Τρίτη, 20 Αυγούστου 2013

ΤΥΡΟΚΟΜΙΑ

ΚΤΗΝΟΤΡΟΦΙΑ ΚΑΙ ΤΥΡΟΚΟΜΙΑ
                                                                                                               
     Η τέχνη της τυροκομίας είναι πανάρχαια και παγκόσμια. Μετά το συλλεκτικό-θηρευτικό στάδιο, ο πρωτόγονος άνθρωπος εισήλθε στο ποιμενικό-κτηνοτροφικό στάδιο, γιατί κατάφερε να εξημερώσει άγρια ζώα, να τα μετατρέψει σε οικόσιτα (σκύλος, αγελάδα, χοίρος, όρνιθα, αίγα, πρόβατο, γάτα, άλογο, όνος) και έτσι να εξασφαλίσει πιο εύκολα μόνιμη τροφή, ρούχα, φύλαξη και εργασία.
     Από τα πιο χρήσιμα και άκακα ζώα, τα πρόβατα, τα κατσίκια και οι αγελάδες δίνουν γάλα, τυρί, βούτυρο, μαλλί, δέρμα, κρέας και γίνονται θυσία για την επιβίωση και την καλοπέραση των ανθρώπων. Αν και δεν έχουμε αδιάσειστες αρχαιολογικές αποδείξεις, οι κατσίκες εξημερώθηκαν 10.000 χρόνια προ Χριστού, τα πρόβατα το 9.000 π.Χ. περίπου, οι αγελάδες δεν γνωρίζουμε από πότε.
     Το οικόσιτο πρόβατο (ovis aries = πρόβατον ο κριός) είναι τετράποδο χορτοφάγο μηρυκαστικό ζώο, που ανήκει στη συνομοταξία χορδωτά (Chordata), ομοταξία θηλαστικά (Mammalia), τάξη αρτιοδάκτυλα (Artiodactyla), οικογένεια βοοειδή (Bovidae), υποοικογένεια αιγώδη (Caprinae), γένος πρόβατον (Ovis), είδος (ovis aries). Η λέξη ovis προέρχεται από την ομηρική ϊς, που σημαίνει «πρόβατο», όπως και η λέξη μλον.  Ανάλογα με την ηλικία του, ονομάζεται αρνί μέχρι δύο μηνών, ζυγούρι μέχρι ενός έτους, προβατίνα το ώριμο θηλυκό από ενός έτους και πάνω και  κριάρι το ώριμο αρσενικό από δύο ετών και πάνω. Η προβατίνα από 14-17 μηνών γεννά μία φορά το χρόνο 1-2 μικρά και σπανιότερα περισσότερα. Η εγκυμοσύνη της διαρκεί 5 μήνες και αναγνωρίζει τα μικρά της από τη μυρωδιά. Όσα μικρά προορίζονται για αναπαραγωγή θηλάζουν 5 μήνες, όσα για σφαγή μόνο 1 μήνα. Δίνει ημερησίως 1,5 κιλό γάλα περίπου. Το πυκνό σγουρό μαλλί του πρέπει να κουρεύεται αρχές Μαΐου. Ζει 10-14 χρόνια. Η Λάκι, το γηραιότερο πρόβατο, πέθανε το 2009 στην Αυστραλία σε ηλικία 23 ετών και 7 μηνών! Κι ας μην ξεχνάμε και τη Ντόλυ, την πρώτη κλωνοποιημένη προβατίνα, μακαρίτισσα πια.
     Η οικόσιτη θηλυκή αίγα ή γίδα ή κατσίκα και ο αρσενικός τράγος (capra aegagrus = αιξ η κατοικίδιος, capra aegagrus hircus = αιξ ο αίγαγρος ο αίγος ή αιξ ο αίγαγρος ο τράγος) είναι τετράποδο χορτοφάγο μηρυκαστικό ζώο, συνήθως κερασφόρο και γενειοφόρο, που ανήκει στη συνομοταξία χορδωτά (Chordata), ομοταξία θηλαστικά (Mammalia), τάξη αρτιοδάκτυλα (Artiodactyla), οικογένεια βοοειδή (Bovidae), υποοικογένεια αιγώδη (Caprinae), γένος αιξ (Capra), είδος (Capra aegagrus), υποείδος (Capra aegagrus hircus). Το μικρό μέχρι ενός έτους λέγεται κατσίκι ή ερίφιο, από ενός έως δύο βετούλι. Η κατσίκα γεννά 1-2 κατσικάκια μία φορά το χρόνο, η κύηση διαρκεί 148 μέρες περίπου και δίνει ημερησίως 1,5 λίτρο γάλα επί 6 μήνες. Το άρμεγμα γίνεται δύο φορές την ημέρα, πρωί και βράδυ, σε περίοδο μεγάλης γαλακτοφορίας, όταν έχει γεννήσει πρόσφατα, και μία φορά την ημέρα σε εποχή που το γάλα είναι λίγο. Το κρέας της είναι νόστιμο και λιγότερο παχύ από του προβάτου. Από το γιδόμαλλο κάνουν το γνωστό μοχέρ και σακιά και τσουπιά. 
     Η αγελάδα (bos primigenius = βους ο πρωτογενής) είναι μεγάλο τετράποδο χορτοφάγο μηρυκαστικό ζώο, που ανήκει στη συνομοταξία χορδωτά (Chordata), ομοταξία θηλαστικά (Mammalia), τάξη αρτιοδάκτυλα (Artiodactyla), οικογένεια βοοειδή (Bovidae), υποοικογένεια βοοΐναι (Bovidae), γένος βους (Bos), είδος (Bos primigenius). Το αρσενικό για σφαγή λέγεται βόδι, για αναπαραγωγή ταύρος. Η αγελάδα ζει συνήθως 15 χρόνια και γεννά ένα μοσχαράκι 25-45 κιλών, μετά από κύηση 9 μηνών. Επειδή το γάλα και το κρέας της έχουν σπουδαία θέση στην τροφική αλυσίδα, η ασθένεια της σπογγώδους εγκεφαλοπάθειας (γνωστή και ως «νόσος των τρελών αγελάδων») τρομοκράτησε όλο τον κόσμο κατά τη δεκαετία 1990 κι εξακολουθεί να τον φοβίζει (Πηγή: http://el.wikipedia.org/).
     Στο Παλαιοχώρι ελάχιστοι εκτρέφουν βοοειδή για το κρέας τους. Το τυρί γίνεται από γάλα κατσίκας ή προβάτου. Είναι το ονομαστό λαδοτύρι Μυτιλήνης, που παλιά το διατηρούσαμε μέσα σε λάδι, ενώ σήμερα το αλείφουν με κερί. Είναι επιτραπέζιο τυρί, αλλά ταυτόχρονα κατάλληλο για μαγειρική, για κάθε είδους φαγητό.

Πώς πήζουμε τυρί        
                                                                                                                                                                  
ΥΛΙΚΑ:

5 κιλά γάλα, κατά προτίμηση κατσικίσιο
2 κουταλιές γλυκού πυτιά ή μαγιά
λίγο αλάτι μέτρια χοντρό (No 2)

ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ:
              
Αρμέγουμε 5 κιλά γάλα, το σουρώνουμε με σουρωτήρι και τουλουπάνι (τυροπάνι) από πάνω και το ρίχνουμε σε μια μεγάλη κατσαρόλα.

Αφού το ζεστάνουμε λίγο, για να μην κόψει, ρίχνουμε 2 κουταλάκια του γλυκού πυτιά (λεσβ. μ’λί) ή μαγιά. Έπειτα το αφήνουμε μία ώρα με σβηστή φωτιά, μέχρι να πήξει.

Το ανακατεύουμε, το μαζεύουμε με τρυπητή κουτάλα ή το σουρώνουμε και το βάζουμε στο τυροβόλι.

Την επόμενη μέρα το βγάζουμε από το τυροβόλι, το αλατίζουμε ελαφρά με ημίχοντρο αλάτι και το αφήνουμε να ξεραθεί. Παλιά, στο μαγεριό του σπιτιού υπήρχαν κρεμασμένα από την οροφή σανίδια, όπου ξέραιναν το τυρί.  

Όταν ξεραθεί καλά, το κόβουμε σε μεγάλα κομμάτια και το διατηρούμε σε λάδι. Το λάδι πρέπει να είναι περυσινό, για να μην κοκκινίσει το τυρί.

Το τυρόγαλο που απομένει μπορούμε να το φτιάξουμε μυζήθρα, προσθέτοντας γάλα (λεσβ. πρόσγαλα), ή να το χρησιμοποιήσουμε για να κάνουμε την άρμη της φέτας ή να το πιούμε ως δροσιστικό ποτό ή να το ανακατέψουμε με πίτουρα και να το δώσουμε ως τροφή σε ζώα.   
             
ΣΗΜΕΙΩΣΗ:
              
Τη συνταγή για το τυρί μας υπαγόρευσε στις 23 Αυγούστου 2011 η Διαμάντη Καλαϊτζή - Κουτσουραδή, στο Παλαιοχώρι. Την ευχαριστούμε.                                                                   
                                                   
clip_image002

Πώς φτιάχνουμε μυζήθρα
                                            
ΥΛΙΚΑ:
  
10 ποτήρια τυρόγαλο
2 ποτήρια γάλα
1 ποτήρι νερό
λίγο αλάτι ή ζάχαρη

ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ:
        
Ζεσταίνουμε σε μια μεγάλη κατσαρόλα το τυρόγαλο και, όταν γίνει χλιαρό, προσθέτουμε το γάλα (λεσβ. πρόσγαλα) και ανακατεύουμε συνεχώς με ξύλινη κουτάλα, σε χαμηλή φωτιά. Άμα αρχίσει να ανεβάζει αφρό, προσθέτουμε 1 ποτήρι νερό και ανακατεύουμε. Δεν πρέπει να αφήσουμε να κοχλάσει, γιατί η μυζήθρα θα βουλιάξει.              

Όταν ανέβει η μυζήθρα στην επιφάνεια, τη μαζεύουμε με τρυπητή κουτάλα και τη βάζουμε στο τυροβόλι, να στραγγίξει.

 Σε δυο-τρεις ώρες η μυζήθρα είναι έτοιμη. Μπορούμε να τη φάμε χλωρή με ζάχαρη ή μέλι και κανέλα ή να την αλατίσουμε ελαφρά, να την ξεράνουμε και να την τρίβουμε πάνω σε μακαρόνια ή να τη βάζουμε σε κολοκυθοανθούς και άλλα φαγητά. Διατηρείται χλωρή στο ψυγείο δυο-τρεις ημέρες.  
 
ΣΗΜΕΙΩΣΗ:
                        
Τη συνταγή για τη μυζήθρα μας υπαγόρευσαν στις 23 Αυγούστου 2011 η Αγάθη Χρυσάφη και η κόρη της Μαρία Χρυσάφη-Τσιμναδή, στο Παλαιοχώρι. Τις ευχαριστούμε.

   
ΛΕΞΕΙΣ:
                                          
-κασκαβάλι (το, ουσ.) = το κεφαλάκι τυρί, που στραγγίζει μέσα σε τυροβόλι και παίρνει την κυλινδρική του φόρμα (από το ιταλ. cacio [τυρί] - cavallo [άλογο] ή από τουρκ. kaskaval (= είδος τυριού ξηρού και στρογγυλού σαν κεφάλι // άνθρωπος άνοστος και χονδροειδής (Ανδριώτης, Ι. Χλωρός, Γιαννουλέλλης, Παπάνης). Κατά το Γιαννουλέλλη, ίσως το kaskaval είναι από το περσ. kashk [=αποξηραμένο γάλα ή βούτυρο] + τουρκ. kaval [= κοίλος κύλινδρος <περσ. kaw = κοιλαίνω].   

-μ’λί (το): Στη λεσβιακή διάλεκτο η πυτιά λέγεται «μ’λί» και είναι το πρωτόγαλα από στομάχι βυζανιάρικου κατσικιού ή αρνιού. Παλιά το διατηρούσαν σε πήλινη αεροστεγή νταμιτζάνα. Ο Γιώργος Γιαννουλέλλης, στη σελ. 63 του βιβλίου «Νεοελληνικές ιδιωματικές λέξεις δάνειες από ξένες γλώσσες» (Εκδόσεις "Κείμενα", Αθήνα 1982), γράφει για τη λέξη το μουλί>μ’λί (με συγκοπή του –ου–) τα εξής: «μουλί. ουδ. = στομάχι νεογέννητου αρνιού ή κατσικιού, που το περιεχόμενό του αποτελεί τη μαγιά για το πήξιμο τυριού. Το μουλί ακούγεται στη Λέσβο και στην Κεφαλονιά, ενώ στην Τσακωνιά η λ. μουλί είχε τη σημασία πάχος στην κοιλιά του προβάτου, κατά τον Δέφνερ. Ο H. Pernot σημειώνει πως ο Meyer, αφού παρατηρεί πως η λέξη μουλί ακούγεται και στη Θήρα, την Αλβανία και τη Βουλγαρία, λέγει πως η ρίζα της είναι άγνωστη. Στη γλώσσα των ζωεμπόρων το μουλί έχει τη σημασία “άσπρο πηχτό πάχος μέσα στην κοιλιά των ζώων”. // Ίσως από το λατ. mollis = μαλακός. Παράβαλε το λεσβ. μλιούδ (μουλιούδι, μολλιούδι) = κάθε πράγμα που έγινε πολύ μαλακό, από άφθονη διαβροχή»Πιο ορθή θεωρούμε την ετυμολόγηση των φιλολόγων Δημήτρη και Γιάννη Παπάνη («Λεξικό της Αγιασώτικης Διαλέκτου», Μυτιλήνη 2002), οι οποίοι συσχετίζουν τη λέξη «μ’λί» με την αρχαία ονομασία των προβάτων, που ο Όμηρος τα ονομάζει μλα. Στη σελ. 264 γράφουν τα εξής: «μ’λί (το) = μαγιά που παρασκευάζεται από το περιεχόμενο του στομαχιού αρνιού γάλακτος, που τη χρησιμοποιούν για το πήξιμο του τυριού [μ’λί<μουλί<ομηρικό μλον (= πρόβατο, γίδα)...]». Εμείς θα προσθέταμε και το υποκοριστικό της λ. μλον>μηλίον (= αρνάκι, κατσικάκι)>μηλί>μ’λί. Και γιατί ο φθόγγος ισυγκόπτεται πιο εύκολα από το φθόγγο ου. 

-μυζήθρα (η, ουσ., λεσβ. μ’τζήθρα – ετυμολογία κατά τον Φ. Κουκουλέ και το Ν. Ανδριώτη: μυζήθρα < ζυμήθρα < ζύμη+κατάληξη -θρα) = είδος μαλακού τυριού, που γίνεται από το τυρόγαλο, δηλ. τον ορό που απομένει μετά την πήξη του τυριού, με προσθήκη μικρής ποσότητας γάλακτος. Στο Παλαιοχώρι ακούγεται στον κλήδονα το σατιρικό-περιπαικτικό δίστιχο «Αν δεν με θέλεις να περνώ, βάλε μια μ’τζήθρα στο στενό», όπου βέβαια με τη λ. μυζήθρα υπονοούν κάτι άλλο μαλακό!

-πυτιά (η, ουσ.) = ζωικό ή φυτικό ένζυμο, που χρησιμοποιείται στην τυροκομία για την πήξη του τυριού.

-τυρί (το, ουσ.), από το μεσν. το τυρίν <μεταγν. το τυρίον, υποκοριστικό της αρχαίας λέξης ο τυρός.

-τυροβόλι (το, ουσ., κατά τον Ανδριώτη, μεταγν. τυροβόλιον, υποκοριστικό του τυροβόλος < τυρός + βάλλω – Κατά τον Όμηρο τάλαρος [ραψ. ι, στίχ. 247], κατ’ άλλους τουπί ή τυρικό ή ταλάρι ή ταλαρίδα) = τυροφόρο πλεκτό κυλινδρικό καλαθάκι από βούρλα, για το στράγγισμα και το φορμάρισμα του τυριού. 

-τυρόγαλο (το, ουσ.) ή τυρόγαλος ή ορός ή ουρός (ο, μεσν. τυρό-γαλα) = ορός γάλακτος, το υγρό που μένει από το πήξιμο του τυριού ή την αφαίρεση του βουτύρου. 

-τυροκομώ (ρ., τυρός + κομέω > κομ = φροντίζω, περιποιούμαι) = φτιάχνω τυρί.

-τυροκομία (η, ουσ.) = η τέχνη ή η βιομηχανία παρασκευής τυριού.

-τυροκόμος (ο, ουσ.) = αυτός που ασχολείται με το πήξιμο του γάλακτος και τη μετατροπή του σε τυρί.

-τυροκομείο (το, ουσ.) = εργαστήρι παρασκευής τυριού.

-τυροκομικός (επίθ.) = ο σχετικός με την τυροκομία (π.χ. τυροκομικά προϊόντα).

-τυροπώλης (ο, ουσ.) = έμπορος τυροκομικών προϊόντων.

-Τυροπώλης > Κυρουπούλ’ς: παλιοχωριανό επώνυμο.

-τυροπωλείο (το, ουσ.) = κατάστημα, όπου πωλούνται τυροκομικά προϊόντα.

-τυροφάγος (επίθ.) = αυτός που τρώει πολύ τυρί ή τρέφεται μόνο με τυρί.

-Τυροφάγος ή Τυρινή ή Μακαρονού (η) = η τελευταία Κυριακή πριν από την Καθαρά Δευτέρα και τη Μεγάλη Σαρακοστή, κατά την οποία νηστεύουν το κρέας και το ψάρι και καταλύουν μόνο γαλακτοκομικά, τυριά, και ζυμαρικά.



ΠΑΡΟΙΜΙΕΣ:
          
- Ακόμα το στόμα του γάλα μυρίζει.
- Άλλα μελετούν τα βόδια κι άλλα μελετά ο ζευγάς.
- Άλλο λάγιο κι άλλο τράγιο.
- Αντάρις τσι σκουκ’νάρις τσι τυριές μυρίζ’.
- Απ' ένα αρνί δυο προυβιές (πλεονεξία).
- Από εκεί που πήδηξε η κατσίκα, θα πηδήξει και το κατσικάκι.
- Απ’ τ’ αυγό στην όρνιθα κι απ’ τ’ αρνί στο βόδι.
- Απ’ το διάολο έρχεται τ’ αρνί, στο διάολο γυρίζει το τομάρι.
- Από τον κακό τσομπάνο, ψόφησαν τα πρόβατα.
- Αρνιά και ερίφια το Μάη μήνα δείχνουν.
- Αρνί, κατσίκι τριήμερο, γουρούνι δωδεκαήμερο, μουσκάρι σαρανταήμερο και
  πάλι κρίμα είναι.
- Αρνί που βλέπει ο θεός, ο λύκος δεν το τρώει.
- Βγάζει κι απ' τον τράγο γάλα.
- Βόϊδι πήγε, γελάδα γύρισε.
- Βρούλα μ' φέρν'ς, κυριβόλια (τυροβόλια) σ’ πλέκου.
- Γιατί να αγοράσεις μια αγελάδα, όταν το γάλα είναι τόσο φτηνό; 
- Δεμένο σκυλί πρόβατα δεν φυλάει.
- Δεν το δείχνει η γίδα, το δείχνει το κέρατό της.
- Δέσε τ’ αρνί όπου θέλει ο νοικοκύρης και μη σε νοιάζει αν θα το φάει ο λύκος.
- Εμ φτωχό τ’ αρνί, εμ πλατιά η ουρά του.
- Έρμα μαντριά, γιομάτα λύκους.
- Θα το βρει η στραβή τ’ αρνί της.
- Κάθι αρνέλ’ απ’ του πουδαρέλι τ’ κρέμιτι.
- Κουβέντα κουβεντούλα, τρώει ο λύκος τη βιτούλα.
- Μαθημένο είναι τ’ αρνί να του παίρνουν το μαλλί.
- Μασά η κατσίκα ταραμά;
- Μάστορης είναι και της κατσίκας ο κώλος.
- Μπα, πανάθεμά σε πόλη, που σου ’στειλα άνθρωπο και μου έστειλες βόδι.
- Ο διάβολος γίδια δεν είχε και γάλα πούλαγε.
- Ο διάβολος πουλεί τυρί, χωρίς να έχει γίδια.
- Όλοι οι ποντικοί τρώνε το τυρί κι ένας το πληρώνει.
- Ο λύκος πιστικός δεν γίνεται κι ο σκύλος τυροκόμος.
- Όποιο πρόβατο φεύγει απ’ το μαντρί, το τρώει ο λύκος.
- Όποιος γίνεται πρόβατο, τον τρώει ο λύκος.
- Ό,τι κάνει η γίδα στο πουρνάρι, το βρίσκει στο τομάρι.
- Πότε αυγά, πότε τυρί, δεν μας λείπει η αρτυμή.
- Πρόβατο που βελάζει χάνει τη χαψιά του.
- Σαν τη μύγα μες στο γάλα.
- Σύρε βόιδι στην αγέλη.
- Του φτωχού τ’ αρνί κριάρι δε γίνεται.
- Τυρί κι αλεύρι μου έλειψαν, να κάνω μακαρόνια.
- Τώρα που έγινε η θάλασσα γιαούρτι, δεν έχουμε κουτάλια.
- Φίλοι, φίλοι, αλλά το τυρί με παράδες.
- Φτωχό τ’ αρνί, πλατιά η ουρά.
- Χώρια τα στέρφα από τα γαλάρια. 
- Ψόφησε το βόδι μας, πάει η κοληγιά μας.
- Ψωμί δεν είχαμε, τυρί μας ήρθε.
- Ψωμί, τυρί δεν είχαμε, χοντρή ψ . . ή  γυρεύαμε.
- Ψωμί δεν έχουμε, τυρί γυρεύουμε.


ΚΕΙΜΕΝΑ:
                                      
Το φοβερό μονομάτη Κύκλωπα Πολύφημο, γιο του θεού της θάλασσας Ποσειδώνα και της νεράιδας Θόωσας, κόρης του Φόρκυνα, τον γνωρίζουν όλοι από την «Οδύσσεια», σαν αφιλόξενο υβριστή προς τον Ξένιο Δία κι ανθρωποφάγο. Έξι συντρόφους του Οδυσσέα έφαγε ωμούς, σαν αποκλείστηκαν στη σπηλιά του με τον Οδυσσέα-Κανένα, ο οποίος τον τύφλωσε με ελίτικο παλούκι, για να μπορέσουν να διαφύγουν κρυμμένοι κάτω από τα κριάρια. Λίγοι, ωστόσο, θα έχουν προσέξει πόσο νοικοκύρης βοσκός και τυροκόμος ήταν ο Πολύφημος και πόσο αγαπούσε το κριάρι - μπροστάρη του κοπαδιού του.
     Διαβάστε παρακάτω αποσπάσματα από την «Οδύσσεια», ραψωδία ι, στίχ. 181-188, 216-250, 449-468 (μετάφραση Ζήσιμου Σιδέρη, Ο.Ε.Δ.Β., Αθήνα 1985, σελ. 168, 170-171, 178-179):

«Κι όταν σε τόπο φτάσαμε που δεν ήταν αλάργα,
 είδαμε απόμερη σπηλιά κοντά κοντά στο κύμα,
 ψηλή και δαφνοσκέπαστη, κι άπειρα εκεί κοπάδια
 γιδοπροβάτων στάλιζαν και αυλή είχε γύρω - γύρω
 ψηλή με πέτρες μες στη γη χωμένες, και με πεύκους      185
 μεγάλους κι αψηλόκορφες βελανιδιές φραγμένη.
 Άντρας θεόρατος εκεί καθόντανε, που μόνος
 τ’ αρνιά βοσκούσε απόμερα μήτε έσμιγε τους άλλους

 ……………………………………………………………………
                        
 Φτάσαμε αμέσως στη σπηλιά, μα αυτός δεν ήταν μέσα,
 μόν’ τα παχιά του πρόβατα βοσκούσε στο λιβάδι.
 Και στη σπηλιά άμα μπήκαμε, βλέπαμε ό,τι είχε μέσα.
 Γεμάτα τα τυρόβολα κι οι μάντρες στοιβαγμένες
 από κατσίκια κι απ’ αρνιά, και χώρια μαντρισμένα    220
 τα πρώιμα αλλού, τα μέσα αλλού, κι αλλού τα όψιμα ήταν.
 Κι ήταν από τυρόγαλο γεμάτα όλα τ’ αγγειά του,
 σκάφες, καρδάρες, που άρμεγε μέσα σ’ αυτά το γάλα.
 Τότε οι συντρόφοι μ’ όρκιζαν με πειστικά τους λόγια,
 λίγο τυρί να πάρουμε και να τραβούμε πίσω,               225
 κι απ’ το μαντρί ξεκόβοντας μανάρια και κατσίκια
 γλήγορα στο γοργόδρομο καράβι να τα πάμε,
 κι ευτύς να κάνουμε πανιά και στ’ ανοιχτά να βγούμε.
 Εγώ όμως δεν τους άκουσα, που πιο καλό έτσι θα ’ταν,
 για να τον δω και δώρα του φιλόξενα να πάρω.              230
 Μα στους συντρόφους πρόσχαρος δε φάνηκε, όταν ήρθε.
 Τότες ανάψαμε φωτιά και κάμαμε θυσία
 τυριά κομμάτια κόβοντας και φάγαμε κι οι ίδιοι,
 και στη σπηλιά καθίσαμε προσμένοντας, ωσότου
 ήρθε κι αυτός απ’ τη βοσκή, με φόρτωμα μεγάλο             235
 ξύλα ξηρά για το φαΐ να ’χει φωτιά ν’ ανάψει.
 Μες στη σπηλιά σαν το ’ριξε, βούιξε ο τόπος όλος,
 κι εμείς απ’ την τρομάρα μας χωθήκαμε στο βάθος.
 Τότε έμπασε μες στην πλατιά σπηλιά τις προβατίνες,
 με τη σειρά όσες άρμεγε κι άφησε εμπρός στην πόρτα      240
 μες στην αυλή τ’ αρσενικά, κριάρια του και τράγους.
 Έπειτα σήκωσε ψηλά κι έβαλε εμπρός στην πόρτα
 ασήκωτη θυρόπετρα, που δε θα την κινούσαν
 κι εικοσιδυό τετράκυκλα καλοφτιαγμένα αμάξια.
 τόσο τεράστιο έβαλε μπροστά στην πόρτα βράχο.             245
 Κάθισε τότες κι άρμεγε γίδες και προβατίνες
 και το παιδί της καθεμιάς προσθήλιαζε από κάτω.
 Και το μισό όταν έπηξε τ’ άσπρο χιονάτο γάλα,
 το σύναξε και το ’βαλε μες στα πλεχτά καλάθια,
 και στις καρδάρες φύλαξε τ’ άλλο μισό να πίνει.               250
             
 ………………………………………………………………….
                                                                                            
 Κι έφτασε απ’ όλα πιο στερνό στην πόρτα το κριάρι,
 απ’ τα μαλλιά αργοκίνητο κι απ’ το σοφό εμένα.              450
 Κι ο γίγαντας Πολύφημος του ’πε χαϊδεύοντάς το:
 “Γιατί, καλό κριάρι μου, στερνό απ’ τη μάντρα βγαίνεις;
 Άλλη φορά δεν έμενες απ’ το κοπάδι πίσω,
 μόν’ πρώτο πάντα πήγαινες με δρασκελιές μεγάλες
 της χλωρασιάς τα τρυφερά βλαστάρια να βοσκήσεις.       455
 Πρώτο στο ρέμα ερχόσουνα και πρώτο μου γυρνούσες
 πάλε το βράδυ στο μαντρί. Τώρα στερνό απομένεις.
 Θα κλαις και συ τ’ αφέντη σου το μάτι, που κακούργος
 άντρας μου το ’βγαλε άσπλαχνα με ανθρώπους του χαμένους,
 αφού βαριά μου σκότισε με το κρασί τα φρένα,             460
 αχ, ο Κανείς, που ορκίζομαι πως δε θα μου γλιτώσει.
 Αν είχες τη λαχτάρα μου κι αν μπόρειες να μιλήσεις,
 να μου ’λεγες πού τρύπωσε αλάργα απ’ το θυμό μου.  
 θα ’βλεπες τότε στη σπηλιά χυμένα τα μυαλά του
 χάμω στη γη, άλλα απ’ αλλού, καθώς θα τον χτυπούσα,  465
 και μες στα στήθια μου η καρδιά θα λούφαζε απ’ τους πόνους,
 που μου τους άναψε ο Κανείς, ένα κορμί χαμένο.”
 Είπε κι απόλυσε έπειτα να φύγει το κριάρι».



ΑΝΤΑΡΙΣ ΤΣΙ ΣΚΟΥΚ'ΝΑΡΙΣ                     
     
     Τα παλιά χρόνια, όταν δεν υπήρχαν αυτοκίνητα κι αμαξιτοί αγροτικοί δρόμοι στο Παλαιοχώρι, την περίοδο του ελαιομαζώματος έπρεπε να σηκωθούν από τα χαράματα, για να σαμαρώσουν τα μουλάρια και τα γαϊδούρια και να πάνε έγκαιρα στο κτήμα, που καμιά φορά απείχε μια και μιάμιση ώρα δρόμο. Ο "πόλεμος της ελιάς" διαρκούσε πολλούς μήνες, από τον Οκτώβρη μέχρι το τέλος της άνοιξης όταν είχε μαξούλι. 
     Καθημερινή αγωνία τι καιρό θα κάνει, κυρίως αν θα βρέξει. Ξυπνούσαν, νίβονταν βιαστικά κι άνοιγαν το παράθυρο να δουν τον ουρανό, να προβλέψουν τον καιρό. 
     Μια απ' αυτές τις μέρες της φούριας, είπε ο πατέρας στην κόρη:
      Άν'ξι, κόρη μ', του παναθύρ', να δεις κι τσιρό θα κάν'... 
     Εκείνη, από τη βιασύνη της και μέσα στο μισοσκόταδο του σπιτιού, αντί να ανοίξει το παράθυρο, άνοιξε το αρμάρι όπου φύλαγαν τα φαγητά. Είδε σκοτάδι κι είπε: 
      Αντάρις τσι σκουκ'νάρις τσι τυριές μυρίζ'!
     Η φράση αυτή έμεινε παροιμιώδης και λέγεται συχνά στο Παλαιοχώρι και σε άλλα μέρη της Ελλάδας με μικρές παραλλαγές.

ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ - ΤΥΡΙ
                     
     Οι χωριάτες είδανε ξαφνικά ένα βράδυ στη λίμνη τους το φεγγάρι και το περάσανε πως είναι τύρουλας (= κεφαλοτύρι). Ο πρώτος που το είδε πήδησε μέσα στο νερό να το πάρει, κι οι άλλοι ετρέξανε από πίσω του να μην τους το φάει.
     Κι από τότες κοροϊδεύουν το χωριό, πως εφάγανε το φεγγάρι και γι' αυτό βγαίνει λειψό.
                                      
(Διήγηση από την Κεφαλονιά, Δημ. Λουκάτος 1935. Παρόμοιες από τη Χίο. "Νεοελληνικά Λαογραφικά Κείμενα", επιμέλεια Δ. Λουκάτου, Βασική Βιβλιοθήκη αρ. 48 Εκδόσεων Ζαχαρόπουλος, Αθ. 1957, σελ. 306)

ΒΟΥΝΑΤΣΟΥ ΜΥΡΣΙΝΗ

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου