ίδια φύση και πως είναι τρέλα (αφροσύνη) να προσπαθούμε τα αδύνατα.
(Πηγή: http://hallofpeople.com/gr/text/aisopos.pdf, «Μυθολογικὸν τοῦ Συντίπα τοῦ Φιλοσόφου», μτφ. Μιχαὴλ Ανδρεόπουλου)

*****
     Πολλοί αρχαίοι συγγραφείς ύμνησαν τον τέττιγα, με καλύτερο τον ποιητή Ανακρέοντα (572-485 π.Χ.), που έγραψε γι’ αυτόν μία ωδή:    

Εἰς Τέττιγα 

Μακαρίζομν σε, τέττιξ, 
τε δενδρων π' κρων 
λγην δρσον πεπωκς, 
βασιλεὺς πως, εδεις. 
Σὰ γρ στι κενα πντα, 
χ’ ὁπσα βλπεις ν γρος, 
χ’ ὁπόσα φρουσιν λαι. 
Σὺ δ φίλος γεωργῶν, 
π μηδενς τι βλπτων.
σὺ δ τμιος βροτοσιν, 
θέρεος γλυκς προφτης. 
Φιλέουσι μν σε Μοσαι, 
φιλέει δ Φοβος ατς, 
λιγυρὴν δ' δωκεν ομην. 
Τὸ δ γρας ο σε τερει, 
σοφέ, γηγενς, φλυμνε, 
παθς, ναιμσαρκε.
σχεδὸν ε θεος μοιος.

Μετάφραση:

Σε καλοτυχίζουμε, τζίτζικα,
όταν απ’ τα κλαδιά των δέντρων
έχοντας πιει λίγη δροσιά,
σαν βασιλιάς, τραγουδάς.
Γιατί δικά σου είναι όλα εκείνα,
και όσα βλέπεις στους αγρούς
και όσα φέρουν τα δάση.
Εσύ (είσαι) αγαπητός στους γεωργούς,
που σε τίποτα κανέναν δεν βλάπτεις,
εσύ (είσαι) τιμημένος στους θνητούς,
του καλοκαιριού ο γλυκός προφήτης.  
Σ’ αγαπούν οι Μούσες,
σ’ αγαπά και ο ίδιος ο Φοίβος,
και σου ’δωσε βροντερή φωνή.
Τα γηρατειά δεν σε βασανίζουν,
σοφέ, που σε γέννησε η γη, λάτρη του τραγουδιού,
χωρίς πάθη και αίμα στη σάρκα.
είσαι σχεδόν όμοιος με τους θεούς.
(Ἀνακρέοντος «ᾨδαὶ», μγ΄ [43η], «Εἰς Τέττιγα», https://books.google.gr/books?id=jStLJsM6Y84C&hl=el&pg=PP7#v=onepage&q&f=false)

*****

     Αλλά και στα βυζαντινά και νεότερα χρόνια πάμπολλοι ποιητές και πεζογράφοι έγραψαν για τον φίλυμνο τέττιγα, το συμπαθές σε όλους έντομο τζιτζίκι. Όμως το ποίημα του Οδυσσέα Ελύτη (1911-1996) «Τα τζιτζίκια» από τη συλλογή «Τα ρω του έρωτα», μελοποιημένο και τραγουδισμένο εξαίσια, είναι δοξολογία προς το βασιλιά Ήλιο και τους αγγέλους του, τα τζιτζίκια, αφού η ακουστική εντύπωση του ρήματος «ζει», επαναλαμβανόμενη οκτώ φορές στο ρεφραίν, δημιουργεί εντύπωση παρόμοια με το «τζι» που επαναλαμβάνει ολημερίς ο τζίτζικας. Διαβάστε το παρακάτω κι ακούστε το τραγουδισμένο.  

Τα τζιτζίκια
Ποίηση: Οδυσσέας Ελύτης
Μουσική: Λίνος Κόκκοτος
Ερμηνεία: Μιχάλης Βιολάρης
Δίσκος: «Το θαλασσινό τριφύλλι», 1972

Η Παναγιά το πέλαγο
κρατούσε στην ποδιά της
τη Σίκινο, την Αμοργό
και τ’ άλλα τα παιδιά της.

-Ε! σεις τζιτζίκια μου άγγελοι,
γεια σας κι η ώρα η καλή.
Ο βασιλιάς ο ήλιος ζει;
Κι όλοι αποκρίνονται μαζί:

Ζει και ζει και ζει και ζει
και ζει και ζει και ζει
ο βασιλιάς ο ήλιος ζει.

Από την άκρη του καιρού
και πίσω απ’ τους χειμώνες
άκουγα σφύριζε η μπουρού
κι έβγαιναν οι γοργόνες.

Κι εγώ μέσα στους αχινούς
στις γούβες τ’ αρμυρίκια
σαν τους παλιούς θαλασσινούς
ρωτούσα τα τζιτζίκια:

-Ε! σεις τζιτζίκια μου άγγελοι,
γεια σας κι η ώρα η καλή.
Ο βασιλιάς ο ήλιος ζει;
Κι όλοι αποκρίνονται μαζί:

Ζει και ζει και ζει και ζει
και ζει και ζει και ζει
ο βασιλιάς ο ήλιος ζει.

(Πηγές: Συλλογή «Τα ρω του έρωτα», ύψιλον/βιβλία, Αθήνα 1986,

http://elpmousiki.weebly.com/kappaalphalambdaomicronkappaalphaiotarhoiota.html, http://www.snhell.gr/kids/content.asp?id=151&cat_id=6)


• Ακούστε το τραγούδι, πατώντας εδώ: https://www.youtube.com/watch?v=wk7whNPoOIs
*Σημείωση: Όσοι κατέχετε περισσότερα από μουσική, μπορείτε να διαβάσετε την παρτιτούρα του τραγουδιού στη διεύθυνση: http://freepartitoura.blogspot.gr/2014/11/blog-post_31.html.

*****

     Στο παρακάτω ποίημα του Ζαχαρία Παπαντωνίου (1877-1940), μελοποιημένο από τον Γιάννη Ζουγανέλλη, ο ποιητής απευθύνει κάλεσμα φιλίας στον τζίτζικα.   

Ο τζίτζικας
Ποίηση: Ζαχαρίας Παπαντωνίου
Μουσική: Γιάννης Ζουγανέλης
Ερμηνεία: Γιάννης Ζουγανέλης, Ελεονόρα Ζουγανέλη=Παιδ. Χορωδία 9ου Δ.Σ. Κορυδαλλού
Δίσκος: Παραμυθοτράγουδα

Πού είσαι τάχα εδώ κοντά μου,
τζίτζικά μου, τζίτζικά μου,
πού είσαι τάχα σκαλωμένος
και λαλείς ευτυχισμένος;

Τι χαρούμενος που θα ’σαι!
Μες στην πράσινη μουριά μου
τραγουδείς κι αποκοιμάσαι,
τζίτζικά μου, τζίτζικά μου!

Τραγουδείς το μεσημέρι,
τζίτζικά μου, τζίτζικά μου,
τραγουδείς το καλοκαίρι
που στο δέντρο σ’ έχει φέρει.

Τραγουδείς πολύ κοντά μου.
Στον κορμό, στον κλάδο να ’σαι;
Δε σε πιάνω, μη φοβάσαι,
τζίτζικά μου, τζίτζικά μου!

(Από το βιβλίο «Χελιδόνια»/Παιδικά τραγούδια, Βιβλιοθήκη Εκπαιδευτικού Ομίλου, Αθήνα 1920, «Ανθολόγιο για τα παιδιά του Δημοτικού», ΟΕΔΒ, Αθήνα 1990, σελ. 278 και στο http://www.snhell.gr/kids/content.asp?id=62&cat_id=2)

*****

     Στην εφημερίδα του 1924 «ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΛΟΓΟΣ» Μυτιλήνης βρήκαμε το παρακάτω χρονογράφημα του Κώστα Μάκιστου, αδελφού της Πέπης Δαράκη.

ΤΑ ΤΖΙΤΖΙΚΙΑ

    Οι ειρηνικοί και ήσυχοι ελιώνες ξαφνικά ένα μεσημέρι, που η ζεστή ανάσα του μεσημεριού είχε ναρκώσει τα πάντα, κατελήφθησαν εξαπίνης από αναρίθμητες λεγεώνες τραγουδιστών.
    Διάλεξαν ακριβώς την άγια γαλήνη των ελιώνων, την ατάραχη ησυχίαν των, που και τα ίδια τα μυστήρια όταν θέλουν να περάσουν από κάτω κει βάζουν τα πιο ανάλαφρα σανδάλια, μαζέβουν τις φτερούγες των και θέτουν το δάχτυλο στα χείλη, αυτήν ακριβώς τη γαλήνη διάλεξαν τα αμέτρητα τάγματα των καλοκαιριάτικων τραγουδιστάδων για να κάνουν τη παράξενη ιερουργία τους. Σε ποιον Θεό;
    Οι άνθρωποι που θέλουν σώνει και καλά να κάνουν ως και το τζιτζίκι ακόμα να σκέπτεται, με την ίδια νοοτροπία μαζί τους, είπαν πως ιερουργεί στο Θεό της τεμπελιάς και της ακαματωσύνης. Μα τι σημασία μπορούν νἄχουν οποιοιδήποτε δικοί μας όροι για τους ακούραστους αυτούς ψαλτάδες, και πώς μπορούμε νἄχουμε την αξίωση ο τζίτζικας να προσφέρη τις θυσίες και τους ύμνους του σε δικούς μας, τελείως ανθρώπινους θεούς;
    Στο μεταξύ εκείνοι αδιάφοροι στις κούφιες φιλοσοφίες μας εξακολουθούν την παράξενη ιερουργία τους με το ατέλειωτο χερουβικό τους, που το ψέλνουν όλοι μαζί με μια μοναδική ακρίβεια, σα να το διαβάζουν απ’ την ίδια μουσική σελίδα. Ένα ατελεύτητο χερουβικό πάνου σε δυο τόνους, έναν τσιριχτό, έναν χαμηλότερο, που εναλλάσσονται με μια εξωφρενική ομοιότητα απ’ την αρχή ως το τέλος, ως τα διαλείμματα ήθελα να πω, γιατί εδώ δεν υπάρχει κανένα απολύτως τέλος.
    Κι έχουν διαλέξει μια πολύ γκρίζια φορεσιά, μια θαυμαστή απομίμηση του ελιόφυλλου από το μέσα μέρος, κι αυτό είναι η μοναδική προφύλαξις που πήραν για όλους τους οποιουσδήποτε εχθρούς των. Πλησιάζεις την εληά που φλέγεται από τζιτζιρίσματα, ψάχνεις να ανακαλύψης τον επίμονο ψάλτη και μόλις κάποτε τα καταφέρνει να τον τσακώσει το μάτι σου σκαρφαλωμένον σ’ ένα γκρίζο κλαράκι. Σε κυττάει μια στιγμή κι εκείνος με τα μάτια του, που είναι σα δυο μικρές χάντρες, και λες πως διάβασε μέσα στο κρανίο σου όλες τις κακές προθέσεις του ανθρώπινου γένους για τη φυλή τους. Και σωπαίνει, οικτείροντας ίσως την ανίδεη για να τον καταλάβη ακουή σου.
     Απομακρύνεσαι και μ’ ένα δαιμονισμένο κέφι ξαναρχίζει… τα ίδια κι απαράλλαχτα. Κι όσο η ζέστα ανάβει, τόσο και το χερουβικό τους κορώνει. Η πυράδα του ήλιου τους ενθουσιάζει, τους αποτρελαίνει. Είναι η μοναδική ευθυμία που συνοδεύει το ταξείδι της γης μέσα στο γαλάζιο κενό των γλυκών μυστηρίων τις ώρες του μεσημεριού.
    Κάπου μέσα στο χώμα, σκονισμένα, βαροφορτωμένα πηγαίνουν κι έρχουνται τα μερμήγκια με μια αξιολύπητη προσπάθεια να εναποθηκεύσουν μερικά σπυράκια άθλιας τροφής.
    Ένα κοπάδι πρόβατα έχει μαζευτεί κάτου στον ίσκιο μιας βαλανιδιάς, ακίνητο, βυθισμένο σε μια ηλίθια στάση, ζαλισμένο απ’ την υπερβολική ζεστασιά.
    Στο αλώνι έχουν σταματήσει οι άνθρωποι τη δουλειά και σφουγγίζουν τα ιδρωμένα πρόσωπά τους.
    Μονάχα τα τζιτζίκια ξεφρενιασμένα απ’ τον ενθουσιασμό του πύρινου καλοκαιριού, μεθυσμένα από Ήλιο, μπήγουν τρελές τσιρίδες τώρα ανάμεσα απ’ τις ακίνητες φυλλωσιές των ελιώνων.
Αγία Παρασκευή - ΚΩΣΤΑΣ ΜΑΚΙΣΤΟΣ (1896-1984)
(Εφημερίδα «ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΛΟΓΟΣ» Μυτιλήνης, Τρίτη 15-7-1924, Αρ. φύλλου 2334, σελ. 1η)

*****

     Ο Λέσβιος συγγραφέας Θανάσης Παρασκευαΐδης (1914 - 2001) έχει γράψει ένα θαυμάσιο βιβλίο με τίτλο «Το μήνυμα του τζίτζικα», όπου λέει τα πάντα για τον τζίτζικα, κυρίως για τα μηνύματα που στέλνει με τη θορυβώδη καλοκαιρινή παρουσία του στους ανθρώπους.

Το μήνυμα του τζίτζικα

     …Καθώς πλησίαζε τη μοναξιά της «Ράχης», άρχισε ν’ ακούγεται το εωθινό, πολύβουο, ομαδικό, αδιάκοπο τραγούδι των τζιτζικιών. Έβγαινε μέσα απ’ τις ασημόμαυρες κορφές των λιόδεντρων.
     Το τραγούδι ανέβαινε αδιεχές (=αδιάκοπο), στον αιθέρα με τον ίδιο αρχέγονο κι απαράβατο ρυθμό, εκατομμύρια χρόνια τώρα. Από τότες που φάνηκαν τα τζιτζίκια πάνω στη γης. Πριν από τον άνθρωπο.
     Ήταν η πρώτη σκέψη που γεννήθηκε πάνω στον κόσμο. Την έκφραζαν τα τζιτζίκια, τραγουδώντας τον ήλιο που τους ζέσταινε τη ράχη […].
     Χρόνια είχε ο Στέφανος ν’ ακούσει αυτό το τόσο επίμονο τραγούδι των τζιτζικιών. Ένιωσε την ψυχή του να καθαρίζει απ’ τις σκουριές της περασμένης του ζωής μέσα σ’ αυτήν την κολυμβήθρα του καθάριου αρχέγονου ήχου, που ακούγονταν σαν πρωτόπλαστος Αδάμ.
     Τα τζιτζίκια δεν έχουν την κατάρα του προπατορικού αμαρτήματος, όπως τ’ άλλα ζωντανά της γης.
     Δεν δουλεύουν σκλάβοι σαν τα μυρμήγκια.
     Αυτοί οι ψαλτωδοί ζουν μόνο ένα καλοκαίρι με τη λαμπρή τους στολή. «Σαράντα μέρες στο κλαδί χωρίς νερό χωρίς φαγί», όπως λέγει ο λαός. Δοξάζουν τον ήλιο, τον έρωτα και πεθαίνουν στην αποθέωση του πάθους τους. Αρχόντοι ποιητάδες. Δεν γνωρίζουν γηρατειά […].
     …Οι άνθρωποι δεν ξέρουν, πως τα τζιτζίκια είναι η σκέψη της χαράς πάνω σε τούτον τον κόσμο. Τα τζιτζίκια σηματοδοτούν ένα τρανό μήνυμα: Μπορούμε ν’ αλλάξουμε την ύπαρξή μας, άμα το θελήσουμε με δύναμη […].
     …Τα τζιτζίκια ύψωναν τη φωνή τους μέχρις τον ουρανό. Να πάρει είδηση για την ύπαρξή τους ο ήλιος. Ακόμα τραγουδούσαν τη δικιά τους νίκη. Με την επιμονή τους κατόρθωσαν να κάνουν τη φύση να ενδώσει. Να τους αλλάξει τη μορφή του χαμοσυρτού σκουληκιού, που τους τυραννούσε δώδεκα χρόνια μέσα στα μαύρα χώματα της γης. Να τους ξεπετάξει στο φως μ’ αυτήν την ολόλαμπρη στολή τους. Να ψάλλουν τώρα, ένα καλοκαίρι που θα βαστάξει η ζωή τους. Να χαρούν τον έρωτα.
     Ο Στέφανος άκουγε να τραγουδάν μαζί τους τα λιόδεντρα, τα θάμνα, τα λούλουδα του βουνού. Το ίδιο το βουνό με τις γκρίζες καυκάρες των βράχων του.
     Τραγούδαγε κι η θάλασσα του Αιγαίου, μαζί με το βουνό της Ίδης των προγόνων του, των Αιολέων. Τραγούδαγαν οι μύθοι του, που ζουν ζωντανοί ακόμα απάνω στα χώματά του. Οι μύθοι οι ελληνικοί. Ακούγονταν τα τζιτζίκια του μέσα απ’ τις δασωμένες πλευρές του.
     Ξύπνησε στον ύμνο των τζιτζικιών η ποίηση που ήταν κρυμμένη μέσα στα χώματα, τις πέτρες, τα δέντρα, τα φυτά […].
     …Πάνω στα γυμνά υψώματα με τις καυκάρες, τις γιομάτες μαγιοβότανα, που σκορπάν το τραγούδι της ευωδιάς των, αυτά τα καλοταϊσμένα τζιτζίκια με τις τζιτζιρομάνες, τους τζιτζίρους, τους αχέτες, τα λογιώ-λογιώ τεττιγονίδια, έχουν τους πρώτους αιώνες της ύπαρξής τους στήσει χορό μ’ όλα τα ζωντανά.
     Τραγουδάν τον ήλιο, μαθαίνοντας στους παλαβούς και περήφανους ανθρώπους, που πήραν το ύφος του κυρίαρχου του κόσμου, πώς να ζει ο άνθρωπος και να πεθαίνει. Σαν άρχοντας ποιητής, μέσα στο κορύφωμα του πάθους του, του έρωτα, του τραγουδιού, πάνω στη γη […].
     …Αγαπημένα ζουν τα οικοσυστήματα, ευχαριστημένα. Ενότητα και κοινωνία ζωής είναι χυμένη παντού. Ένας άνθρωπος αξίζει όσο ένας τζίτζικας. Κανείς δεν κοιτά να χαλάσει ένα χορτάρι.
     Τα τζιτζίκια, αιώνες τώρα, αφού μας δείχνουν πώς μπορούμε να ζούμε μέσα στη ζωντανή και ζείδωρο φύση, μας καλούν ακόμα να συνειδητοποιήσουμε τη δυνατότητα μιας αλλαγής στην ύπαρξή μας με τη βοήθεια της φύσης […].
     …Έχει μια σημασία αυτό το ομαδικό τραγούδι, το συντονισμένο τόσο άρτια, όσοι κι αν είναι οι ψαλτωδοί που συμμετέχουν κάθε φορά. Έτσι ομαδικά πρέπει να τραγουδάν κάθε μέρα οι λαοί της γης.
(Παρασκευαΐδης Θανάσης, «Το μήνυμα του τζίτζικα», εικονογράφηση Χρίστου Θ. Παρασκευαΐδη, αυτοέκδοση, Μυτιλήνη 1987, σελ. 4-6, 6, 13-14, 16, 157)

*****

    Κι ένα γιαπωνέζικο χαϊκού του Ματσούο Μπασό (Bashô, 1644-1694):

           Το πρώτο τζιτζίκι:
           Η ζωή είναι
           σκληρή, σκληρή, σκληρή.
(Ματσούο Μπασό «Τέσσερις Εποχές», μτφ. Βασίλης Λαλιώτης, http://www.poiein.gr/archives/29271)

*****

    Σαν σταματούν τα τζιτζίκια να τζιτζιρίζουν πάνω στα δέντρα, τα βρίσκουμε στα ποιήματα των ποιητών μας. Ο Βασίλης Βέτσος (γενν. 1959), μαθηματικός, μουσικός και ποιητής από τη Λέσβο έχει γράψει για τον τζίτζικα πολλά. Τα «τζιτζίκια» στα ποιήματα του Βασίλη Βέτσου είναι ηχηρά και συμβολίζουν όσους καταγίνονται με τη μουσική, το τραγούδι και την ποίηση, αλλά και κάθε φιλόμουσο και σκεπτόμενο άνθρωπο.
    Σ’ ένα του ποίημα προσκαλεί το πρώτο τζιτζίκι ν’ ανέβει από το χώμα, να τραγουδήσει πάνω στην αγριλιά, να στολίσει τα καλοκαιρινά μεσημέρια με την ταπεινή παρουσία του και το όμορφο τραγούδι του, ν’ αναστηθεί η καρδιά του μουσικού στο άκουσμα του φτερωτού τραγουδιστή. Συνομιλεί με τον τραγουδιστή του καλοκαιριού και τον συναγωνίζεται, αφού κι αυτός αγαπά το καλοκαίρι και τη μουσική. Ένα τζιτζίκι είναι κι εκείνος…     

Βασίλης Βέτσος
ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΤΖΙΤΖΙΚΙ

Κι εσύ μικρό μικρό και ταπεινό τζιτζίκι
Που τόσα χρόνια πολεμάς κάτω απ’ το χώμα
Ανέβα και τραγούδησε ξανά στην αγριλιά
Ν’ αναστηθούν τα ευλογημένα μεσημέρια
Μες στου καλοκαιριού την άφθονη αγκαλιά.
(Πηγή: https://m.facebook.com/photo.php?fbid=10155702012784540&id=750844539&set=a.10151335453739540.523495.750844539&source=44&refid=13&__tn__=%2B%3E)


ΤΩΡΑ ΔΑ

Τώρα δα
Πιάνω ένα τζίτζιρα
Θα πάψεις βρε
Για θα σε δώσω
Στη μεταδημοκρατία
Να σε φάει
Α παράτα μας
Αλλοσούσουμε
Μου λέγει
Σε είδε και τρόμαξε
Το καλοκαίρι.

ΤΑ ΤΖΙΤΖΙΚΙΑ (απόσπασμα)

Τ’ Αυγούστου τα τζιτζίκια
Δεν σταματούν ποτές
Τρυπώνουν μες στ’ αυτιά μας
Σαν να ’ναι ποιητές
Και σκάβουνε πολύ βαθιά
Τον παραμέσα εαυτό μας
Γιατί και πώς, μήπως και βρουν
Την άκρη για λογαριασμό μας
Της ύπαρξης την περισυλλογή
Το εφήμερο τραγούδι της συνήθειας
Κι εσύ μικρή ζωή, σταμάτα να ρωτάς
Για του καλοκαιριού την ευτυχία
Πάψε λιγάκι για ν’ αφουγκραστείς
Του χρόνου την αχόρταγη εξουσία
Το μυστικό της ομορφιάς και της αλήθειας.
……………………………………………
Πώς τα τζιτζίκια πεθαίνοντας
Τραγουδούν την ανεμελιά τους
Έτσι φεύγουν τα καλοκαίρια μας
Μανέρωτες λυπημένοι γυρίζουνε
Στη θέση που τους έταξε η απώλεια.

*****

    Στη λαογραφία έχουμε για τον τζίτζικα παροιμίες, μύθους, παραμύθια, έθιμα, λαϊκή ιατρική, μετεωρολογία, ονειροκρίτη, μουσικό σκοπό του τζίτζικα, γλωσσοδέτες, παιχνιδοτράγουδα. Ακόμα και επώνυμο «Τζίτζικας» έχουμε! Παρακάτω θα σας αναφέρω δυο λαογραφικά στοιχεία που έχουν πια ξεχαστεί και σχεδόν έχουν εκλείψει, με την αστικοποίηση και τις άλλες αλλαγές στην κοινωνία της ελληνικής επαρχίας.  

ΕΘΙΜΟ: Το τζιτζιρόκλικο

    Κατάλοιπο παλιού ελληνικού –μάλλον πανελλήνιου– εθίμου αποτελεί το «τραγούδι του τζίτζικα», που ακουγόταν παλιά σε ρυθμό απαγγελίας συνήθη στη Λέσβο. Yπάρχουν σ’ αυτό αναφορές στις αγροτικές εργασίες του θερισμού και του αλωνίσματος, στην προσφορά απαρχών, στο «τάισμα της βρύσης» και στο παραμύθι του άστοργου γιου Τζίτζικα, που τον καταράστηκε η άρρωστη μάνα του «να κράζει ούλο το καλοκαίρι και να σκάει απού τη ράχη» (βλέπε λαϊκό παραμύθι Κρήτης «Ο μέρμηγκας, ο τζίτζικας, η αράχνη και η μέλισσα»).

Το τραγούδι του τζίτζικα στο Παλαιοχώρι Λέσβου
Θιρίσητι, αλουνίσητι
τσι μένα κλίτσ’ να ποίσητι (ποιήσετε),
της μάνας μου μην ποίσητι,
γιατί μι καταρίστηκι.
(Καταγραφή απαγγελίας Παντελή Σπ. Ζαδέλη από τη Μ. Βουνάτσου το 1992, στο Παλαιοχώρι Λέσβου)

     Στα τέλη του 2017, δημοσιεύτηκε στην Αθήνα από το Σύνδεσμο Πλωμαριτών Αττικής «Βενιαμίν Λέσβιος» μία μελέτη του Πλωμαρίτη διδάκτορα Φιλοσοφίας Αριστείδη Στεργέλλη, με τίτλο «Το γλωσσικό ιδίωμα του Πλωμαριού. Μελέτη – Συλλογή υλικού – Αναδρομικό λεξιλόγιο». Στο Β΄ μέρος, στο κεφάλαιο «Επωδές και άλλα», στη σελ. 41, βρήκαμε τη συνέχεια του παραπάνω τραγουδιού∙ δυο στίχους, που περιέχουν την κατάρα της μάνας του τζίτζικα: να κάθεται 40 μέρες στο κλαδί χωρίς νερό και τροφή, να βρει δηλ. αργό βασανιστικό θάνατο από πείνα.

Θιρίσιτ’, αλουνίσιτι
τσι μένα κλίτς να μ’ ποίσιτι,
τσι τς μάνας ιμ μη ποίσιτι,
γιακί μι καταρίστηκι.
– Σαράντα μέρις στου κλαδί
χουρίς νιρό, χουρίς φαΐ.
(Στεργέλλης Αριστείδης, «Το γλωσσικό ιδίωμα του Πλωμαριού. Μελέτη – Συλλογή υλικού – Αναδρομικό λεξιλόγιο», έκδοση Συνδέσμου Πλωμαριτών Αττικής «Βενιαμίν Λέσβιος», Αθήνα 2017, σελ. 41)

     Αναζητώντας επιπλέον στοιχεία, βρήκαμε ότι το έθιμο του τζιτζιρόκλικου υπήρχε στην Κρήτη πριν από πενήντα χρόνια κι επιβιώνει μέχρι σήμερα στα χωριά Μικρό Σούλι και Αγριανή νομού Σερρών, όπου ακούγεται το παρακάτω τραγούδι:

Το τραγούδι του τζίτζικα στο Μικρό Σούλι Σερρών
’Λωνίζετε, θερίζετε
κη εμένα κλίκι κάνετε,
και ρίξτε το  στη βρύση,
να πάω να το πάρω,
να κάτσω να το φάω
μαζί με τα παιδιά μου,
να πέσω να πεθάνω.

Παραλλαγή τραγουδιού του τζίτζικα στη Νιγρίτα Σερρών
Θερίζητε, αλουνίζητι
κι μένα κουλικούδι
κριμάσ’τι του στην παλιουριά,
να έρτου να του πάρω.

     Με το πρώτο αλεύρι από τη νέα σοδειά, τις λεγόμενες απαρχές, ζύμωναν το τζιτζιρόκλικο ή τζιτζιροκούλουρο, μια κουλούρα με τρύπα στη μέση, όπου έβαζαν βασιλικό. Κατόπιν πήγαιναν στη βρύση, κρεμούσαν το τζιτζιρόκλικο στο σωλήνα της βρύσης, έβαζαν μια κανάτα από κάτω κι άφηναν να τρέχει το νερό, κάνοντας την ευχή «όπως τρέχει το νερό, έτσι να τρέχουν και τα καλά μέσ’ στο σπίτι μας». Όλοι οι παρόντες έκοβαν κομμάτια από την πίτα κι άφηναν ένα κομμάτι για τον τζίτζικα. Η νοικοκυρά έπαιρνε την κανάτα με το νερό και ράντιζε το σπίτι.
     Η καθηγήτρια Λαογραφίας Άλκη Κυριακίδου - Νέστορος, στο βιβλίο της «Οι 12 μήνες. Τα λαογραφικά» (σελ. 88), γράφει σχετικά: «…Κάθε τόπος έχει τα δικά του έθιμα και τις δοξασίες που συνδέονται με το σωρό του σταριού, καθώς και με το πρώτο ψωμί που θα ζυμωθεί με το καινούργιο στάρι. Στη Θράκη λ.χ., το πρώτο ψωμί το κάνουν κουλούρι και το λένε τζιτζιροκούλικο, γιατί το προσφέρουν στον τζίτζιρα, ο οποίος συνοδεύει με το τραγούδι του τους θεριστάδες και τους αλωνιστάδες. Λέει το τραγούδι του τζίτζιρα:

Θερίσετε, αλωνίσετε, δεματοκουβαλήσετε,
 κι εγώ το κουλικάκι μου θέλω να μου το δώσετε.

     Σε άλλα μέρη, το πρώτο ψωμί το κάνουν επίσης κουλούρι και το κρεμάνε στον κρουνό της βρύσης, για να τρέξουν τα καλά στα σπίτια, όπως τρέχει το νερό. Κι όποιος πάει πρώτος να πάρει νερό απ’ τη βρύση, παίρνει το κουλούρι». Στο http://www.xalkiadakis.gr/xalkiadakis_files//Yper%20X/teuxos_kalokairi_2013.pdf μπορείτε να διαβάσετε δυο θαυμάσιες εργασίες για τον τζίτζικα και το τζιτζιρόκλικο: α) Άρθρο του λαογράφου Γ. Ν. Αικατερινίδη με τίτλο «Τότε που πρόσφεραν ψωμί στη βρύση του χωριού» (σελ. 29-32) και β) Έφης Ψιλλάκη «Τζίτζικας, ο ερωμένος της Αυγής» (σελ. 59-65).
 (Πηγές: http://www.xalkiadakis.gr/xalkiadakis_files//Yper%20X/teuxos_kalokairi_2013.pdf, φωτογραφία στο http://gym-n-souliou.ser.sch.gr/photosouli/fagita.htm, http://www.polsouli.gr/tzitzirokliro.htm, http://elpmousiki.weebly.com/kappaalphalambdaomicronkappaalphaiotarhoiota.html, Εγκυκλοπαίδεια Britannica, http://www.empapas.gr/index.php?option=com_content&task=category&sectionid=29&id=33&Itemid=126, Άλκη Κυριακίδου - Νέστορος, «Οι 12 μήνες. Τα λαογραφικά», εκδ. Μαλλιάρης-Παιδεία,Θεσσαλονίκη 1980, σ. 88)

*****

ΕΘΙΜΟ ΠΑΛΑΙΟΧΩΡΙΟΥ ΛΕΣΒΟΥ
Για να τραγουδάμε όμορφα, σαν τον τζίτζικα!

    Τώρα η ηλικία και η φιλοζωία δεν μου επιτρέπουν να αιχμαλωτίζω τζιτζίκια.  Ωστόσο, συχνά έρχονται μπροστά στα μάτια μου ολοζώντανες εικόνες από τα παιδικά μου χρόνια: τζιτζίκια πάνω στα λιόδεντρα του χωριού μου να τζιτζιρίζουν ασταμάτητα, παιδιά να προσπαθούμε να τα συλλάβουμε ζωντανά κουφώνοντας την παλάμη του χεριού μας, τζιτζίκια να μας καταβρέχουν με υγρό, τζιτζιρομάνες –έτσι λέγαμε τα μεγάλα τζιτζίκια– μέσα σε άδεια πακέτα τσιγάρων δεμένα από τα φτερά, τζιτζίκια δεμένα με μακριά κλωστή για διασκέδαση μικρών παιδιών… Καλοκαίρια γεμάτα τζιτζίρους, όπως τους λέμε στο Παλαιοχώρι, γκριζόφαιους, με διάφανα υπόλευκα φτερά, έτσι που να δυσκολεύεται κάποιος να τους διακρίνει αμέσως πάνω στους γκριζόφαιους κορμούς των δένδρων και να προλαβαίνουν να σωπάσουν ή να πετάξουν μακριά βγάζοντας μια κραυγή κινδύνου. Τα καημένα τα τζιτζίκια, τι τραβούσαν στα χέρια μας!
    Σαν ν’ ακούω ακόμα το τζιτζίρισμά τους, ένα ασταμάτητο ηχηρό και μονότονο αλλά όχι ενοχλητικό τραγούδι, που μάλλον θα λέει για την ομορφιά της ζωής, για τον έρωτα, για το θάνατο, μετά την ολοκλήρωση της αναπαραγωγικής πράξης.
    Μόνο μια εικόνα είχα ξεχάσει. Αναδύθηκε στη μνήμη μου, αφού είχα συγκεντρώσει το υλικό αυτής της εργασίας: στην αρχή του καλοκαιριού, να δαγκώνουμε ελαφρά ένα τζιτζίκι, για να τραγουδάμε κι εμείς ωραία!
    Επιβεβαίωσα αυτή την ξεθωριασμένη ανάμνηση, ψάχνοντας στο βιβλίο του αείμνηστου Γιάννη Π. Μαυραγάνη «Παλαιοχώρι Πλωμαρίου Λέσβου. Παράδοση – Ιστορία – Η ζωή και τα Έθιμα», ο οποίος γράφει στο κεφάλαιο «Προλήψεις» (σελ. 208): «Για να τραγουδάει ωραία το παιδί, του δίνουν στην αρχή του καλοκαιριού να δαγκώσει μαλακά έναν τζίτζικα».       

*****

     Εκατοντάδες ποιήματα και πεζά έχουν αφιερώσει οι άνθρωποι στον τζίτζικα. Ο τέττιξ είναι «αἰθαλίων», «ἀναιμσαρκος» (χωρίς αίμα, γιατί τρέφεται με χυμούς), «ἀοιδός», «ἀπαθς», «βαρυβρεμέτης» (βροντόλαλος), «γηγενς», «ἡελίοιο φίλος», «ἠχέτης» (δωρ. ἀχέτας), «ισοκράτης», «λάλος», «λείριος», «λιγυρὸς», «μελίφθογγος», «μουσικὸς», «μουσομανὴς», «Μουσῶν ὑποφήτης», «ποιητὴς», «στηθομελὴς», «φίλυμνος». «Τερετίζει», «τετίζει», «τιτίζει», «ᾄδει», «τραγουδά», «τζιτζικίζει», «τζιτζιρίζει». Είναι το πιο θορυβώδες έντομο, αφού παράγει ήχους μέχρι 120 ντεσιμπέλ. Τόσοι χαρακτηρισμοί για ένα έντομο, που η ετήσια παρουσία του στο φως είναι ολιγόμηνη!
    Γιατί κάτι που δεν γνωρίζαμε –και οι περισσότεροι αγνοούν ακόμα– είναι ότι τα τζιτζίκια ζουν μέσα στη γη 13 ή 17 χρόνια –στην Ελλάδα ίσως λιγότερα– κι ανεβαίνουν έπειτα στην επιφάνεια τον Ιούνιο, στις τροπές του ήλιου περίπου, για να ζήσουν στο φως μέχρι να ζευγαρώσουν με τη θηλυκιά και μετά να πεθάνουν. Το αδιάκοπο τζιτζίρισμά τους δεν είναι τίποτε άλλο, παρά ερωτικό κάλεσμα του αρσενικού προς τη θηλυκιά. Κι ενώ ο αρσενικός τζίτζικας είναι θορυβώδης, η θηλυκιά είναι βουβή!
    Αρχαίοι συγγραφείς αναφέρουν ότι οι τέττιγες ήταν τροφή των φτωχών, αλλά και όσων ήθελαν να δοκιμάζουν ποικίλες γεύσεις. Στα χρόνια της Κατοχής (1941-1944), τα πεινασμένα παιδιά έτρωγαν τζιτζίκια για να ξεγελάσουν την πείνα τους. Η τζιτζικοφαγία είναι και σήμερα διαδεδομένη σε κάποια μέρη της Ασίας και της Αμερικής. Μέχρι και συνταγές για φαγητά με τζιτζίκια μπορείτε να βρείτε. Διαβάστε μερικές: http://www.cicadamania.com/cicadas/category/broods/brood-iii/.
    Πολλά θα μπορούσαμε να γράφουμε μέρες ολόκληρες για τον τζίτζικα. Είναι τόσο συμπαθής, αν και πολλοί τον θεώρησαν σύμβολο της οκνηρίας, της αργίας, της απρονοησίας, της ελαφρότητας, της φλυαρίας, παρασυρμένοι από τους μύθους. «Δουλεύει ο μέρμηγκας, γλεντάει ο τζίτζικας», λέει μια παροιμία μας. Ωστόσο κάνουν λάθος. Γιατί ο δυστυχής τζίτζικας, όταν έλθει ο χειμώνας, δεν θα υπάρχει. Αλλά το τραγικότερο είναι ότι και ο αντίποδάς του, το μυρμήγκι-εργάτης,  είναι επίσης ολιγόζωο. Ίσως λοιπόν ο θορυβώδης τζίτζικας κάτι θέλει να πει και σε μας τους ανθρώπους φωνάζει, για να τον ακούσουμε και να κατανοήσουμε το νόημα και το πεπερασμένο της ύπαρξής μας πάνω στη γη.
     Οι πρόγονοί μας έφτιαχναν μικρά κλουβιά και βάζανε μέσα τζιτζίκια, για να έχουνε σε όποιο μέρος πηγαίνανε τη μελωδία τους. Ίσως κάποιος εντομολόγος θα μπορούσε να απαντήσει στην απορία μου: αν μείνει ανέραστο το τζιτζίκι και κρατηθεί σε ζεστό περιβάλλον, θα επιβιώσει ή θα πεθάνει από το ανεκπλήρωτο ένστικτο αναπαραγωγής; Δεν έχω βρει ακόμα την απάντηση… Γι’ αυτό έγραψα το παρακάτω ποίημα και το αφιερώνω στο τελευταίο τζιτζίκι, το οποίο, αφού χάρηκε το φως και το τραγούδι για λίγους μήνες, σιώπησε κι αποχώρησε με τζιτζικοαξιοπρέπεια, υπακούοντας στον εκ της φύσεως προορισμό του.     
Τελευταίο τζιτζίκι

Ξαφνικά σιωπή.  
Ο αρσενικός κύκλος κλείνει.
Η θηλυκιά βουβή αποθέτει τ’ αυγά της
στη γούβα μιας γέρικης ελιάς.
Το καλοκαίρι τέλειωσε.

Αυτός που κάποτε έκλεισε
ένα τζιτζίκι σε κλουβί
μπόρεσε άραγε να το κρατήσει ζωντανό,
να καλεί τη θηλυκιά μέχρι το άλλο καλοκαίρι;

Ανέραστο αρσενικό τζιτζίκι σε σιδερένιο κλουβί,
οι χαροκόποι πάνω στα δέντρα διάλεξαν το θάνατο.
Στη σκασμένη γούβα της γέρικης ελιάς
ένα ερωτικό τζιτζίκι κοιμάται αξύπνητα.
Το τελευταίο τζιτζίκι νεκρό.
Από έρωτα πεθαίνουν τα τζιτζίκια.
                                                       Αθήνα, 13 Νοεμβρίου 2017
                                                                  Μυρσίνη Μ. Βουνάτσου

    «Τζίτζικας ελάλησε, καλοκαίρι μύρισε»Καλό καλοκαίρι, αγαπητοί φίλοι του καλοκαιριού! Χαρείτε τον έρωτα!...
_____________________
Σημείωση: Τα παραπάνω ανθολογημένα κείμενα είναι υλικό από ανέκδοτη εργασία της Μυρσίνης Μ. Βουνάτσου. 

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου