Πέμπτη, 4 Ιουλίου 2013

ΚΑΜΑΤΕΡΟΣ ΓΙΑΝΝΗΣ

ΚΑΜΑΤΕΡΟΣ ΓΙΑΝΝΗΣ (Παλαιοχώρι 1921 - Πλωμάρι 2010)
                                                                                                                         

Ο Γιάννης Καματερός γεννήθηκε στο Παλαιοχώρι Λέσβου το 1921. Η μητέρα του λεγόταν Σουλτάνα. Μεγαλύτερες αδελφές του ήταν η Μαρία Χάλακα-Μάρκου, σύζυγος Παναγιώτη Μάρκου, και η Δημητρούλα Χάλακα-Μαλαμά, σύζυγος Βασίλη Μαλαμά. Αγαπούσε τις αδελφές και τα ανίψια του. Η οικονομική του κατάσταση ήταν κακή, ήταν όμως περήφανος κι ίσως γι’ αυτό το λόγο αναγκάστηκε να γίνει χορτοφάγος. Ο γάμος του με την Ευαγγελία Ι. Σκυβαλάκη στον Άγιο Βλάσιο Μελίντας υπήρξε βραχύβιος, παρ’ ότι οι δυο τους διατηρούσαν φιλικές σχέσεις και μετά τη διάστασή τους.

Ο Γιάννης Καματερός και η Ευαγγελία Ι. Σκυβαλάκη μαζί με καλεσμένους τους στο γαμήλιο γλέντι τους στο ξενοδοχείο Ι. Λούπου στη Μελίντα. Τη φωτογραφία μάς παραχώρησε η Μυρτούλα Σκυβαλάκη - Τσιμναδή, ανηψιά της Ευαγγελίας.

Ο Γιάννης Καματερός με συγγενείς τη μέρα του γάμου του μπροστά στο σπίτι του στο Παλαιοχώρι. Στη μέση η βρακοφορούσα μάνα του Σουλτάνα. Τη φωτογραφία μάς παραχώρησε η Μυρτούλα Σκυβαλάκη - Τσιμναδή.
      
     Ψηλός και ευθυτενής, ευπαρουσίαστος και μερακλής, κοινωνικός και εκδηλωτικός, γινόταν εύκολα αγαπητός, με την προθυμία του να εξυπηρετεί κάθε ξένο που ερχόταν στο Παλαιοχώρι. Έτσι απέκτησε καλούς φίλους, που του συμπαραστάθηκαν, όταν αναγκάστηκε να περάσει τα τελευταία χρόνια της ζωής του στο Γηροκομείο Πλωμαρίου. Ήταν από τους πιο χαρακτηριστικούς τύπους του Παλαιοχωρίου, απλός αλλά και μυστικοπαθής, γελαστός και λαλίστατος, φιλόζωος αλλά αφιλοκερδής, «παραμυθάς» αλλά και καλόψυχος. Συνηθισμένη φράση του “’Α κάνουμι τσι κ’ αρριβώνα…”.
     Φιλομαθής και πολυπράγμων καθώς ήταν, συμπλήρωνε τις βασικές γραμματικές γνώσεις του με διάβασμα βιβλίων που του χάριζαν οι πολλοί φίλοι του από το Πλωμάρι. Βασικό του γνώρισμα η απέραντη φαντασία, που τον οδηγούσε συχνά σε διάφορες μυθοπλασίες, που όμως δεν εξέθεταν παρά μόνο τον ίδιο. Πιο σταθερός ήταν στις πολιτικές του ιδέες, αρκετά προοδευτικές, αν και περιορισμένες στο επίπεδο του λόγου μόνο.
     Ανάμεσα στα πολλά «ταλέντα» του, που ο ίδιος καμάρωνε πως έχει, ήταν η αγάπη του στη μαγειρική. Ξεχώριζε ακόμα, γιατί ήταν ο μοναδικός άνδρας στο Παλαιοχώρι που στόλιζε κόλλυβα με μεγάλη επιτυχία. Όταν επρόκειτο να γίνουν μνημόσυνα, συχνά προσφερόταν αφιλοκερδώς να στολίσει με πολύ μεράκι το δίσκο με τα κόλλυβα. Η ασχολία αυτή απαιτεί υπομονή, λεπτή εργασία και καλαισθησία κι ήταν αποκλειστικότητα του Γιάννη, αφού κανένας άνδρας στο Παλαιοχώρι, όσο προοδευτικός και αν είναι, δεν τολμά να ασχοληθεί με κάτι τέτοιο. Στο ετήσιο μνημόσυνο του Αγίου Νικολάου, προστάτη της Φιλοπτώχου Αδελφότητας Παλαιοχωρίου, σχεδίαζε με κανέλα το πρόσωπο του Αγίου, έχοντας ως υπόδειγμα μία στάμπα. Αγαπούσε να γίνεται το επίκεντρο του ενδιαφέροντος κι η γιορτή αυτή του χάριζε χαρά, καθώς εισέπραττε πολλούς επαίνους.
     Δεν γνωρίζουμε αν ο Γιάννης άφησε γραπτά του. Κάποτε, στις συχνές τηλεφωνικές μας συνομιλίες, έλεγε ότι γράφει για το Ραχίδι και τους κατοίκους του. Υπάρχει βέβαια ακόμα η επιγραφή που έγραψε με μεγάλα συμμετρικά γράμματα πάνω σε τσιμεντένιο τοίχο στον "Άνεμο", όταν Πρόεδρος της Κοινότητας Παλαιοχωρίου ήταν ο ομοϊδεάτης του Παναγιώτης Ι. Μαλαμάς: "ΤΟ ΠΑΛΑΙΟΧΩΡΙ ΔΕΝ ΘΑ ΔΕΧΤΕΙ ΠΟΤΕ ΠΥΡΗΝΙΚΑ. ΑΓΩΝΙΖΕΤΑΙ ΓΙΑ ΕΙΡΗΝΗ. ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ ΠΑΛΑΙΟΧΩΡΙΟΥ". 
     Εμείς αναφέρουμε παρακάτω τα «άπαντα» του Γιάννη, σαν μνημόσυνο: α) Τα «Φαγητά της σκλαβιάς», που μας είχε υπαγορεύσει το 1994 κι ευτύχησε να τα δει δημοσιευμένα στο περιοδικό «Τα Παλιοχωριανά» λίγες μέρες πριν το θάνατό του στο Γηροκομείο Πλωμαρίου αρχές του 2010. β) Στολισμός κόλλυβων, που μας είχε υπαγορεύσει το 1994. γ) Ένα ποίημα με τίτλο "Αχαριστία", δημοσιευμένο στο περιοδικό "Τα Παλιοχωριανά" (τεύχος 32, Οκτ.-Νοέμβρ.-Δεκ. 1988, σελ. 498). δ) Δυο παραμύθια, που μας έδωσε το 2001 γραμμένα πάνω σε... ψηφοδέλτια: «Ο Δεκατρίτης», «Ο γέρος κι η γριά».
                                                                   
«ΦΑΓΗΤΑ ΤΗΣ ΣΚΛΑΒΙΑΣ»
          
Ψωμαγεριά
Γνωρίζετε την παροιμία «Όποιος καεί στην ψωμαγεριά, φυσά και το γιαούρτι», μάθετε και τη συνταγή της ψωμαγεριάς από το Γιάννη.
Υλικά:
• 1 φλυτζάνι περίπου ψωμί γουνίδ’ (κόρα), σε κομμάτια
• 1 φλυτζάνι τσαγιού ρύζι
• 1 φλυτζάνι του καφέ ελαιόλαδο
• αλάτι
• λίγο πιπέρι
• νερό
           
Εκτέλεση:
1. Κόβουμε σε μικρά κομμάτια την κόρα ψωμιού.
2. Βάζουμε στην κατσαρόλα το νερό, το ρύζι, το λάδι και το αλάτι και τα βράζουμε, ώσπου να σκάσει το ρύζι.
3. Ρίχνουμε μετά τα κομμάτια από κόρα ψωμιού, τα βράζουμε 4-5 λεπτά σε πολύ σιγανή φωτιά και μετά σερβίρουμε, ρίχνοντας λίγο πιπέρι από πάνω.


Σύβρασμα
Υλικά:
• ½ κιλού κρεμμύδια
• 1 φλυτζάνι του καφέ ελαιόλαδο
• λίγες ελιές
• 1 κουταλιά σούπας ξίδι
• αλάτι
• 1 φλυτζανάκι περ. νερό

Εκτέλεση:
1. Κόβουμε τα κρεμμύδια σε φέτες, τα ρίχνουμε σε τηγάνι ή μικρή κατσαρόλα με λίγο νερό και τα βάζουμε σε σιγανή φωτιά, να μαραθούν.
2. Ρίχνουμε μετά το λάδι και τα τσιγαρίζουμε καλά.
3. Έπειτα ρίχνουμε τις ελιές με τα κουκούτσια, μια κουταλιά ξίδι και αλάτι όσο χρειάζεται.
4. Σερβίρεται ζεστό και, ως επί το πλείστον, τρώγεται σαν σάλτσα, με τηγανητά ψάρια.


Χαβίτσα
Υλικά:
• λάδι από τηγανισμένα ψάρια
• 1 ποτήρι νερού αλεύρι
• 2 κρεμμύδια ψιλοκομμένα
• αλάτι
• πιπέρι

Εκτέλεση:
1. Παίρνουμε το λάδι από τηγανισμένα ψάρια, ιδίως μπαρμπούνια. Ρίχνουμε μέσα στο τηγάνι το αλεύρι, τα κρεμμύδια, αλάτι και πιπέρι, τα ανακατεύουμε καλά και ψήνουμε σε σιγανή φωτιά, ώσπου να πήξουν καλά (15΄λεπτά της ώρας περίπου).
2. Η χαβίτσα σερβίρεται σαν σάλτσα, μαζί με ψάρια τηγανητά.


Κουκιά παντρεμένα
Υλικά:
• ½ κιλού ξερά κουκιά ξεματισμένα
• 2 κρεμμύδια
• 2 ντομάτες
• αλάτι
• ελαιόλαδο
• ρίγανη

Εκτέλεση:
1. Βράζουμε καλά τα κουκιά, που τα έχουμε ξεματίσει πριν, τα σουρώνουμε καλά.
2. Έπειτα βάζουμε σε ένα τηγάνι τα κρεμμύδια και τη ντομάτα αλεσμένα, αλάτι και λάδι. Τα τσιγαρίζουμε, μέχρι να πήξουν.
3. Μόλις τσιγαριστούν, ρίχνουμε τα κουκιά και βράζουμε, ώσπου να απορροφηθεί το νερό.
4. Σβήνουμε τότε τη φωτιά, πασπαλίζουμε με ρίγανη και σερβίρουμε.


Πλιγούρι
Υλικά:
• 1 ποτήρι νερού κουρκούτι από σιτάρι
• 1 κρεμμύδι ψιλοκομμένο
• 1 ντομάτα ψιλοκομμένη
• 2 ποτήρια νερό
• αλάτι
• πιπέρι
• λίγο ελαιόλαδο

Εκτέλεση:
Βάζουμε στην κατσαρόλα τη ντομάτα, το κρεμμύδι, το αλάτι, το πιπέρι, και λίγο λάδι, τα τσιγαρίζουμε για λίγο, μετά ρίχνουμε 2 ποτήρια νερό κι έπειτα το κουρκούτι. Βράζουμε, ώσπου να σκάσει το κουρκούτι, και μετά σερβίρουμε το πλιγούρι.

Λαγωτό
Υλικά:
• 1 κομμάτι κρέας από κατσίκι γάλακτος, μηρό ή μπροστινό
• 2 ποτήρια νερό
• ελαιόλαδο
• αλάτι
• 1 ποτήρι κόκκινο κρασί
• 1-2 κλαράκια θρούμπη
• 4-5 φέτες λαδοτύρι
• [πατάτες τηγανητές]

Εκτέλεση:
1. Βάζουμε σε κατσαρόλα το κρέας με το νερό και το βράζουμε σε σιγανή φωτιά, ώσπου να πιει το ζουμί του. Να βράσει σε άχνα.
2. Όταν βράσει καλά, ρίχνουμε το λάδι και το αλάτι και τσιγαρίζουμε καλά.
3. Όταν πιει όλο το ζωμό του, ρίχνουμε 1 ποτήρι κόκκινο κρασί και 1-2 κλαράκια θρούμπη.
4. Έπειτα τσιγαρίζουμε σε ένα τηγανάκι 4-5 φέτες λαδοτύρι, τις ρίχνουμε στην κατσαρόλα και τις αφήνουμε λίγη ώρα.
5. Το λαγωτό σερβίρεται με πατάτες τηγανητές.


Τηγανόπιτα
Υλικά:
• ζύμη (αλεύρι Νο 2+νερό+αλάτι)
• κίμινο άσπαστο
• ζάχαρη και κανέλα, για πασπάλισμα

Εκτέλεση:
1. Ρίχνουμε σε μια λεκάνη το αλεύρι, νερό, λίγο αλάτι και λίγο άσπαστο κίμινο, ζυμώνουμε καλά και πλάθουμε ζύμη μετρίως σφιχτή.
2. Έπειτα ρίχνουμε σε ένα τηγάνι λάδι, απλώνουμε τη ζύμη μέσα στο τηγάνι, κάνουμε με το πιρούνι τρυπίτσες και την τηγανίζουμε. Τη γυρίζουμε και την ξαναγυρίζουμε, για να τηγανιστεί καλά κι από τις δύο πλευρές, περίπου 15΄λεπτά. Προσέχουμε να μην καεί.
3. Τη βάζουμε σε πιατέλα, την πασπαλίζουμε με ζάχαρη και κανέλα και είναι έτοιμη για φάγωμα.


Σβίγγοι
Υλικά:
• 1 ποτήρι νερού αλεύρι
• νερό
• λίγη σόδα
• λίγο αλάτι
• 6 αυγά
• ελαιόλαδο για το τηγάνισμα
• σιρόπι (ζάχαρη+μέλι+νερό)
• κανέλα

Εκτέλεση:
1. Ετοιμάζουμε το σιρόπι, με ζάχαρη, μέλι και νερό.
2. Ανακατεύουμε το αλεύρι με χλιαρό νερό, για να γίνει ένας πολτός που να πιάνεται με το κουτάλι. Ρίχνουμε μετά τη σόδα, λίγο αλάτι και 6 αυγά και ανακατεύουμε καλά, μέχρι να γίνει η ζύμη ομοιόμορφη.
3. Βάζουμε μετά αρκετό ελαιόλαδο σε μία φριτέζα και το αφήνουμε να κάψει. Παίρνουμε τότε με το κουτάλι του γλυκού ποσότητα ζύμης και ρίχνουμε γρήγορα 2-3 κομμάτια κάθε φορά στη φριτέζα. Ψήνουμε, μέχρι να πάρουν ένα ξανθό χρώμα.
4. Βγάζουμε τους σβίγγους με τρυπητή κουτάλα και ζεστούς τους ρίχνουμε στο σιρόπι, που έχουμε από πριν ετοιμάσει.
5. Σερβίρουμε τους σβίγγους σε πιατέλα και τους πασπαλίζουμε με κανέλα.


Χαλβάς
Υλικά:
• 1 ποτήρι ελαιόλαδο
• 2 ποτήρια σιμιγδάλι
• 1 ποτήρι ζάχαρη
• 4 ποτήρια ζεστό νερό
• αμύγδαλα ή φιστίκια ξεφλουδισμένα
• κανέλα για πασπάλισμα

Εκτέλεση:
1. Βάζουμε σε κατσαρόλα το ελαιόλαδο να κάψει, ρίχνουμε το σιμιγδάλι και ανακατεύουμε, ώσπου να πάρει το χρώμα του μελιού.
2. Λιώνουμε τη ζάχαρη σε 1 ποτήρι ζεστό νερό και τη ρίχνουμε μαζί με άλλα 3 ποτήρια νερό στην κατσαρόλα. Το αφήνουμε λίγο στη φωτιά, ανακατεύοντας συνέχεια. Όταν πήξει, ρίχνουμε τα αμύγδαλα (ή φιστίκια) και σβήνουμε τη φωτιά.
3. Σκεπάζουμε έπειτα την κατσαρόλα για λίγη ώρα με μια βρεγμένη πετσέτα και μετά σερβίρουμε το χαλβά σε μπωλ ή πιατάκια. Πασπαλίζουμε με κανέλα. Αν θέλουμε, κάνουμε σχέδια διακοσμητικά με την κανέλα.


Γλύκισμα της σκλαβιάς
Υλικά:
• ½ κιλού γάλα
• ζάχαρη όση θέλουμε
• 1 φρατζόλα άσπρο ψωμί κομμένο σε φέτες
• 3-5 αυγά
• κανέλα
Για το σιρόπι:
• μέλι και ζάχαρη
• νερό

Εκτέλεση:
1. Βράζουμε μισό κιλό γάλα και ρίχνουμε όση ζάχαρη θέλουμε.
2. Κόβουμε μια φρατζόλα άσπρο ψωμί σε φέτες πάχους όσο ένα δάχτυλο περίπου και τις ρίχνουμε στο γάλα, φροντίζοντας να μουσκέψουν καλά.
3. Μετά χτυπάμε σε μπωλ 3-5 αυγά, βουτάμε με προσοχή τις φέτες του ψωμιού μέσα στη μαρέγκα των αυγών και μία-μία τις ρίχνουμε προσεκτικά σε τηγάνι με καυτό λάδι, μέχρι να καλοψηθούν, όχι όμως να μαυρίσουν.
4. Τις βάζουμε σε πιατέλα και ζεστές τις περιχύνουμε με το σιρόπι, που έχουμε από πριν ετοιμάσει με ζάχαρη, μέλι και νερό σε κατσαρολάκι.
5. Πασπαλίζουμε με κανέλα το «γλύκισμα της σκλαβιάς» και είναι έτοιμο.
                  
Σημείωση: Η καταγραφή έγινε στο Παλαιοχώρι, το καλοκαίρι του 1994, από τη Μυρσίνη Βουνάτσου. Ο τίτλος είναι του Γιάννη, που οι συνταγές του θα ξυπνήσουν μνήμες από τη μαύρη νύχτα της Κατοχής, όταν το δρεπάνι της Πείνας θέριζε ζωές. Όμως η ψυχή του ανθρώπου είναι πιο δυνατή από την πείνα…


Κόλλυβα – Στόλισμα δίσκου
Υλικά (οι ποσότητες ανάλογα με το δίσκο):
• σιτάρι
• αλεύρι ψημένο
• ζάχαρη
• 300 gr καρύδια αλεσμένα
• 300 gr καρύδα
• στραγάλια ψιλοκοπανισμένα
• μπαχαρικά (κανέλα, πιπερόριζα, γαρίφαλο, μοσχοκάρυδο)
Για το στόλισμα:
• ασημένια κουφετάκια ή αμύγδαλα ξεφλουδισμένα
• κανέλα
• καρύδια κοπανισμένα
         
Εκτέλεση - Στόλισμα:
1. Βράζουμε το σιτάρι 2 ώρες περίπου, απλώνουμε τα κόλλυβα σε δύο λευκές πετσέτες να στεγνώσουν 3-4 ώρες και τα θυμιάζουμε.
2. Παίρνουμε μετά μια μεγάλη λεκάνη, βάζουμε τα κόλλυβα, ρίχνουμε ένα μέρος ψημένο αλεύρι, τα καρύδια, την καρύδα, τα στραγάλια και τα μπαχαρικά, όλα τα υλικά, εκτός από τη ζάχαρη. Τα ανακατεύουμε και τα βάζουμε στο δίσκο.
3. Βάζουμε στο δίσκο λαδόχαρτο, βάζουμε λίγα-λίγα τα κόλλυβα, κάνοντας στην αρχή τρεις σταυρούς με αυτά στο δίσκο. Τα σκεπάζουμε με το υπόλοιπο αλεύρι, για να μη λασπώσουν, και μετά ρίχνουμε λίγη-λίγη τη ζάχαρη (1,5-2 κιλά ζάχαρη ο μεγάλος δίσκος).
4. Έπειτα αρχίζουμε το στόλισμα: α) Σταυρός στη μέση με ασημένια κουφέτα ή αμύγδαλα ή κανέλα. β) Γύρω-γύρω στο δίσκο καρύδια κοπανισμένα με καρφωμένες στο περίγραμμα όρθιες ασπρισμένες αμυγδαλοπαπούδες. γ) Τα αρχικά του ονόματος του νεκρού δεξιά και αριστερά στο κάτω μέρος του σταυρού. δ) Καλύπτουμε την υπόλοιπη ελεύθερη επιφάνεια με διάφορα άλλα διακοσμητικά μοτίβα, τα οποία έχουν και συμβολικό νόημα εκτός από τη κοσμητική τους χρήση (ήλιοι, μαργαρίτες, κλώνοι, ελεύθερα θέματα κ.ά.).

5. Τη συνταγή αυτή μας έδωσε ο Γιάννης Καματερός τον Αύγουστο του 1994 στο Παλαιοχώρι.

Από το 44ο τεύχος του πρδκ. «Τα Παλιοχωριανά», Οκτ.-Νοεμ-Δεκ. 1991, σελ. 718


Αχαριστία

Αγάπη δώσ’ του και στοργή
και θέση που δεν έχει,
θα σ’ αγαπά, θα σου μιλά,
ώσπου ανάγκη σ’ έχει.

Ευθύς όσο περάσει
στα πόδια και σταθεί,
τίποτ’ απ’ όσα του ’κανες
δεν θα θυμηθεί.

Αν κάποτε τον χρειαστείς,
θα πει «δε σε γνωρίζω»,
όλα ξεχνιούνται μονομιάς,
την πλάτη σου γυρίζουν.

Αυτό δε λέγεται κλεψιά
ούτε και απιστία.
ανθρώπινο είν’ ελάττωμα,
το λένε αχαριστία.

(πδκ. "Τα Παλιοχωριανά", τεύχος 32, Οκτ.-Νοέμβρ.-Δεκ. 1988, σελ. 498)


Παραμύθι
Ο ΔΕΚΑΤΡΙΤΗΣ
    
     Μια φορά κι έναν καιρό τα παλιά χρόνια ήταν ένα αντρόγυνο τόσο αγαπημένο και είχαν αποκτήσει δώδεκα παιδιά, αλλά όλα ζήλευαν το ένα το άλλο και όλη μέρα τσακώνονταν, αν και οι γονείς τα αγαπούσαν πάρα πολύ.
     Πώς τα κατάφεραν οι γονείς, στα γερατιά τους να αποκτήσουν ακόμα ένα παιδί. Ήταν δώδεκα και το τελευταίο το έβαλαν Δεκατρίτη. Αυτό ήταν το στερνοπαίδι, όπως λέν’ και σήμερα. Οι γονείς άρχισαν να το αγαπούν κι άρχισε τότε και η μεγάλη ζήλεια.
     Τα χρόνια εκείνα υπήρχε ο δράκος, που η κάθε οικογένεια έπρεπε να του δίνει ένα παιδί ως τροφή του. ’Ρίχναν λαχνό μέσα στην οικογένεια και τότε ήρθε η σειρά κι αυτής της οικογένειας. ’Ρίξαν λαχνό και έπεσε η σειρά του Δεκατρίτη. Τι να κάνουν οι γονείς, που έπρεπε να τηρήσουν το έθιμο του λαχνού…
     Αλλά ο Δεκατρίτης ήταν πολύ έξυπνος και πολύ δυνατός. Είχε κάνει καρφιά, τα οποία, όταν κλειούσαν, δεν άνοιγαν και άλλα, τα οποία, όταν τα κάρφωναν, άνοιγαν πολύ εύκολα.
     Τότε από την εξυπνάδα του άρχισε να συζητά με το δράκο, να δοκιμάσουν τη δύναμή τους. Είχε κατασκευάσει ένα μπαούλο πολύ γερό και λέγει στο δράκο: «Θα μπω μέσα και να δω αν θα μπορέσω να βγω». Μπήκε μέσα ο Δεκατρίτης, είχε δώσει στο δράκο τα καρφιά που άνοιγαν εύκολα, ξετινάχτηκε ο Δεκατρίτης, και το μπαούλο άνοιξε εύκολα.
     Και τότε ήλθε η σειρά του δράκου. Μπήκε κι αυτός μέσα στο μπαούλο και ο Δεκατρίτης έβαλε τα καρφιά εκείνα που δεν άνοιγαν. Ο δράκος έκανε ν’ ανοίξει, δεν μπορούσε. Και λέγει τότε στο Δεκατρίτη: «Άνοιξέ μου, σε παρακαλώ». Κι εκείνος απαντά στο δράκο: «Σε έχω καλά».
     Γίνεται τότε παπάς και πήρε ένα θυμιατό και το σεντούκι στον ώμο και το πηγαίνει στο σπίτι τους και έψελνε: «Αιωνία του η μνήμη, πέθανε ο Δεκατρίτης». Και τα δώδεκα αδέλφια του το χάρηκαν.
     Αλλά μέσα είχε το δράκο. Ύστερα από λίγο καιρό πέθανε ο δράκος μέσα στο σεντούκι και γλίτωσαν όλες οι οικογένειες που κατασπάραζε ο δράκος.
      
  
                                     

Παραμύθι
H          Ο ΓΕΡΟΣ ΚΙ Η ΓΡΙΑ           H
                                  
     Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια γριά και ένας γέρος. Κάναν από ένα σπιτάκι σε μια γειτονιά, κάναν από τρία σκαλοπάτια. Ήταν τα ίδια, αλλά η γριά το σκέπασε με χώμα, όπως γινόταν τα παλιά χρόνια. Ο γέρος το σκέπασε με αλάτι. Όταν όμως έβρεξε, έλιωσε το αλάτι.
     Και τότε πήγε στη γριά και της λέει: «Να έλθω, γριούλα, στο πρώτο σκαλάκι;». Η γριά του είπε «Ούξου, μασκαρά», αλλά τον λυπήθηκε και του λέγει «έλα, μασκαρά». Και πάλι της είπε: «Να ’ρθω στο δεύτερο σκαλάκι;». «Ούξου, ούξου μασκαρά», είπε αυτή αλλά και πάλι τον άφησε νά ’ρθει στο δεύτερο σκαλάκι. Ο γέρος, απαιτητικός, της είπε: «Να έλθω στο τρίτο σκαλάκι;». Και η γριά του είπε: «Έλα, μασκαρά».  
     Όταν είδε το τζάκι να έχει φωτιά που είχε η γριά, της λέγει: «Να έλθω λίγο να ζεσταθώ;». Και του λέγει: «Έλα, μασκαρά».
     Τότε άρχισε μια μεγάλη βροχή και δεν μπορούσε να φύγει και λέγει στη γριά: «Θα μείνω εδώ». Και τότε η γριά του είπε: «Έχω μονάχα ένα κρεβάτι».
     Και ο γέρος μασκαράς έμεινε στο ίδιο κρεβάτι της γριάς και ξύπνησαν πολύ αργά το πρωί.

 
Σημείωση: Τα παραπάνω παραμύθια μάς τα έδωσε ο Γιάννης γραμμένα πάνω σε... ψηφοδέλτια τον Αύγουστο του 2001, στο Παλαιοχώρι, μετά από δική μας παράκληση. 

     Ο συμπατριώτης μας Ξενοφών E. Μαυραγάνης, συγγραφέας του βιβλίου «Ψάρι με κεφάλι και ουρά» (Εκδόσεις «Νησίδες», Θεσσαλονίκη 2011), στο διήγημα «Ωσεί παρών» (σελ. 173-182), κάνει ένα φλας-μπακ στα έργα και τις ημέρες του μακαρίτη πια Γιάννη Καματερού, ξαναθυμίζει με χιούμορ τις γεμάτες φαντασία αφηγήσεις του και τον ψυχογραφεί θαυμάσια. Όποιος διαβάσει τον επίλογο του διηγήματος, βρίσκει το δρόμο να μπει στα κατάβαθα μιας ψυχής που, πίσω από τη γυάλινη βιτρίνα της πολυπραγμοσύνης, έκρυβε ένα Μεγάλο Παράπονο. Γιατί το «Μεγάλο Βιβλίο» της ζωής του Γιάννη ήταν από τη γέννησή του κλειστό...  


Διαβάστε παρακάτω τον επίλογο του διηγήματος "Ωσεί παρών" του Ξενοφώντα Ε. Μαυραγάνη: 



ΒΟΥΝΑΤΣΟΥ ΜΥΡΣΙΝΗ

4 σχόλια :

  1. Προσθέτω στο αφιέρωμα σας για το Γιάννη Καματερό τη φράση που είχε πεί περίπου το 1965 στο καφενείο του Κούμπα : Ο Γιάννης ο Καματερός λόγω της χειμερινής σεζόν και άλλων ασχολιών παύει τους έρωτες.

    Σας διαβάζω και θα επανέλθω επώνυμα

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ευχαριστούμε για το σχόλιο. Συμπληρώσεις, διορθώσεις και κείμενα δικά σας ευχαρίστως δεκτά για δημοσίευση... Μ.Β.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Κυριακή 12 Ιανουαρίου 2014 ο σύζυγός μου Μαυραγάνης Κωνσταντίνος του Γαβριήλ και της Μαρίας έφυγε . Ακολουθώντας τον άγνωστο δρόμο της ψυχής πιστεύω ότι έφτασε σ ένα κόσμο ευλογημένο. Διαβάζαμε τα όμορφα γραπτά αας και κάθε ανάγνωσμα ήταν ταξίδι επιστροφής σε άγια χώματα.Σας εύχομαι να είστε καλά.
    Με εκτίμηση
    Μαυραγάνη Δέσποινα

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Η είδηση του θανάτου του Κώστα Μαυραγάνη, γιου έντιμης πολύτεκνης οικογένειας του χωριού μου, που αναζήτησε την τύχη της στην Αθήνα, με γέμισε θλίψη για τον πρόωρο χαμό του στα 59 του χρόνια. Θυμάμαι ακόμα το σοβαρό μελαχρινό παιδί που έμενε λίγο πιο πάνω από τη γειτονιά μου. Σαν ενήλικα δεν τον είχα συναντήσει ποτέ στην απέραντη Αθήνα, που είναι πιο σκληρή κι απ' την πιο μακρινή ξενιτιά, γιατί μας αλλοτριώνει, μας αποξενώνει και μας συνθλίβει κάτω από την ανωνυμία. Ένα είδος "θανάτου" είναι κι η εσωτερική μετανάστευση, μόνο που δεν συντάσσεται ληξιαρχική πράξη γι' αυτόν...
    Μαζί με τα συλλυπητήριά μου σε σας και στην οικογένειά σας για τον πρόωρο χαμό του Κώστα, ενός καλού Παλιοχωριανού, δεχτείτε σαν προσφορά στη μνήμη του τους παρακάτω αδημοσίευτους στίχους, που έγραψα προ διετίας για το θάνατο αγαπημένης θείας:
    "Τελευταία σταγόνα αίμα
    στο νεκρικό μας αμφορέα.
    Στον κάτω κόσμο νεκροί συγγενείς
    ετοιμάζουν νεκρόδειπνο."
    Εύχομαι, εκεί που βρίσκεται, να υπάρχει ένας τόπος σαν το Παλαιοχώρι των παιδικών μας χρόνων, για να ευφραίνεται και να ζει η ψυχή του το όνειρο του νόστου.
    Προσθέτω ακόμα τις ευχαριστίες μου για τα καλά σας λόγια. Με την ευχή να αναπαύσει ο θεός σ' ευλογημένο τόπο την ψυχή του συζύγου σας και να δίνει σε σας παρηγοριά και υγεία, Μυρσίνη Βουνάτσου.


    ΑπάντησηΔιαγραφή