Τρίτη, 8 Απριλίου 2014

ΜΟΙΡΟΛΟΪ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ

                                      

ΠΑΛΙΟΧΩΡΙΑΝΟ ΜΟΙΡΟΛΟΪ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ

Ψηφιδωτό της Σταύρωσης του Χριστού
Πηγή: Μονή Δαφνίου, επιμέλεια Παύλος Λαζαρίδης, εκδόσεις "HANNIBAL" - Αθήνα
                                   
    Παλιά στο Παλαιοχώρι θεωρούσαν καλό να λένε το μοιρολόι της Παναγιάς τρεις φορές τη μέρα, όλη τη Σαρακοστή. Έκαναν τις δουλειές τους το βράδυ κι έλεγαν της Παναγιάς το καταλόγι, πολλές φορές δακρύζοντας για τον πόνο της Μάνας του Χριστού.
Το παλιοχωριανό μοιρολόι της Παναγιάς είναι πολύστιχο, σε στίχο δεκαπεντασύλλαβο και αργό ελεγειακό ρυθμό, συγκινητικό και παραστατικό, με μελωδία σε Ήχο Πρώτο και αναφορές στην εκκλησιαστική μουσική, κατά το αρχαιότροπο ύφος του παραπονετικού σκοπού (παραπουν’κός).
Η πρώτη παραλλαγή είναι βασισμένη περισσότερο στην καταγραφή του Γιάννη Π. Μαυραγάνη, που του το είχε δώσει γραμμένο η αείμνηστη συγχωριανή μας Μαρία Καμπούρη-Πανανή, η οποία διακρινόταν για την αγαθότητα και ευλάβειά της. Η δεύτερη παραλλαγή είναι της Αγάθης Χρυσάφη κι η τρίτη στο παλιοχωριανό ιδίωμα της Δέσποινας Γανώση-Παυλίδου.
                       
Παλιοχωριανό Μοιρολόϊ - Πρώτη παραλλαγή   

               
 ΤΟ ΜΟΙΡΟΛΟЇ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ
                        από Μαρία Καμπούρη-Πανανή/Γιάννη Π. Μαυραγάνη
                                                          
  Σήμερα μαύρος ουρανός, σήμερα μαύρη μέρα,
  σήμερα εσταυρώσανε των πάντων βασιλέα.
                
  Καλό είναι τ’ άγιος ο Θεός, καλό είναι κι ας το πούμε,
  κι όποιος το λέει σώνεται κι όποιος τ’ ακούει αγιάζει
  κι όποιος το καλαφουγκρασθεί στην Παράδεισο θα πάει,        [5]
  στην Παράδεισο και στην εκκλησιά και στ’ άγιο μοναστήρι.
  Εκεί που κάθου η Παναγιά μόνη και μοναχή της
  την προσευχή της έκανε για το μονογενή της,
  ακού’ βροντές, βλέπει αστραπές και ταραχές μεγάλες.
  Βγαίνει να ιδεί στην πόρτα της, να ιδεί στη γειτονιά της.          [10]
  Βλέπει τον ουρανό θαμπό και τ’ άστρα βουρκωμένα
  και το φεγγάρι το λαμπρό στο αίμα βουτηγμένο.
  Βλέπει το Γιάννη να ’ρχεται κλαμένος, βουρκωμένος,
  κλαμένος και βρεχάμενος και παραπονεμένος.
Τι έχεις, Γιάννη, κι έρχεσαι κλαμένος, βουρκωμένος,             [15]
  κλαμένος και βρεχάμενος και παραπονεμένος;
  Ο δάσκαλός σου σ’ έδειρε ή τα χαρτιά σου εχάσες;
Νε δάσκαλός μου μ’ έδειρε, νε τα χαρτιά μου εχάσα.
  Δεν έχω στόμα να σου πω, μιλιά να σου μιλήσω
  μήδ’ η καρδιά μου το βαστά να σου τ’ ομολογήσω.                  [20]
Για κάνε στόμα πες μου το, μιλιά και μίλησέ το,
  για κάνε σίδερο καρδιά και ομολόγησέ το.
Το δάσκαλό μου πιάσανε οι άνομοι Εβραίοι,
  οι άνομοι και τα σκυλιά κι οι τρισκαταραμένοι.
  Σαν κλέφτη τον επιάσανε και σαν φονιά τον πάνε,                   [25]
  σαν να χωρίζει αντρόγυνο, έτσι τον τυραννάνε.
  Η Παναγιά σαν τ’ άκουσε, έπεσε κι ελιγώθει.
  Πέντε σταμνιά τη ραίνανε, τρία γυαλιά του μόσχου,
  τέσσερα το ροδόσταμα, ώσπου να συνεφέρει.
  Σαν ήρθε και συνέφερε, αυτά τα λόγια λέγει:                            [30]
Ας έρθει η Μάρθα κι η Μαριώ και του Λαζάρου η μάνα,
  να πάμε να τον εύρουμε, πριν να τόνε σταυρώσουν,
  πριν να τον βάλουν στα καρφιά και τόνε θανατώσουν.
  Παίρνουνε δίπλα το στρατί, στρατί το μονοπάτι
  και το στρατί τις έβγαλε μπρος σ’ ένα μαστοράκι.                     [35]
Ώρα καλή σου, μάστορα, τι είν’ αυτά που κάνεις;
Εβραίοι παραγγείλανε τρία καρφιά να κάνω,
  μα εγώ το συλλογίστηκα και θα τα κάνω πέντε.
Για πες μου, πες μου μάστορα τα πέντε τι τα θέλεις;
Τα δυο στα δυο τα γόνατα, τ’ άλλα στα δυο του χέρια,            [40]
  το πέμπτο το φαρμακερό να μπει μες στα τζιγέρια.
  Η Παναγιά σαν τ’ άκουσε, έπεσε και λιγώθει.
  Σταμνιά νερό τη ραίνανε, τρία γυαλιά του μόσχου,
  τέσσερα το ροδόσταμα, ώσπου να συνεφέρει.
  Σαν ήρθε και συνέφερε, αυτά τα λόγια λέγει:                           [45]
Βρε ατσίγγανε και βρε χαρτσιά και βρε καταραμένε,
  αφού σου είπανε τριά, γιατί τα κάνεις πέντε;
  Άντε βρε παλιατσίγγανε, εσύ κι η φαμελιά σου,
  ξύλα να βάζεις στη φωτιά κι αχλιά ποτέ μην κάψεις
  μηδέ παρά μηδέ ψωμί ποτέ μην αποτάξεις                              [50]
  μηδέ παστό στο σπίτι σου, ποτέ να μη χορτάσεις.
  Παίρνουνε δίπλα το στρατί, στρατί το μονοπάτι
  και το στρατί τις έβγαλε μπρος σ’ ένα τσομπανάκι.
Ώρα καλή σου, βόσκο μου, μαζί με τα παιδιά σου,
  μαζί με τη γυναίκα σου κι όλη τη συντροφιά σου.                   [55]
  Για πες μου, πες μου βόσκο μου, μην είδες συ το γιο μου;
Εχτές τον επερνούσανε εξάγκωνα δεμένο
  και σαν τον είδα, Παναγιά, έκλαψα το καημένο.
  Η Παναγιά σαν τ’ άκουσε, έπεσε και λιγώθει.
  Σταμνιά νερό τη ραίνανε, τρία γυαλιά του μόσχου,                 [60]
  τέσσερα το ροδόσταμα, ώσπου να συνεφέρει.
  Σαν ήρθε και συνέφερε, αυτά τα λόγια λέγει:
Σαν πέτρα, πέτρα το τυρί, σαν το νερό το γάλα,
  σαν τα μυρμήγκια του βουνού να μπαίνουν μες στη μάντρα,
  το ένα χίλια να γεννά, τα δυο πέντε χιλιάδες                            [65]
  και τ’ άλλα τα υπόλοιπα αμέτρητες χιλιάδες.
  Παίρνουνε δίπλα το στρατί, δίπλα το μονοπάτι
  και το στρατί τις έβγαλε μπρος στου ληστού την πόρτα.
  Βρίσκουν τις πόρτες σφαλιχτές και τα κλειδιά παρμένα
  και τα μικρά παράθυρα σφιχτά παραντωμένα.                        [70]
Άνοιξε πόρτα του ληστή και πόρτα του Πιλάτου.
  Η πόρτα από το φόβο της άνοιξε μοναχή της,
  μ’ από τ’ ασκέρι το πολύ, το γιο της δεν γνωρίζει.
  Βλέπει δεξιά, βλέπει ζερβά, βλέπει τον Άγιο Γιάννη.
Τον Ιησού θέλω να δω εις το σταυρό τι κάνει.                         [75]
  Για πες μου, πες μου Γιάννη μου και μαθητή του γιου μου,
  ποιος είναι μένα ο γιόκας μου και σε ο δάσκαλός σου;
Βλέπεις εκείνον το γυμνό και τον αναμαλλιάρη,
  οπού φορεί στην κεφαλή ακάνθινο στεφάνι,
  που του βγάλανε το στέφανο, του βάλανε αγκαθένιο,            [80]
  οπού φορεί πουκάμισο στο αίμα βουτηγμένο;
  Αυτός είναι ο γιόκας σου και με ο δάσκαλός μου.
Σταυρέ μου, για γονάτισε, σταυρέ για κλίνε κάτω,
  να πιάσω εγώ το γιόκα μου, να τον γλυκοφιλήσω,
  να βγάλω τη χρυσή ποδιά, το αίμα να σκουπίσω,                   [85]
  να βγάλω κι απ’ τα μάτια μου νερό να τον ποτίσω.
  Γιόκα μου, τα ματάκια σου γιατί τα ’χεις κλεισμένα;
  Γιόκα μου, που σ’ ανέθρεψα με μέλι και με γάλα
  και τώρα ήρθα να σε δω σε βάσανα μεγάλα.
Πάνε, μανούλα μ’, στο καλό και στην καλή τη στράτα.        [90]
  Κάμε το Γιάννη γιόκα σου και μένα ξέχασέ με.
Εγώ, γιε μου, δεν σε γέννησα, εγώ, γιε μ’, δεν σε ’ποίκα,
  που σου ’χα κούνιες αργυρές, σκοινιά μαλαματένια,
  που ’χα και σε κουνούσανε οι δώδεκα παρθένες;
  Πού είναι γκρεμνός να γκρεμνιστώ, φωτιά να πέσω πάνω     [95]
  και ποταμός απέραντος, να πέσω να πεθάνω.
Εσύ, Μάνα, σαν γκρεμνιστείς, γκρεμνιέται όλος ο κόσμος,
  γκρεμνιούνται μάνες για παιδιά και τα παιδιά για μάνες,
  γκρεμνιούνται κι οι καλόπαντρες για τους καλούς τους άντρες.
  Εσύ, Μανούλα μ’, σαν καείς, καίγεται όλος ο κόσμος,          [100]
  καίγονται μάνες για παιδιά και τα παιδιά για μάνες,
  καίγονται κι οι καλόπαντρες για τους καλούς τους άντρες.
  Εσύ, Μανούλα μ’, σαν πνιγείς, πνίγεται όλος ο κόσμος,
  πνίγονται μάνες για παιδιά και τα παιδιά για μάνες,
  πνίγονται κι οι καλόπαντρες για τους καλούς τους άντρες.   [105]
  Πήγαινε, Μάνα, στο καλό και στην καλή τη στράτα.
  Σαν κράξουνε οι πετεινοί και σημάνουν οι καμπάνες,
  τότε και συ, Μανούλα μου, να ’χεις χαρές μεγάλες,
  τότε απάντεχέ με, Μάνα μου, με τις χρυσές λαμπάδες.
   
  Καλό είναι τ’ άγιος ο Θεός, καλό είναι κι ας το πούμε,          [110]
  κι όποιος το λέει σώνεται κι όποιος τ’ ακούει αγιάζει
  κι όποιος το καλαφουγκρασθεί στην Παράδεισο θα πάει,
  στην Παράδεισο και στην εκκλησιά και στ’ άγιο μοναστήρι.
                    
(Από το βιβλίο του Γιάννη Π. Μαυραγάνη «Παλαιοχώρι Πλωμαρίου Λέσβου. Παράδοση – Ιστορία – Η Ζωή και τα Έθιμα», Αθήνα 1995, σελ. 248-250) 

 Δεύτερη παραλλαγή  
                    
 ΤΟ ΜΟΙΡΟΛΟЇ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ
   από την Αγάθη Χρυσάφη
                                                     
  Καλό ’ναι τ’ άγιος ο Θεός, καλό είναι κι ας το πούμε,
   όποιος το λέει σώνεται, όποιος τ’ ακού’ αγιάζει
   κι όποιος το καλαφουγκραστεί σ’ Παράδεισο θα πάει,      
   σ’ Παράδεισο κι σκ’ ακκλησιά και στ’ άγια μοναστήρια.
   Εκεί που κά’τε η Παναγιά μόνη και μοναχή της
   την προσευχή της έκανε για το μονογενή της,
   ακού’ βροντές, ακού’ αστραπές και ταραχές μεγάλες.
   Βγαίνει στην πόρτα της να δει, να δει τη γειτονιά της.  
   Βλέπει τον ουρανό θαμπό και τ’ άστρα βουρκωμένα
   και το φεγγάρι το λαμπρό στο αίμα βουτημένο.
   Βλέπει το Γιάννη να ’ρχεται κλαμένο, βουρκωμένο,
   κλαμένο και βροχάμενο και παραπονεμένο,
   βαστά και στο χεράκι του μαντήλι ματωμένο
   και στ’ άλλο το χεράκι του μαλλιά της κεφαλής του.
 Τι έχεις, Γιάννη, κι έρχεσαι κλαμένος, βουρκωμένος,  
   κλαμένος και βροχάμενος και παραπονεμένος;
   Ο δάσκαλός σου σ’ έδειρε ή το χαρτί σου εχάσες;
 Ο δάσκαλος δεν μ’ έδειρε ούτε χαρτί μου εχάσα.
   Δεν έχω στόμα να στο πω, γλώσσα να σου μιλήσω
   ούτε η καρδιά μου το βαστά να σου τ’ ομολογήσω.
 Για κάνε γλώσσα πες μου το, μιλιά και μίλησέ μου,
   για κάνε σίδερο καρδιά και ομολόγησέ μου. 
 Το δάσκαλό μου πιάσανε οι άνομοι Εβραίοι,
   οι άνομοι παράνομοι, οι τρισκαταραμένοι.
   Σαν κλέφτη τον επιάσανε και σα φονιά τον δέσαν.  
   Η Παναγιά σαν τ’ άκουσε, έπεσε κι ελιγώθει.
   Σταμνιά νερό της ρίχνουνε, τρία κανάτια μόσχου
   και τρία το ανθόνερο, ώσπου να συνεφέρει.
   Και όταν εσυνέφερε, αυτό τό λόγο λέει:
 Ας έρθει η Μάρθα κι η Μαριάμ και του Προδρόμου η μάνα,
   και του Λαζάρου γη αδελφή, να πάμ’ όλες αντάμα,
   να πάμε να τον εύρουμε, προτού τον εσταυρώσουν,
   προτού τον βάλουν στα καρφιά και μου τον θανατώσουν.
   Παίρνουνε δίπλα το στρατί, στρατί το μονοπάτι
   και το στρατί τις έβγαλε μπρος σ’ ένα τσομπανάκι.
 Ώρα καλή σου, τσόμπανε.   Καλώς την άγια μάνα.
 Μην είδες, γιε μ’, τον γιόκα μου και το μονογενή μου;
 Βλέπεις εκείνο το βουνό το καταραχνιασμένο,
   που ’ν’ από μέσα σκοτεινό κι απέξω ανταριασμένο;
   Εκεί πάνω τον έχουνε το γιο σου σταυρωμένο.
   Σαν πεύκο τον εστήσανε και τον επελεκούσαν
   και τ’ αποπελεκούδια του στην κάμινο πετούνε.
   Βγάζουνε γηρανιό καπνό και κόκκινη φωτίτσα
   και των Οβραίων οι θωριές εροδοκοκκινίζαν.  
 Τα δέκα χίλια να γενούν, τα χίλια δυο χιλιάδες
   τ’ άλλα τα περισσότερα χίλιες μελιγουνάδες,
   τα πέντε δέκα να γινούν, τα εκατό διακόσια,
   τ’ άλλα τα περισσότερα να γίνουν άλλα τόσα.
   Παίρνουνε δίπλα το στρατί, στρατί το μονοπάτι
   και το στρατί τις έβγαλε μπρος σ’ ένα μαστουράκι.
 Ώρα καλή σου, μάστουρα, μαζί με τα παιδιά σου,
   μαζί με τη γυναίκα σου κι όλη τη φαμελιά σου.
   Θα σε ρωτήσω, μάστορα, τι είν’ αυτά που κάνεις;
 Τα μη σε μέλει μη ρωτάς τι ’ναι αυτά που κάνω.
 Μένα μου πρέπει να ρωτώ, έχω καημό μεγάλο.
 Βριγιοί μου παραγγείλανε καρφιά να τους εκάνω.
   Μου παραγγείλαν τέσσερα, εγώ τα κάνω πέντε.
 Βρε ατσίγγανε και βρε χαρτσιά και βρε καταραμένε,
   σαν παραγγείλαν τέσσερα, γιατί τα κάνεις πέντε;
 Τα δυο στα δυο του γόνατα, τα δυο στα δυο του χέρια,
   το πέμπτο το φαρμακερό θα βάνουν στα τζιγέρια.
   Η Παναγιά σαν τ’ άκουσε, έπεσε και λιγώθει.
   Σταμνιά νερό της ρίξανε, τρία κανάτια μόσχου
   και πέντε το ανθόνερο, ώσπου να συνεφέρει.
   Και όταν εσυνέφερε, αυτό το λόγο λέει.
 Βρε ατσίγγανε και βρε χαρτσιά και βρε καταραμένε,
   αφού σου είπανε τριά, γιατί τα κάνεις πέντε;
   Άντε βρε παλιατσίγγανε, εσύ κι η φαμελιά σου,
   ξύλα να βάζεις στη φωτιά, αχλιά ποτές μην κάνεις,
   παρά μες στο μπουτσάκι σου ποτές να μην ’ποτάξεις,
   πουκάμισο στη ράχη σου ποτές να μην αλλάξεις,
   ψωμί πά’ στο τραπέζι σου ποτές να μη χορτάσεις,
   χώρα σε χώρα να γυρνάς, ποτές χωριό μην κάνεις.   
   Παίρνουν το δίπλα το στρατί, στρατί το μονοπάτι
   και το στρατί τις έβγαλε μπρος στου ληστή την πόρτα.
   Βλέπει την πόρτα σφαλιστή και το κλειδί παρμένο
  και τα μικρά παράθυρα σφιχτά παραντωμένα.
 Άνοιξε πόρτα του ληστή και πόρτα του Πιλάτου,
   να βρέξω τ’ αχειλάκι μου νερό με το βαμβάκι.   
   Κι η πόρτα απ’ το φόβο της άνοιξε μοναχή της.
   Θωρεί δεξιά, θωρεί ζερβά, βλέπει τον Άγιο Γιάννη.
 Μην είδες, γιε μ’, τον γιόκα μου και σε το δάσκαλό σου;      
 Βλέπεις εκείνον το γυμνό και τον ανεμαλλιάρη,
   οπού φορά στην κεφαλή αγκάθινο στεφάνι,
   οπού φορά στη μέση του αβάτινο ζωνάρι.  
 Βριγιοί μου, σας παρακαλώ, κάνετε ελεημοσύνη,
   να τον εκατεβάσετε με την ταπεινοσύνη.
   Σταυρέ μου, για χαμήλωσε, γιε μου κατέβα κάτω,
   να σε φιλώ στο μάγουλο, ώσπου να σε χορτάσω.
 Άιντε, Μαρία μου, διάβαινε και διάφορο μην έχεις.
 Γιόκα μου, ’γω σε γέννησα, πώς δεν με λέγεις μάνα
   και δεν εκοιλοπόνεσα και τράβηξα μεγάλα;
   Οπού ’χα κούνιες αργυρές, σχοινιά μαλαματένια,
   είχα και σε κουνούσανε οι δώδεκα παρθένες;
 Άιντε, μανούλα μ’, στο καλό και στην καλή σου ώρα
   κι ο δρόμος σου να σου  φανεί τριαντάφυλλα και ρόδα.
 Πού ’ναι γκρεμός να γκρεμνιστώ, φωτιά να πέσ’ απάνω,
   πού ’ναι κι άδικος θάνατος, να πέσω να πεθάνω.
 Εσύ, μάνα μ’, σαν γκρεμνιστείς, γκρεμνιέται όλος ο κόσμος,
   γκρεμνιούνται μάνες για παιδιά και τα παιδιά για μάνες,
   γκρεμνιούνται κι οι καλόπαντρες για τους καλούς τους άντρες.
   Βάλε κρασί στο μαστραπά κι αφράτο παξιμάδι
   και κάνε μια παρηγοριά, να κ’ εύρ’ όλος ο κόσμος,
  να κ’ εύρουν μάνες για παιδιά και τα παιδιά για μάνες,
   να κ’ εύρουν κι οι καλόπαντρες για τους καλούς τους άντρες.
   Άιντε, μανούλα μ’, διάβαινε και διάφορο δεν έχεις,
   μόνο το Μέγα Σάββατο τότες να μ’ απαντέχεις.
   Σαν κράξουνε οι πετεινοί και ψάλλουν οι παπάδες,
   τότε, μάνα μ’, μ’ απάντεχε με κάτασπρες λαμπάδες.

Επιτάφιος Ευαγγελίστριας Παλαιοχωρίου Λέσβου. Φωτογραφία Ευαγγελίας Καραμπέτσου - Κουτλή.

  Τρίτη παραλλαγή
                      
   ΤΟ ΜΟΙΡΟΛΟЇ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ
                               από τη Δέσποινα Γανώση - Παυλίδου
                    
  Ήρτι η μιγάλ’ σαρακουσκή τσι γοι αγιασμένις μέρις,
   που λειτουργούν γοι ακκλησιές τσι ψέλνουν οι παπάδις.
   Ψέλνουν τουν άγιου του Χριστό τσι τ’ άγιου Κυριελέησον.
  
   Καλό ’νι τ’ άγιους ου Θεός, καλό ’νι τσ΄ ας του πούμι,
   όποιους του λέει σώνιτι, τσ’ όποιους τ’ ακού’ αγιάζει
   τσ’ όποιους του καλαφουγκραστεί σκ’ Παράδεισου θα πάει,      
   σκ’ Παράδεισου κι σκ’ ακκλησιά τσι στ’ άγιου μοναστήρι.
   Η Παναγιά η Δέσποινα καθόταν μοναχή της,
   την προσευχή της έκανε για το μονογενή της.
   Ακού’ βρουντές, ακού’ αστραπές τσι ταραχές μιγάλις.
   Βγαίνει στην πόρτα της να δει, να δει τη γειτονιά της.  
   Βλέπει τον ουρανό θαμπό τσι τ’ άστρα βουρκουμένα
   τσι του φιγγάρι του λαμπρό στου αίμα βουτηγμένο.
   Θωρεί και δεξιότερα, βλέπει τουν Άγιου Γιάννη,
   βαστά τσι στου χειράκι του μαντήλι ματουμένου
   τσι στ’ άλλου του χειράκι του μαλλιά απ’ την κεφαλή του.
 Τι έχεις, Γιάννη μ’, τσ’ έρχισι κλιαμένους, βουρκουμένους,  
   κλιαμένος τσι βρουχάμινους τσι παραπουνιμένους;
   Η δάσκαλούς σου σ’ έδειρε ή του χαρτί σου ’χάσις;
 Μη δάσκαλούς μου μ’ έδειρι μη του χαρτί μου ’χάσα.
   Δεν έχου στόμα να στου πω, μιλιά να σου μιλήσω
   μήδι η καρδιά μου του βαστά να σου τ’ ουμουλουγήσω.
 Για κάνε στόμα, πες μου το, μιλιά τσι μίλησέ μου,
   για κάνε σίδηρου καρδιά τσι ξιφανέρουσέ του. 
 Τον δάσκαλό μου πιάσανε οι άνομοι Εβραίοι,
   οι άνομοι παράνομοι, οι τρισκαταραμένοι.
   Η Παναγιά σαν τ’ άκουσι, έπισι κι ελιγώθει.
   Τριά σταμνιά ρουδόσταμα κι τέσσιρα του μόσχου
   κι πέντι το ανθόνιρου, ώσπου να συνεφέρει.
   Απάνου που συνέφιρι, αυτά τα λόγια λέει:
 Ας έρθει η Μάρθα κι η Μαριάμ και του Προδρόμου η μάνα,
   τσι του Λαζάρου γη αδελφή, να πάμι ούλις αντάμα,
   να πάμι να τουν εύρουμι, πριν να τουν εσταυρώσουν,
   πριν να τουν βάλουν στα καρφιά τσι τουν εθανατώσουν.
   Παίρνουν του δίπλα του στρατί, στρατί του μονοπάτι
   τσι του στρατί τις έβγαλι μπρος σ’ ένα μαστουράκι.
 Ώρα καλή σου, μάστουρα, μαζί μι τα πιδιά σου,
   μαζί μι τη γυναίκα σου κι μι τη φαμελιά σου.
   Θα σε ρουτήσου, μάστουρα, τι ’ναι αυτά που κάνεις;
 Τα μη σε μέλει μη ρωτάς τι ’ναι αυτά που κάνω.
 Μένα με μέλει και ρωτώ κι έχω καημό μεγάλου.
 Βριγιοί μου παραγγείλανε καρφιά να τους εκάνω.
   Μου παρατζείλαν τέσσιρα, μα ’γώ τα κάνου πέντι.
 Σα σ’ παρατζείλαν τέσσρα, γιατί τα κάνεις πέντι;
 Τα δυο στα δυο του γόνατα, τα δυο στα δυο του χέρια,
   τσι τ’ άλλου του φαρματσιρό να μπει μες στα τζιγέρια.
   Η Παναγιά σαν τ’ άκουσι, έπισι και λιγώθει.
   Τριά σταμνιά ρουδόσταμα κι τέσσερα του μόσχου
   τσι πέντι του ανθόνιρου, ώσπου να συνιφέρει.
   Απάνου που συνέφιρι, αυτά τα λόγια λέγει.
 Βρ’ ατσίγγανι τσι βρε χαρτζιά τσι βρε καταραμένι,
   ξύλα να βάζεις στη φωτιά, αχλιά πουτέ μην κάψεις,
   ψουμί πά’ στου τραπέζι σου πουτέ να μη χουρτάσεις,
   παρά μες στο μπουγάκι σου πουτέ μην αποτάξεις
   μήδι πά’ στη ραχίτσα σου πουκάμισου ν’ αλλάξεις,
   Παίρνουν του δίπλα του στρατί, στρατί του μονοπάτι
   τσι του στρατί τις έβγαλι μπρος σ’ ένα τσουμπανάκι.
 Ώρα καλή σου, τσόμπανι.  Καλώς την άγια μάνα.
   Μπας τσ’ είδις, γιε μ’, του γιόκα μου τσι του μουνουγενή μου;
 Βλέπεις του κείνου του βουνό του καταραχνιασμένου,
   που ’νι απού μέσα σκουτεινό τσ’ απόξου ανταριασμένου;
   Εκεί πάνου τουν έχουνι του γιο σου σταυρουμένου.
   Σαν πεύκου τουν εστήσανε τσι τουν επιλικούνι
   τσι τ’ απουπιλικούδια του στην κάμινο πιτούνε.
   Οξύ καπνό εβγάζουνι τσι γηρανιά φουτίτσα
   και των Οβραίων οι θωριές εροδοκοκκινίζαν.
   Η Παναγιά σαν τ’ άκουσι, έπισι και λιγώθει.
   Τριά σταμνιά ρουδόσταμου, ώσπου να συνιφέρει.
   Απάνου που συνέφιρι, αυτά τα λόγια λέγει.
 Τα πέντι χίλια να γινούν, τα δέκα δυο χιλιάδις
   τ’ άλλα τα περισσότερα αμέτρητες χιλιάδες.
   Παίρνουν του δίπλα του στρατί, στρατί του μουνουπάτι
   τσι του στρατί τις έβγαλι μπρος στου ληστού την πόρτα.
   Ήταν η πόρτα σφαλιστή και τα κλειδιά παρμένα
   τσι τα παραθυράκια του σφιχτά παραντουμένα.
 Άνοιξι πόρτα του ληστού και πόρτα του Πιλάτου.
   Κι η πόρτα απ’ του φόβου της άνοιξι μοναχή της.
   Σα μπαίνει μέσα η Παναγιά, κανέναν δε γνωρίζει.
   Απ’ τους Οβραίους τους πολλούς κι απού τους ’Βραιολόγους
   Κανέναν δεν εγνώρισι, μόνου τουν Άγιου Γιάννη.
 Άγιε μου Γιάννη Πρόδρομε και βαπτιστή του γιου μου,
   μπας τσ’ είδις με του γιόκα μου τσι σε του δάσκαλού σου;      
 Βλέπεις τουν κείνον του γυμνό τσι τουν ανιμαλλιάρη,
   οπού φουρεί στην κεφαλή ακάνθινο στεφάνι,
   οπού φορεί στη μέση του αβατινό ζουνάρι;  
 Βριγιοί μου, σας παρακαλώ, κάνιτι ελεημοσύνη,
   να τουν εκατιβάσιτι μι την ταπεινουσύνη.
   Σταυρέ μου, για γονάτισε, σταυρέ μου κλίνε κάτου,
   να σε φιλώ στα μάγουλα, ώσπου να σι χουρτάσου.
 Άιντε, Μαριά μου, διάβινι κι διάφουρου δεν έχεις.
 Γιόκα μ’, ’γω δε σε γέννησα και δε με λέγεις μάνα
   και δεν σι κοιλοπόνεσα κι τράβηξα μεγάλα,
   που σου ’χα κούνιες αργυρές, σχοινιά μαλαματένια,
   οπού σε νανουρίζανε οι δώδικα παρθένες;
 Άιντε, μανούλα μ’, στου καλό τσι στην καλή σου ώρα.
 Πού ’νι γκριμός να γκρημνιστώ, φουτιά να πέσου απάνου,
   πού ’νι ο άδικος θάνατος, να πέσου να πιθάνω.
 Εσύ, μάνα μ’, σαν γκρεμνιστείς, γκρεμνιέται ούλους η κόσμους,
   γκρεμνιόντι οι μάνες για μουρά τσι τα μουρά για μάνις,
   γκρεμνιόντι τσι οι καλόπαντρες για τους καλούς τους άντρες.
   Βάλι κρασί στου μαστραπά κι αφράτου παξιμάδι
   και κάνε μια παρηγοριά, να κ’ εύρει ούλους η κόσμους,
   να κ’ εύρουν μάνις για πιδιά τσι τα πιδιά για μάνις,
   να κ’ εύρουν τσι οι καλόπαντρες για τους καλούς τους άντρες.
 Ποιος είδι γιο στου μακιλιό τσι μάνα στου τραπέζι.
 Άψαλτη κι αλειτούργητη να ’νι η Άγια Άννα,
   που δεν την παρηγόρησι την πικραμένη μάνα.
 Άιντε, μανούλα μ’, στου καλό κι διάφορο δεν έχεις,
   μόνο το Μέγα Σάββατο τότε να μ’ απαντέχεις,
   σαν κράξουνε οι πετεινοί και ψάλλουν οι παπάδες,
   τότε, μάνα μ’, μ’ απάντεχε με τις χρυσές λαμπάδες. 

   Σημειώσεις:
   1. Ευχαριστούμε τις συγχωριανές μας Αγάθη ΧρυσάφηΔέσποινα Γανώση-Παυλίδου και Ευαγγελία Καραμπέτσου-Κουτλή, που με προθυμία μας βοηθούν να διασώσουμε την παράδοση του χωριού μας.  


 Καλή Σαρακοστή και Καλή Ανάσταση

  Πανεπιστήμιο Αιγαίου - Εργαστήρι Πολιτισμικής Επικοινωνίας και Τεκμηρίωσης
“Μουσικά σταυροδρόμια στο Αιγαίο: Λέσβος (19ος-20ός αιώνας)”
Ηχογραφήσεις: Νο 37-Μυτιλήνη, Νο 38-Μεσότοπος, Νο 39-Μπορός Πλωμαρίου, Νο 40-Αγιάσος
Το καταλόγι της Παναγιάς
Νεοχώρι (Μπορός) Πλωμαρίου |1996, θρήνος (καταλόγι) της Παναγίας -Τραγουδάει η Γαρυφαλλιά Γιαννούλου -Προέλευση: «Κιβωτός του Αιγαίου» – Μουσικά σταυροδρόμια στο Αιγαίο. Λέσβος 19ος-20ός αιώνας - 

Ανοίξτε την ηχογράφηση Νο 39
http://soc-arksrv3.aegean.gr/music/musicians_sounds.php?unq=&
             
Πηγές:
1. Πανεπιστήμιο Αιγαίου – Εργαστήρι Πολιτισμικής Επικοινωνίας και Τεκμηρίωσης, Μουσικά σταυροδρόμια στο Αιγαίο: Λέσβος (19ος-20ός αιώνας)», σελ. 524-530.
2. Γιάννη Π. Μαυραγάνη «Παλαιοχώρι Πλωμαρίου Λέσβου. Παράδοση – Ιστορία – Η Ζωή και τα Έθιμα», Αθήνα 1995, σελ. 248-250.
3. Περιοδικό «Τα Παλιοχωριανά» του Συλλόγου Παλαιοχωριτών Λέσβου "Η Μελίντα", τεύχος 29ο (Ιαν.-Μάρτ. 1988), σελ. 447. 
                        
ΚΑΤΑΓΡΑΦΗ ΑΠΟ ΜΥΡΣΙΝΗ ΒΟΥΝΑΤΣΟΥ
      

ΘΡΗΝΟΣ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΑΠΟ ΤΟ ΧΡΟΝΗ ΑΗΔΟΝΙΔΗ ΚΑΙ ΤΗ ΝΕΚΤΑΡΙΑ ΚΑΡΑΝΤΗ
Πηγή: http://www.YouTube.com/watch?v=oigMnOy09IA (ανοίξτε και τον υπερσύνδεσμο)                                                                                                                                
***
                                           




Η ΓΛΥΚΕΡΙΑ ΕΡΜΗΝΕΥΕΙ ΣΕ ΗΧΟ ΠΡΩΤΟ ΤΟ ΜΟΙΡΟΛΟΊ΄ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ

Πηγή: http://www.YouTube.com/watch?v=FwLZfyVwf8I (ανοίξτε και τον υπερσύνδεσμο): 

***
ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΟ ΕΡΩΤΗΜΑ ΣΑΣ: "Μοιρολόι ψηφίστηκε τι σημαίνει;" 
- Δεν καταλαβαίνω σε τι αναφέρεται η ερώτησή σας. Υποθέτω ότι μεταφράστηκε λαθεμένα η φράση "σε αργό ελεγειακό ρυθμό", που σημαίνει ότι η μελωδία του είναι αργή και θρηνητική. Το επίθετο "ελεγειακός" (= θρηνητικός, πένθιμος) παράγεται από τη λέξη "ελεγεία", που είναι ένα από τα 4 είδη της αρχαίας ελληνικής λυρικής ποίησης και μεταφορικά σημαίνει θρήνος, μοιρολόι [μοιρολόι<μοιρολογώ<μοιρολόγος<μοίρα+λέγω].

 
Σημείωση: Άλλη ανάρτησή μας στην παρακάτω διεύθυνση:

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου