Κυριακή, 4 Αυγούστου 2013

ΑΝΕΡΓΟΙ

Μια εβδομάδα με το Νικηφόρο Βρεττάκο, τον ποιητή που βίωσε πολύχρονη ανεργία

     Χτες, σε λιγότερο από μία ώρα, πληροφορήθηκα ότι δυο άνθρωποι έχασαν τη δουλειά τους. Έσταζε πίκρα το στόμα του γείτονα, όταν μου είπε πως είναι πια άνεργος, ένα χρόνο προτού βγει στη σύνταξη. Μετά από πολύμηνη αβεβαιότητα, ο εργοδότης του ανακοίνωσε ότι αποφάσισε να κλείσει τελικά την πασίγνωστη εταιρία γαλακτοκομικών προϊόντων.
     Στο δρόμο με σταμάτησε μετά από μισή ώρα η σαραντάχρονη μητέρα παλιού μαθητή μου, εικοσάχρονου σπουδαστή σήμερα, για να με χαιρετήσει και να μου θυμίσει ποια ήταν. Τη ρώτησα για την οικογένειά της κι άκουσα να μου αναφέρει με πίκρα πως έχασε τη δουλειά της, τη χώρισε ο άντρας της, κι εκείνη παρακαλά να βρει μεροκάματο, να καθαρίζει σπίτια. “Εκείνος γύρισε στη μητέρα του, εγώ δεν έχω μάνα, να πάω σπίτι της…”, μου είπε με παράπονο και αξιοπρέπεια. Ήθελα να μπορούσα εκείνη τη στιγμή να φωνάξω στον άντρα εκείνον πως δεν εγκαταλείπουν τη σύντροφο και μητέρα των παιδιών τους στα δύσκολα.
     Θυμήθηκα τότε τα γεμάτα ανθρωπιά ποιήματα του Νικηφόρου Βρεττάκου (1912-1991), του μεγάλου μας ποιητή από τις Κροκεές της Λακωνίας, που βίωσε και ο ίδιος πολύχρονη ανεργία. Η ανάρτηση αυτή ας γίνει βάλσαμο παρηγοριάς για κάθε άνεργο και διαμαρτυρία προς τους υπεύθυνους να τηρούν το άρθρο 22 του Ελληνικού Συντάγματος, που ορίζει ότι “η εργασία αποτελεί δικαίωμα και προστατεύεται από το Κράτος, που μεριμνά για τη δημιουργία συνθηκών απασχόλησης όλων των πολιτών και για την ηθική και υλική εξύψωση του εργαζόμενου αγροτικού και αστικού πληθυσμού”

Κυριακή 4/8/2013
Άνεργοι

Του εργοστασίου η πόρτα είναι από σίδερο. έχει
στο μέσο δυο κάγκελα. Και πίσω απ’ τα κάγκελα
δυο μάτια που σφάζουν. Ο επιστάτης κοιτάζει
την ουρά των ανθρώπων που στέκονται απ’ έξω,
χέρια και πρόσωπα που κάνουν μια κίνηση
όλα μαζί, κρατούν την ανάσα, σκύβουν ν’ ακούσουν.

«Μεσημέριασε, φύγετε. Ο κύριος
διευθυντής δε θα ’ρθει. Αύριο πάλι
       πρωί. Πιο πρωί».

Χαμηλώνουν τα πρόσωπα, στέκονται αμήχανα.
Ύστερα, φεύγοντας, κοιτάζουνε γύρω τους
σα να ψάχνουν να βρουν ένα βάραθρο όχι
να κλάψουνε, όχι να ψάξουν για τίποτα.
       Να ρίξουν τα χέρια τους.

(Νικηφόρου Βρεττάκου «Τα Ποιήματα», ποιητική συλλογή «Το βάθος του Κόσμου - Η λιτανεία των σκεπασμένων προσώπων» [1961], τόμος δεύτερος, Εκδόσεις "Θεμέλιο", Αθήνα 1999, σελ. 95)

clip_image002

Δευτέρα 5/8/2013
Οι πέντε δρόμοι κι ο άνθρωπος

Το πρόσωπό του, σα να ’ναι χυμένο τσιμέντο
δεμένο με σίδερο, θυμίζει γωνία που ξέφτισε ή λαμαρίνα
σε φθαρμένο καράβι. Πάνω του πέρασαν όλοι οι καιροί:
ο εργοδότης του, η φτώχεια του, ο πόλεμος. Πέρασαν
βλέμματα που έπεφταν σαν σπαθιά και το ξέσκιζαν.
Δεν πουλάνε γι’ αυτόν τα καταστήματα τίποτα.
Δεν έχει μετά πού να πάει. Στους πέντε
περιφέρεται δρόμους της γης όταν κλείνει
              το μαγαζί του ο ήλιος.

(Νικηφόρου Βρεττάκου «Τα Ποιήματα», ποιητική συλλογή «Το βάθος του Κόσμου - Η λιτανεία των σκεπασμένων προσώπων» [1961], τόμος δεύτερος, Εκδόσεις "Θεμέλιο", Αθήνα 1999, σελ. 80)

clip_image002[1]

Τρίτη 6/8/2013
Η νύχτα και το κερί

Φαγωμένα, καμπούρικα, τρέχουν τα χέρια.
Το μεροκάματο είναι το μόνο τους άνθος.
Φουχτιάζουν το μέταλλο, φουχτιάζουν το κάρβουνο,
γαντζώνουν σαν νύχια γερακιού το ψωμί.
Ο μισθός των ανθρώπων δε φτάνει να βλέπουν.
Δε φτάνει ν’ ακούν, ν’ αγαπούν
και να σκέφτονται.
Η μεγάλη στρατιά τους:
ένα ποτάμι, ατέλειωτο, άμορφο.
Ο μισθός τους δε φτάνει να γίνουνε πρόσωπα.

Κι ο λόγος, το ξέρω, δεν φτάνει ως τη μαύρη
μάζα τους, ούτε σαν σταγόνα λαδιού.
Κι ο λόγος μου, λόγος του καιόμενου αίματος,
δε φτάνει για τίποτα. Σε μι’ απέραντη νύχτα
μοιάζει σα νχω μόλις ανάψει
            ένα κερί.

(Νικηφόρου Βρεττάκου «Τα Ποιήματα», ποιητική συλλογή «Το βάθος του Κόσμου - Η λιτανεία των σκεπασμένων προσώπων» [1961], τόμος δεύτερος, Εκδόσεις "Θεμέλιο", Αθήνα 1999, σελ. 96)

clip_image002[2]

Τετάρτη 7/8/2013
Συνδρομή στην Ιστορία

Στην Εκκλησία, στο Βουλευτήριο, στην Πνύκα,
πουλούν κι αγοράζουν. Απλωμένες πραμάτειες
απάνω στο χώμα που αγίασε το αίμα
του Παιδιού με τη Φυσαρμόνικα.
Παγιδευμένο σέρνουνε, προπηλακίζουν, σπρώχνουν
γδύνουν από τη μοίρα του το κορμί της Ελλάδας
οι μεταπράτες.
                      Γραμματείς και Φαρισαίοι,
Αυλικοί και Αλλότριοι
που μυρίζουν πετρέλαιο κι αίμα καμένων
βρεφών και γερόντων, ρυπαίνουν αυτόν
τον αιώνιο τύμβο, αυτόν το σταυρό
πουλούν κι αγοράζουν. Στήνουν
παγίδες στον άγγελο της Ειρήνης,
στην Άπτερη Νίκη, αντιστρέφουν το νόμο,
απατούν τον περιούσιο λαό της οδύνης,
εκπορνεύουν την αρετή κι αν εσύ
αποστρέψεις το πρόσωπο, τότε δεν είσαι
ποιητής ή πολίτης αλλά ύποπτος όπως
η Αντιγόνη κι οι νόμοι της.
                                        Αλλά πώς
ν’ αρνηθεί κανείς την αλήθεια,
την τιμή να τιμήσει τη γη που στο γάλα
και στο φως της οφείλει την καρδιά
και το πνεύμα του; Πώς να σιωπήσεις
ή να ειπείς ψέματα όταν γνωρίζεις
πως σε ανακρίνει η Ιστορία;
                                         Οργή
αναθρώσκουν τα πάτρια κόκκαλα.
Τι γυρεύουν αυτοί μες στο χώρο της εύνοιας
των θεών; Πώς μπορούν αυτοί νχουν του ήλιου
τους υπήκοους υπήκοους; Ας τους δείξουμε πως
όλα αυτά τα ομιλούντα απολλώνια βουνά
κι όλα αυτά τα μνημεία κι αυτές οι κολώνες,
όπου ακούγεται ο ήλιος ρέοντας μες
στις γλυπτές τους πτυχές, δεν έμειναν μόνα τους.

(Νικηφόρου Βρεττάκου «Τα Ποιήματα», από τα «Παραλειπόμενα» τόμος πρώτος, Εκδόσεις "Θεμέλιο", Αθήνα 1999, σελ. 331-332)

clip_image002[3]

Πέμπτη 8/8/2013
Δίχως πανί

Δίχως πανί, δίχως κουπί, αν μας σέρνει
         ο γιαλός μας,
δίχως άστρο αν μας θέλει η νύχτα,
δίχως ήλιο αν μας καλεί η ημέρα,
πού είναι ο κόσμος;

(Νικηφόρου Βρεττάκου «Τα Ποιήματα», ποιητική συλλογή «Κάτω από σκιές και φώτα» [1929], τόμος πρώτος, Εκδόσεις "Θεμέλιο", Αθήνα 1999, σελ. 13)

clip_image002[4]

Παρασκευή 9/8/2013
Το παιδί με τα σπίρτα

Το παιδί της μεγάλωσε. Έκλεισε σήμερα
τα έξι του χρόνια. Το χτένισε όμορφα.
Δε θχει πια ανάγκη. Περνά και το βλέπει.
Στη γωνιά της πλατείας στέκει σαν άντρας.
Απ’ τα πέντε κουτιά τα σπίρτα έχει κιόλας
πουλήσει τα τέσσερα. Παίζει ο χειμώνας
στα δέκα του δάχτυλα. Έγινε νύχτα.
Κοιτάζει η μητέρα του δεξιά της, ζερβά της,
             απάνω και κάτω. Σκοτάδι:

«Ας μπορούσεν ανάβοντας το παιδί μου ένα σπίρτο
            να φωτίσει τον κόσμο». 

(Νικηφόρου Βρεττάκου «Τα Ποιήματα», ποιητική συλλογή «Το βάθος του Κόσμου - Η λιτανεία των σκεπασμένων προσώπων» [1961], τόμος δεύτερος, Εκδόσεις "Θεμέλιο", Αθήνα 1999, σελ. 82)

clip_image002[5]

Σάββατο 10/8/2013
Εργατικό ατύχημα

Σάββατο βράδυ. Χτυπούσε σφυρίζοντας
το κόκκινο σίδερο όταν τινάχτη το ρίνισμα,
καρφώθηκε, βούλιαξε, πλέοντας κόκκινο
μέσα στο μάτι του. Όλα γύρω του τότε
έγιναν κόκκινα: κι η βαριά κι ο αέρας
κι οι άνθρωποι που έτρεξαν. Σαν ένας λυγμός
αναλύθηκε η μνήμη του:
                                      Τα δυο του κορίτσια,
τ’ αγόρι, η γυναίκα του, τα είκοσι
έξι του χρόνια. Κι ακόμη: Αν ο κόσμος
δεν ήτανε όμορφος, αν η ζωή
δεν τραγούδαγε γύρω του, δεν θα χτυπούσε
το κόκκινο σίδερο.
                            Στις μαύρες παλάμες του,
διακλαδίζονταν κόκκινα ρυάκια, κολλούσανε
          το ένα με το άλλο τα δάχτυλα.

Στεκόταν ακίνητος, σα νκανε τον
απολογισμό της ζωής του. Τα «Ναι» και τα «Όχι» της,
«Ζημίαι και κέρδη». Τα βρήκε ένα-ένα.
Τα βρήκε, τα ζύγισε. Κι άξαφνα βόγγηξε,
χτυπώντας τις δυο ματωμένες παλάμες του:
                 «Αίμα και δάκρυα!»  

(Νικηφόρου Βρεττάκου «Τα Ποιήματα», ποιητική συλλογή «Το βάθος του Κόσμου - Η λιτανεία των σκεπασμένων προσώπων» [1961], τόμος Β, Εκδόσεις "Θεμέλιο", Αθήνα 1999, σελ. 98)

clip_image002[6]


ΑΝΘΟΛΟΓΗΣΗ ΠΟΙΗΜΑΤΩΝ ΑΠΟ ΜΥΡΣΙΝΗ ΒΟΥΝΑΤΣΟΥ

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου