Κυριακή, 16 Ιουνίου 2013

ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΕΛΙΑΣ - ΠΟΙΗΜΑΤΑ

ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΙΑ
                  
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
 Α. ΛΕΣΒΙΟΙ ΛΟΓΟΤΕΧΝΕΣ
     · Ανατολέας Φοίβος, «Ύμνος στην ελιά».
     · Ελύτης Οδυσσέας, «Ο Ήλιος ο Ηλιάτορας».
     · Εφταλιώτης Αργύρης, «Σε μυτιληνιό λάδι».
     · Κουντουράς Μίλτος, «Ελιώνας».
     · Κουντουράς Μίλτος, «Η Πλωμαρίτισσα».
     · Μαραγγέλλης Ευστράτιος, «Η συγκομιδή ελαιών».
     · Μυτιληναίος Δημήτρης, «Οι δημιουργοί».
     · Πανταζής Παναγιώτης, «Η Ελιά».
     · Παπανικόλας Στρατής, «Η Ελιά».
     · Πασχάλης Στρατής, «Συγκομιδή».
     · Σαραντάκος Νίκος (Άχθος Αρούρης), «Παράφραση ποιήματος "Η ελιά" Λορέντζου Μαβίλη».
     · Χαμχούμης Γιώργος, «Ταϊφάδες».

Β. ΑΛΛΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΕΣ
     · Βρεττάκος Νικηφόρος, «Αντιστέκομαι».
     · Βρεττάκος Νικηφόρος, «Η Λιομαζώχτρα».
     · Γαληνός Κώστας, «Ελιά».
     · Δροσίνης Γεώργιος, «Της ελιάς ο ίσκιος».
     · Ήρινα, [Λιομαζεύτρα].
     · Κάλβος Ανδρέας, «Εις ελαίαν».
     · Καμπάνης Άριστος, «Εγώ κι ένα δέντρο».
     · Καμπούρογλου Δημήτριος, «Εληά και πεύκος».
     · Καραβίτης Βασίλης, «Η ελιά και κάτι σαν αιώνιο που συγκρατεί».
     · Μαβίλης Λορέντζος, «Η ελιά».
     · Μαρκοράς Γεράσιμος, «Στην ελιά αποκάτω».
     · Μπούμη - Παπά Ρίτα, «Η ελιά».
     · Παλαμάς Κωστής, «Η ελιά».
     · Πολέμης Ιωάννης, «Η ελιά».
     · Πολέμης Ιωάννης, «Πατρίδα τα λιοτρίβια σου».
     · Πορφύρας Λάμπρος, «Η ελιά».
     · Ρίτσος Γιάννης, «Φεύγοντας απ’ τη Μονοβασιά».
     · Σικελιανός Άγγελος, «Το Διάβα του Ελαιώνα».
     · Τζανής Γιάννης, «Της Ελλάδας η ελιά».
     · Τζανής Γιάννης, «Στον ελιώνα της Γερακινής».
     · Τζανής Γιάννης, «Στα 2500 μ.Χ.».
     · Τσάτσος Κωνσταντίνος, «Το μάθημα της ρίζας».
      · Φωκάς Νίκος, «Ελιές και δρόμοι».

Γ. ΞΕΝΟΙ ΛΟΓΟΤΕΧΝΕΣ
    · Λόρκα Φεντερίκο Γκαρθία, «Τοπίο».
    · Λόρκα Φεντερίκο Γκαρθία, «Επίκληση στη δάφνη» (απόσπασμα).

 

Α. ΛΕΣΒΙΟΙ ΛΟΓΟΤΕΧΝΕΣ
                                             
Ανατολέας Φοίβος (Ερεσός 1894 – Αθήνα 1979)
Ύμνος στην ελιά
   
Γκρίζα κι ασημοπράσινη, απ’ τον ήλιο χρυσωμένη,
ελιά, περνά από πάνω σου η αμέτρητη αιωνιότη 
κι ούτε ένα φύλλο σου σκορπά κι ούτε λαφριά σ’ αγγίζει·
τα γερατειά σου σέβεται, πανίερη, κάθε πλάσμα.

Το σύμβολο είσαι μιας ζωής ειρηνικιάς κι ωραίας
― η ομορφιά σου αρρενωπή, ασήμι η καλωσύνη ―
πίσω από τα ξανοίγματα των μπράτσων σου μ’ αρέσει
το βαθυγάλαζο ουρανό, τα σύγνεφα να βλέπει.

Σου πρέπει πράσινο χαλί, τις ρίζες σου ν’ απλώνεις
και τ’ οργωμένο κόκκινο το χώμα σου ταιριάζει.
Του τρύγου είναι τρελή η χαρά, η δική σου ξεχωρίζει
όταν σε τριγυρίζουνε μαζώχτρες, ραβδιστάδες.

Λιγνά στα νιάτα και κομψά τα μπράτσα σου υψώνεις
κι όταν γεράσεις και σκεβρή πάνω στο χώμα γύρεις,
δεν παραδίνεις την ψυχή ― την ιερή ψυχή σου ―
πριν νια βλαστάρια πεταχτούν στη γέρική σου ρίζα.

Λιτή, αυστηρή, γαληνική, σα ενάρετη κοπέλα,
μακαρισμένη μια χαρά και ειρήνη συμβολίζεις.  
Είναι ευλογία του σπιτιού ο καρπός σου και το ξύλο
όταν στο τζάκι το χειμώνα ωραία λαμπαδίζει.
         
(Από Εφ. τ. Λεσβ./28/2/1937, στο βιβλίο του Κώστα Γ. Μίσσιου «Ανθολόγιο Λεσβίων Ποιητών», τόμος 9ος, σελ. 98, Μυτιλήνη 1998)
             
   
Ελύτης Οδυσσέας (Ηράκλειο 1911 – Αθήνα 1996)
Ο Ήλιος ο ηλιάτορας
            
Ε, σεις στεριές και θάλασσες, τ’ αμπέλια κι οι χρυσές ελιές,
ακούστε τα χαμπέρια μου μέσα στα μεσημέρια μου.
Σ’ όλους τους τόπους κι αν γυρνώ,
μόνον ετούτον αγαπώ.
                                               
(«Ο Ήλιος ο Ηλιάτορας», Εκδόσεις «Ίκαρος», Αθήνα 1971)
                                                         
                                                                       
Εφταλιώτης Αργύρης (Μήθυμνα 1849 – Αντίμπ Γαλλίας 1923)
Σε μυτιληνιό λάδι
                                                                                
Λαδάκι μου, που έρχεσαι απ’ τις ξανθές ελιές,
που βύζαξαν οι ρίζες τους το χώμα που με βλάστησε,
αγάπες μού ξανάφερες και θύμησες παλιές,
που λέγω και το μάγιο σου από νεκρό μ’ ανάστησε.
                                                                    
(Περιοδικό «Χαραυγή», 11/1911. Είναι δημοσιευμένο και στο «Ανθολόγιο Λεσβίων Ποιητών» του Κώστα Γ. Μίσσιου, τόμος 8ος, Μυτιλήνη 1998, σελ. 376)
                                                          
   
Κουντουράς Μίλτος (Σκόπελος Λέσβου 1889 – Αθήνα 1940)
Ελιώνας
            
Σα σύννεφο ανοιξιάτικο που κυνηγάει τον ήλιο
κατρακυλάει το κύμα σου κι ασημοπρασινίζει·
απ’ το σοφό σου βόλεμα κι απ’ το νοικοκυριό σου
σε γνώρισα ασημόκορφε κι αρχοντικέ μου ελιώνα
             
(Περιοδικό «Τα Νιάτα», 12-13/1919. Είναι δημοσιευμένο και στο «Ανθολόγιο Λεσβίων Ποιητών» του Κώστα Γ. Μίσσιου, τ. 8ος, Μυτιλήνη 1998, σελ. 767)
                            
               
Κουντουράς Μίλτος (Σκόπελος Γέρας 1889 – Αθήνα 1940)
Η Πλωμαρίτισσα
    
Κι η μαυροφρύδα η λυγερή ― σαν την παχειά φοράδα,
που μες το ξεροχώραφο, κρυφά απ’ τον αγωγιάτη
βοσκίζει φορτωμένη ελιές ένα βαρύ γομάρι,
ενώ κάτω απ’ τα σκέλια της ρουφά απ’ τα ρογοβύζια
τα’ αφράτο γάλα ένας σουπάς μέσα στο αψύ λιοπύρι ―
έτσι σειστή και λυγιστή με τα μπατζακωτά της
περνάει η Πλωμαρίτισσα το σγουρομάλλη ελιώνα.

Κι ορθόλαιμη κι ορθόκορμη κυματιστή κολώνα
σηκώνει ένα βαρύ μποξά για σκιάδι στο κεφάλι
και δυο καλάθια κρέμουνται στα μπράτσα της, γεμάτα
από δροσιές του περβολιού κι από χαρές του τρύγου·
κι ως πλέκει αργοδιαβαίνοντας την κάρτσα του παιδιού της
μες τα σοφά της δάχτυλα χορεύουν οι βελόνες.

Και κάποτε τα σκοτεινά ματόφυλλα ανεμίζει
κι η μαλακιά της η ματιά τα λιόδεντρα χαϊδέβει.
Και κάποτε το φειδωτό δοξάρι του αχειλιού της
αργοσαλεύει και γελά για του μωρού την έννοια.
Και κάποτε το μάγουλο ― τριανταφυλλιά κι ανθίζει,
ανατολή και ρόδισε στη θύμηση του αντρού της.

Έτσι σειστή και λυγιστή στου λιοπυριού την άψη
διαβαίνει η Πλωμαρίτισσα σαν την παχειά φοράδα.
      
(Περιοδικό «Τα Νιάτα», 12-13/1919. Είναι δημοσιευμένο και στο «Ανθολόγιο Λεσβίων Ποιητών» του Κώστα Γ. Μίσσιου, τόμος 8ος, Μυτιλήνη 1998, σελ. 769)
                                                       
      
Μαραγγέλλης Ευστράτιος (Πλωμάρι Λέσβου 1836 – 1914)
Η συγκομιδή ελαιών
             
Φτάξανε πάλι οι εληές
έμορφές μου κοπελιές
εξυπνάτε το πουρνό
κι όλες έξω στο βουνό.

Ήνοιξε πάλι η δουλειά
η ευλογημένη εληά
η εληά, η εληά,
που γεμίζει την κοιλιά.

Γεια σας γεια σας
Πλωμαρτούδες
πεταχτές μου πεταλούδες.
Το τσαρούχι σας στο πόδι
μια την άλλη κατά πόδι

την καλάθα σας στο χέρι
κάθε μία σας ας φέρει.
Και έξω έξω πριν να φέξει
μην κανείς μας περιπαίξει

έξω όλες στη δουλειά
στην ευλογημένη εληά
στην εληά, στην εληά
σαν τσιρκόνια στη φωλιά.

Να τα λιόδενδρα λυγίζουν
τα κλαδιά απ’ το βάρος τρίζουν
περιμένουν να λαφρώσουν
και σε μας αίμα να δώσουν.

Ω τι όμορφες εληές
μαύρες ως μενεξεληές
δείτε, δείτε πώς αστράφτουν
και τα στήθη μας ανάφτουν.

Το λοιπόν μικροί μεγάλοι
με καλάθι, με τσουβάλι
όλοι έξω στη δουλειά
στην ευλογημένη εληά.

Η εληά, η εληά
δεν σηκώνει τεμπελιά.
Ε κοπέλες και κοπέλια,
να καιρός πάλι για γέλια

να καιρός για τα τραγούδια
στολιστείτε με λουλούδια
δες κορίτσια στην αράδα
δες μορφιά και νοστιμάδα.

Ω χαρές στις κοπελιές
που μαζεύουν τις εληές.
Στις εληές, στις εληές
με αγάπες φιλικές.

Ραβδιστάδες στη δουλειά σας
προσοχή εις τα τεμπλιά σας
να μην σπάτε τα βλαστάρια
και τα τρυφερά κλωνάρια.

Τσίκι τσίκι τα τεμπλιά
πέφτει κάτω η εληά.
Η εληά, η εληά
κτίζει σπίτι και φωλιά.

Α, να γίνουν τα γουμάρια
να πηγαίνουν τα μουλάρια
να το μεσημέρι κοντεύει
η κοιλιά φαγί γυρεύει

ωχ τι όρεξη τι πείνα
πόχ’ εκείνη η μπουμπουλίνα
ω τι γλύκα τα καϋμένα
τα κουκιά τα λαδωμένα

κόψετε και αρμυρό
και κρεμμύδι καφτερό           
φάτε και αλμυρή εληά
να γεμίσει η κοιλιά.
(1894)

(«Πλωμαρίτικοι Αντίλαλοι», πρδκ. Συλλόγου Πλωμαριτών Αθήνας «Βενιαμίν ο Λέσβιος». Είναι δημοσιευμένο και στο «Ανθολόγιο Λεσβίων Ποιητών» του Κώστα Γ. Μίσσιου, τόμος 8ος, Μυτιλήνη 1998, σελ. 302)


Μυτιληναίος Δημήτρης (Αθήνα 1933 –     )
Οι δημιουργοί                                        
                                               
Οι ελιές που φυτέψαμε
μεγάλωσαν και κάρπισαν,
απλώσαμε τα λιόπανα
χτενίσαμε τον καρπό.

Στο λιοτρίβι πήραμε το λάδι
νιώσαμε μεγάλη χαρά
τη χαρά του δημιουργού
δυο σημαντικοί δημιουργοί…

(Απόσπασμα από τη συλλογή «Οι κλώνοι της αγάπης», Αθήνα 2007, σελ. 34)

                     
Πανταζής Παναγιώτης (1921 –     )
Η Ελιά

Ήπια τον ήλιο του καλοκαιριού
αξεδίψαστα τα μεσημέρια
μες το μυριόφωνο δοξαστικό
των τζιτζικιών τροπάρι.
Και μαυρισμένος μέσα στις ελιές
σαν να ήμουν γιος τους άπλωσα
πολλές φορές το χέρι στο κορμί τους.

Ήπια τον ήλιο του μεσημεριού
και με τα μάτια ολάνοιχτα αγναντεύοντας
μια γέρικη ελιά 
το σκούρο μου πουκάμισο ανασήκωσα,
για να της δείξω την πληγή μου.

Γλυκός ο ήλιος του μεσημεριού
και στάλαξε στα φρένα μου σαν λόγος
που ένα - ένα τ’ ασημόφυλλα
λέγαν κι απόσωναν χωρίς μιλιά
̶  λόγος παλιός, φτερό χελιδονιού
κι ανάβλεμμα αγαθού σπουργίτη. 

(Περιοδικό «Αιολικά Γράμματα», 47-48/1978. Δημοσιευμένο στο «Ανθολόγιο Λεσβίων Ποιητών» του Κώστα Μίσσιου,, τόμος 9ος, Μυτιλήνη 1998, σελ. 582)


Παπανικόλας Στρατής (Βρίσα/Ασώματος 1894 – Μυτιλήνη 1952)
Η Ελιά
                                                
Είμαι η Ελιά η Τρυλιανή
Κολοβή, Αδραμυτινή,
Καρολιά και Λαδολιά
η Μυτιληνιά είμαι η ελιά.

Είμαι η Ελιά! Είμαι η Ελιά!
Η Μυτιληνιά είμαι η Ελιά.

Ξεκινώ απ’ τα περιγιάλια
κι ανεβαίνω αγάλια - αγάλια
ως τα πιο ψηλά βουνά,
δασωμένα και γυμνά.

Μες στους κάμπους με τα στάχυα
πλάι στους πρίνους μες στα βράχια
με τις ρίζες μου ρουφώ
το χρυσάφι το στυφό.

Κάθε δυο χρονιές καρπίζω
και τα κιούπια σας γεμίζω
με χυμό κεχριμπαρί
που αξίζει όσο βαρεί.

Τη ζωή στον τόπο δίνω
με το λάδι μου το φίνο,
τη ζωή και τη χαρά
και στην αγορά φτερά.

Είμαι η Ελιά η Τρυλιανή
κολοβή, Αδραμυτινή,
καρολιά και λαδολιά
η Μυτιληνιά είμαι η ελιά.

Είμαι η Ελιά! Είμαι η Ελιά!
Η Μυτιληνιά είμαι η Ελιά.

Πηγές:
(1. Στρατή Παπανικόλα «Θεατρικά και άλλα», Έκδοση Πολιτιστικού Συλλόγου Ασώματου Λέσβου "Ο Ταξιάρχης", Μυτιλήνη 1996, σελ. 100-102 («Η Ελιά») και σελ. 278 («Το κόκκινο κυπαρίσσι»), 2. Περιοδικό «Αιολικά Γράμματα», 34/1975, 3. Κώστα Γ. Μίσσιου «Ανθολόγιο Λεσβίων Ποιητών», τόμος 9ος, Μυτιλήνη 1998, σελ. 79).
     

Πασχάλης Στρατής (1958 Μυτιλήνη –       )
Συγκομιδή

Μαύρες απλώνονταν οι ελιές
μες στο γλαυκό το φύλλωμα
στις παρυφές των λόφων.

Και γύρω από των δέντρων τους κορμούς
καθώς οι άγριοι
στα σκυθρωπά τριγύρω βράχια
μαζώχτρες σκύβανε στη γη
– καλόγριες να προσκυνήσουν –
γονατιστές σχεδόν κι αμίλητες στο μόχθο
(μελανιασμένα δάχτυλα πρησμένα χέρια)
και γύρω στρώμα οι καρποί,
βότσαλα λεία και πικρά. κατάστικτο χορτάρι.

Κι όταν αργά μέσα στο γιόμα
παίρναν το δρόμο, ένας στρατός
γυρνώντας νικημένος
προς τη βαριά του λιοτριβιού την πύλη,
έπεφτε η νύχτα με πυκνά πουλιά στον ουρανό
κι η δύση φώτιζε λερούς
και φαγωμένους τοίχους.

(«Βυσσινιές στο σκοτάδι»/1991. Είναι δημοσιευμένο και στο «Ανθολόγιο Λεσβίων Ποιητών» του Κώστα Γ. Μίσσιου, τόμος 10ος, Μυτιλήνη 1998, σελ. 559)
                          
 
                                                                                          
Άχθος Αρούρης/Σαραντάκος Νίκος (Γέρμα Λακωνίας 1903 – Αθήνα 1977)

Παράφραση ποιήματος «Η Ελιά» του Λορέντζου Μαβίλη

   
Στην κουφάλα σου φώλιασαν μελίσσι,
κλητήρες, τοκογλύφοι και κολήγοι,
γέρικη ελιά, που είν’ η ζωή σου λίγη
πριν ο φτωχός χωριάτης σε πουλήσει.

Το εισόδημά σου όλο θα ρουφήσει
σα Χάρυβδις το κράτος που σε πνίγει
κι οι δανειστάδες που ’ναι ουκ ολίγοι
θα βάλουν στο χέρι ό,τι αφήσει.

Πώς σε λυπάμ’, ελιά δυστυχισμένη,
δε φτάναν τα παράσιτα κι οι δάκοι
τώρα και το Κουβέρνο σε βυζαίνει

και πίνει το γλυκό σου το λαδάκι,
δύστυχη ελιά. Κατάντησες ρημάδι
Κράτος και νόμοι σου ’βγαλαν το λάδι.   
 
("Τρίβολος", 20-5-1932, Μυτιλήνη -  Πηγή: http://www.sarantakos.com/liter/axtos/parwdies.html) 
 
 
Χαμχούμης Γιώργος (Μυτιλήνη 1915 –   )
Ταϊφάδες                             
 
               Α
 
Σαν παπαρούνες κόκκινες
απ' του βορηά το χάδι, 
χωριατοπούλες όμορφες
γλυκές λαχταριστές,
Νεράιδες λες ξεκίνησαν
πριν φύγει το σκοτάδι
κεφάτες γελαστές.
Αρχίζουν το ληομάζωμα
με γέλια και τραγούδια
κι ως πέφτει στα σαλβάρια τους
το φως της χρυσαυγής, 
μοιάζουν μπουκέτο μ' άγρια
χιλιόχρωμα λουλούδια
που σκόρπισε στη γης.
Είν' του χωριού ταϊφάδες,
μαζώχτρες και κυράδες.
               
                  Β

Λεβέντες ρίχνουν τις εληές
βεργολυγούν οι κοπελιές
σκύβουν να τις μαζέψουν.
Ματιές αλλάζουνε κλεφτές
με τα κορίτσια οι δουλευτές,
ίσως και τα πλανέψουν.
Κι όταν η δύσις αρχινά
να ρίχνει επάνω στα βουνά
μενεξεδένιο σάλι,
για το χωριό πίσω γυρνούν
κι όλες χρωματιστό φορούν
μαντήλι στο κεφάλι.
Είν' του χωριού ταϊφάδες, 
μαζώχτρες, ραβδιστάδες.

(Πηγή: περιοδικό "Αιολικά Φύλλα")
 
                            
Β. ΑΛΛΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΕΣ

Βρεττάκος Νικηφόρος (Κροκεές Λακωνίας 1912 – Αθήνα 1991)
Αντιστέκομαι

Αντιστέκομαι όπως οι ελιές της πατρίδας μου, οι σκληρές
σαν τα κόκαλα τ’ αντρειωμένου, που τους λείπουν οι μαύρες
μαντήλες μονάχα για να μοιάζουν με τις μανάδες μας·
που σφηνωμένες γερά στην απόλυτη πέτρα,
αδιαφορούν για τις θύελλες, αναπνέουν τις αστραπές
και τις κάνουνε μες στους πικρούς τους
χυμούς ειρήνη και φως.

(Νικηφόρου Βρεττάκου «Τα Ποιήματα», ποιητική συλλογή «Ημερολόγιο», τόμος Β΄, Εκδόσεις "Θεμέλιο", Αθήνα 1999, σελ. 335)
     

Βρεττάκος Νικηφόρος (Κροκεές Λακωνίας 1912 – Αθήνα 1991)
Η Λιομαζώχτρα

Με τη σκάλα στον ώμο, ανάμεσα στις ελιές, επέρασε
το φάντασμά της. Ήταν η μάνα μου, τη γνώρισα
απ’ το τσεμπέρι της που σάλευε λυμένο, από τα χέρια
κι από τη δέσμη του φωτός που απόπνεε το χαμόγελό της.
Η ώρα, το χώμα, ο γνώριμος κυματισμός του εδάφους
ταίριαζαν με την παρουσία της. Τη φώναξα χωρίς
αμφιβολία καμιά· εκείνη με χαιρέτησε
μ’ ένα νόημα αέρινο. Πάτησε έπειτα στα νύχια,
πήρε ν’ ανυψώνεται. Διάσχιζε τον αέρα
προς τον ουρανό, όπως ήταν, με τη σκάλα της.

(Κάθε τέτοια εποχή, απλώνει τα λιοπάνια της
και τα ξαναμαζεύει. Έρχεται και βοηθάει τη γη.)

(Νικηφόρου Βρεττάκου «Τα Ποιήματα», ποιητική συλλογή «Το Απογευματινό Ηλιοτρόπιο» [1976], τόμος Β΄, Εκδόσεις "Θεμέλιο", Αθήνα 1999, σελ. 448)
  
                   
Γαληνός Κώστας   
Ελιά

Καθώς απ’ τ’ ακρογιάλια μας του μπάτη
σε χάιδευε, χθες δείλι, η καλοσύνη,
μ’ έκσταση, στην ολύμπια σου γαλήνη
σ’ ατένισα, ω Ελιά, κι ένιωσα κάτι.

Μες στην ψυχή μου, ως φως κι ως φρεναπάτη,
την ιερή σ’ εμέ να ξεδιαλύνει,
που σε κρατεί θλιμμένη πάντα οδύνη
μες στα γαλάζια Ελληνικά μας πλάτη.

Κι είδα τότε, σα σ’ όραμα, τη θεία
του Ολύμπου την πομπή, στο δειλινό
που αγύριστα ταξίδεψε απ’ εδώ.  

Και πίσω απ’ όλους είδα, ω Τραγωδία!
να στρέφει προς εσέ, προς την Ελλάδα,
με βουρκωμένο μάτι την Παλλάδα…
                                                   
(Πηγές: Περιοδικό «Αργώ», τόμος 2, τεύχος 6, σελ. 197, Αθήνα 1925, στη συλλογή «Κοσμόπολις» του Πανεπιστημίου Πατρών, http://xantho.lis.upatras.gr/kosmopolis/index.php/argo/article/view/5777, http://www.openarchives.gr/search/%CE%93%CE%B1%CE%BB%CE%B7%CE%BD%CF%8C%CF%82/page:2)

                
Κική Δημουλά (1931 -   )
Πιο άσπρο κι απ’ το άσπρο

Η θάλασσα κάτω μοιράζει φειδώ.

Ο ελαιώνας εδώ πάνω απλόχερος.
Παράγει τόσο ελέησόν με
ώστε αφθονεί ο άνθρωπος.

Δικής μου ικεσίας παραγωγός
Είναι αυτό το ελαιόδεντρο υπερήλικο.
Θα το αναγνωρίσεις
από τα αρχικά της ανωτέρας δύναμης
χαραγμένα στις ξερές φλοίδες του κορμού.

Από χαμηλά οι κλάδοι του ομοιόμορφα
Καμπύλοι κολυμπήθρα σχηματίζουν.

Εκεί βαφτίζεται η σκιά και η ανάπαυσή μου.

Με τις ώρες μουλιάζω εκεί μέσα
χαλαρά ευχάριστα ξεχνιέμαι από όλα
με τη θάλασσα μπροστά μου ανοιχτή
τσακισμένη στην τελευταία μου σελίδα.

Φλοίδες ξερές κενοτάφια ερωτημάτων.
Ανασηκώνω το καπάκι — εδώ κενοτάφιο
τραγουδιού. Μόνο φλοίδα βρίσκω
από τζιτζίκι απανθρακωμένο σε φλόγες
ψύχους.

Παραβιάζω το ερώτημα να ξεκολλήσω
προσπαθώ την αντίστασή του.
Τα πόδια μπηγμένα βαθιά στην άγνωστη
του τέλους εποχή
σαν εκσκαφείς της ανιχνεύσεώς της.

Άσ’ τον εκεί. Πού ξέρεις.
Ίσως ο πρώην τραγουδιστής
την ανωτέρα δύναμη ανασκάπτοντας
να ξαναβγαίνει σε κρυμμένο κάτωθέ της
δρομάκι χυμών και ασμάτων.

Ξοπίσω του και μεις.


(Πηγή: Δημουλά Κική, «Ήχος απομακρύνσεων», εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα 2001, σελ. 50-51)

                   
Δροσίνης Γεώργιος (Αθήνα 1859 – Αθήνα 1951)
Της ελιάς ο ίσκιος
                               
Σε κάμα ή σε βροχή καλοδεχούμενοι
θα ’ναι για μας των δένδρων όλων οι ίσκιοι.
Μα στης ελιάς τον ίσκιο κάτι ξέχωρο
και το κορμί μας κι η ψυχή μας βρίσκει.

Σαν της φτελιάς δε θα ’ναι μεγαλόπρεπος
σαν της φτελιάς ανάλαφρος δε θα ’ναι,
σε κούφιο πλάτανο δε θα φωλιάζουμε
κι ευωδιές πεύκων δε θα μας μεθάνε.

Απ’ τη φριχτή τη νύχτα που ξαγρύπνησες
στον πόνο του Θεάνθρωπου, η θωριά σου
χλώμιασε, ελιά, και το κορμί σου ασκήτευσε
τυλιγμένο στις δίπλες ενός ράσου.

Κι απ’ τη μέρα που ταπεινά προσκύνησες
στο στερνό της διάβα τη θεία Γεννήτρα
στους αιώνες των αιώνων απόμεινες
με τους κλώνους γερμένους ‒ προσκυνήτρα.

Στην τόση πίστη σου άξια χάρη δόθηκε:
Μες στο βαθύ της αμαρτίας σκοτάδι
του λυτρωμού το μόνο φως παρήγορο
να καίει, ελιά, με το δικό σου λάδι.

Κι εμείς σκυφτοί, γονατιστοί στον ίσκιο σου
‒ μικρού παρεκκλησιού σκεπή αγιασμένη ‒
θα νιώθουμε απ’ τους κλώνους σου, απ’ τα χέρια σου
τη θεϊκή ευλογία να κατεβαίνει.
        
(Πηγή: http://docs.google.com)
                           
Ήρινα 
[Λιομαζεύτρα]
                               
Γυναίκες σκυφτές σαν σε ικεσία γονατιστές
μες στον πλατύ, βαθύγνωμο ελαιώνα.
Γενεές γενεών
κάτω από τις ίδιες στριφτόκορμες αινιγματικές ελιές. 
Ιδρώτας και αίμα, σταγόνα τη σταγόνα
στη ρίζα της Αγίας πικροελιάς. 
Γαληνομέτωπη, τρισεύγενη γυναίκα
που με τα ιερά σου χέρια
χέρια χοντρά, σκαμμένα
νύχια μαυρισμένα
παραμερίζεις το γκρίφι και το αγκάθι
να ξετρυπώσεις την ελιά μια-μια κι ακόμα μια
μαζί με μια λαχτάρα. 
Σε σένα ο αίνος, ανώνυμη Λεσβίδα.

(Πηγή: πρδκ. "Αιολικά Φύλλα", τεύχος 19) 
                

Κάλβος Ανδρέας (Ζάκυνθος 1792 – Λονδίνο 1867)
Εις ελαίαν

         Α
Σύμβολον της ειρήνης
χαίρ’ ευσχήμων ελαία!
Υπόθεσις της λύρας μου
να γίνεις, με αναγκάζει
η ευγνωμοσύνη.

         Β
Πλουμισμένην σε βλέπω
χρυσοκάρπιμον δένδρον.
οι κλάδοι σου ξανθίζουσι
και τ’ άσπρα σου άνθη πίπτοντα
την γην στολίζουν.

         Γ
Κερκυραίων είσαι πλούτος,
κι αν του καιρού η μανία
βάρβαρα συγχωρεί
τον εξολοθρευμόν σου
σ’ εσέ ’γω ελπίζω.

         Δ
Η θεά της σοφίας
εις τους ανθρώπους χάρισμα
έδωσ’ εσέ, κι η Έρις
Θεών των αθανάτων
διά σου διελύθη.

         Ε
Καλλιστέφανον σ’ έκραξαν
οι αθληταί εις τα Ολύμπια
ότι εκ σου στέφανα έπλεκον
κι ο νικητής τα εφόρει
Νίκης σημείον.

         ΣΤ
Αι δε ρωμαίαι παρθένοι
ξανθοπλόκαμοι κόραι
με αειθαλείς τους βλαστούς σου
αντί ρόδων εκόσμουν
τους νεονύμφους.

         Ζ
Ουράνιον ξύλον πάντοτε
σ’ ενόμισαν οι αρχαίοι.
Ο γεωργός τιμάς
και δώρα προσαπόκτιζε
δι’ εσέ πρεπόντως.

         Η
Τώρ’ οι εμμανείς κι ανόητοι
τους βλαστούς σου που η φύσις
κι ο ιδρώς του εργάτου ανέθρεψε
της φλογός εις θυσίαν
άσπλαχνα κόπτουν.*

         Θ
Ω προνόμιον μωρίας!
Α δυστυχείς κι ασύνετοι!
θέλει φθάσει καιρός
που οι στεναγμοί σας μάταιοι
θέλει απομείνουν.

         Ι
Συ δ’ ευτύχει, ω ελαία!
Αφθόνως τους καρπούς σου
δίδε πάντα εις ημάς
και ’γω ευγνωμόνως πάλιν
θέλει σε υμνήσω.

(Ανδρέα Κάλβου «Ωδαί», Εκδόσεις Πέλλα, Αθήνα, σελ. 144-146)
      
* Σημείωση: Σύμφωνα με τον ερευνητή Δημήτρη Γκίνη, η ωδή αυτή γράφτηκε με αφορμή ένα Νόμο των Άγγλων δυναστών των Ιονίων νήσων, που δημοσιεύτηκε στις 23 Μαΐου 1825 και επέβαλλε το κόψιμο των ελαιοδένδρων, για άλλες δήθεν αποδοτικότερες καλλιέργειες. Ευτυχώς, ο νόμος αυτός καταργήθηκε το 1833.
             
      
Καμπάνης Άριστος (Αθήνα 1883 – Αθήνα 1956)
Εγώ κι ένα δέντρο
                                 
Ελιά, ω ελιά, που γεύεσαι τα πλούτη της ζωής σου
αιώνας κάτω από το φως που λάμπει και χαϊδεύει
και σαν γυναίκας φίλημα πυρό πολύ αγαθό
εγγίζει και την σάρκα μου και τη δική σου.

Στο αδρόν αγέρωχο κορμί αειπάρθενο που ορθώνεις,
με τα μελαχροινά κλαδιά τα φύλλα τ’ ασημιά σου
κάθε που η άνοιξις γυρνά ‒ περήφανη χαρά σου ‒
νιάτα χαρίζει ολάκριβα, σαν τα δικά της νιάτα
και ο πόνος απ’ το σάρακα δεν κατατρώγει Εσένα.

Πολλά κι αν είν’ τα χρόνια σου, για σένα τι θα ειπούνε;
κάθε χρονιά και πιο γερή, πιο πλούσια, πιο μεγάλη
λάλα τα φύλλα στην αυγήν τα μουσικά σου, λάλα
και μες στ’ απομεσήμερα τα μεθυσμένα
και με το ωχρό το δειλινό που ξελογιάζει και είναι
σαν την ματιάν μελάγχολον ερωτικής γυναίκας.

Ελιά, πάντα ανυψώνεσαι κι πιο ασημιά και πιο ψηλή
γιγάντια χέρια υψώνοντας τα μελαψά κλαδιά σου,
πε μου τι βούλεσαι, αγαθή, μ’ αυτά να συγκρατήσεις;
μην ένα χάδι του φωτός, μη ενός πουλιού κελάδημα;
Μάταια, ω ελιά, τι είν’ άπιστα κι είν’ άϋλα και πορεύονται
επάνω στων παρθενικών Αυρών τις θείες φτερούγες.

Το θείο κορμί σου ποια αγκαλιά Τιτάνος αγκαλιάζει,
αγαπητή; Ποια είν’ άξια ακτίνα στα μαλλιά σου
και την ψηλή σου κορυφήν να μείνει για κορώνα;
Το ξέρω πως σ’ αγάπησε των Αττικών η Δέσποινα
των κάμπων η ξανθή σοφή ‒ χαρά της γης η Ειρήνη.
Το ξέρω πως και τις βραδιές εκστατική η σελήνη
πάνω απ’ το μάγο φύλλωμα στέκει και τ’ άστρα στέκουν.

Ξέρω η Νυχτιά πως σ’ αγαπά και ξέρω πως κι οι Νύμφες
θα επλάγιασαν και θα ’κλεισαν τα βλέφαρα σιμά σου
και θα ύπνωσαν στη δρόσο σου και τον πυκνόν τον ίσκιο.
Τ’ αγριοκαίρι μάταιον τριγύρω σου απ’ το ανάστημα,
μάταια βογγούν οι άνεμοι στα αιώνια σου φύλλα.
Η Μάνα η Γη το πιο εκλεκτό κι ευγενικό της τέκνον
Στην θείαν βαστάζει αγκάλην της.

Δένδρον, που εγεύθης την ζωήν των αιώνων, πε μου, τάχα
ο κόρος δεν εχώρεσε δεσπότης στην καρδιά σου;
Δεν εβαρέθης χειμωνιές και ρίγη και χαλάζι;

Την ξαναρωτώ και λέγει μου το φύλλωμά της λάλο:
Ποτέ μου δεν εχόρτασα την ζωήν. Η δίψα μου είναι
κι είναι μεγάλη η πείνα μου. Θέλω να πιουν ποτάμια
από νερόν οι ρίζες μου κι οι κλώνοι να θεριέψουν.
Ν’ ανθομανούν πιο τροφαντοί την άνοιξη οι βλαστοί μου.

Άσοφε μάταιε άνθρωπε. Και την ανάβραν θέλω
του ευγενικότατου φωτός να πιω την όλην.
Να βόγγουν θέλω οι άνεμοι μεγάλοι στα κλαδιά μου
να τραγουδούν την άνοιξιν του κάμπου τα πετούμενα,
και βούλομαι να ορθώνομαι και ν’ απομένω πάντα
του λόγγου η πιο παλιά ζωή και τα πιο νέα τα νιάτα.

Και τότες αποκρίθηκα. Ελιά, ω ελιά, την νοιώθω 
πλουσίαν την ευτυχία σου! Μα ο κεραυνός, για πε μου,
δεν την εζηλοφθόνησε; Ο δυνατός και γαύρος
πού λάμπει, φλέγει, πέτεται επάνω από τα πάντα
στ’ ανήμερα φθινόπωρα; ―
Η ελιά δεν μου αποκρίθηκε και στ’ όνειρο εβυθίσθη.

Του Γεναριού επλημμύραεν ο ήλιος τα κλωνιά της
κι εγώ του κάμπου ο δουλευτής και ο ταπεινός εργάτης,
πήρα τον δρόμο κι έφυγα.
                                    Όμως νομίζω, ακόμη
θα τρέμει από τον λόγον μου το αργό όνειρο του δένδρου
κι η Ολυμπία θα στέκεται του κεραυνού φοβέρα
επάνω απ’ την αδάμαστην την φωτισμένη ελιά!

(«Λύρα. Ανθολογία της νεωτέρας ελληνικής ποιήσεως», υπό Ιωάννου Πολέμη, εν Αθήναις, Ελληνική Εκδοτική Εταιρεία, 1910, σελ. 316-318)
                                                  
              
Καμπούρογλου Δημήτριος (Αθήνα 1852 – Αθήνα 1942)
Εληά και πεύκος
           
Στο ριζοβούνι η εληά, στο κορφοβούνι ο πεύκος,
χρόνους πολλούς γνωρίζονται κι ανεμοχαιρετιούνται.
Ένα πρωί λέει η εληά στον πεύκο το λεβέντη:
― «Πεύκο, κρίμα το μπόι σου, κρίμα και τη θωριά σου,
και να ’σαι δένδρο άκαρπο κι ανώφελο στον κόσμο!»

― «Σώπα, γρηά κουφοδοντού, ζαβή και κοκαλιάρα,
όπου σε δέρνει ο άνθρωπος και τον καρπό του δίνεις…
Εγώ ’μαι λεβεντόκορμο, παλληκαράς βουνήσιος!
στον ίσκιο μου ο αρματωλός ξεχνάει τα βάσανά του,
κι όταν μολύβι δολερό του πάρει τη ζωή του,
εγώ γι’ αυτόν μοιρολογώ και βαριαναστενάζω.»

― «Αν τον μοιρολογάς εσύ, εγώ ’μαι αυτή που δίνω
λαδάκι στη μανούλα του καντήλι να τ’ ανάψει,
καντήλι ασημοκάντηλο στης Παναγιάς τη χάρη,  
να λιώσει το κορμάκι του, ν’ αναπαυθεί η ψυχή του!...»
Το λόγο τέλειωσε η εληά κι ο πεύκος δεν της κραίνει·
γέρνει κατά το μέρος της κι έτσι γερμένος μένει.  
                                          
(«Λύρα. Ανθολογία της νεωτέρας ελληνικής ποιήσεως», υπό Ιωάννου Πολέμη, εν Αθήναις, Ελληνική Εκδοτική Εταιρεία, 1910, σελ. 328)


Καραβίτης Βασίλης (γενν. 1934)
Η ελιά και κάτι σαν αιώνιο που συγκρατεί

Άσημο καταφύγιο της ζωής
Ξέχασε όλα τα δόγματα της συμμετρίας
Κι αισθητικά αδιάφορη αποδέχτηκε
Να κρύβει συνέχεια τ’ αληθινό της πρόσωπο
Μες σε κατάξερους κορμούς κι επίφοβες
κουφάλες,
έτσι θυσιάζοντας για πάντα την ομορφιά.
Ξεγελάει ακόμα τον παντεπόπτη χρόνο
κερδίζοντας μια λαθραία αιωνιότητα
Που η επαίσχυντη ζωή αρνείται να προσφέρει.
Τώρα μέσ’ από τόση διάρκεια σίγουρη
Μπορεί και γίνεται χωρίς να το ξέρει
Ταπεινά χρήσιμη
Σαν τη σκεβρωμένη μάνα
που οι ρίζες της απλώνουν και κρατάνε
όσο περισσότερο παλιώνει.

(Πηγή: http://www.douridasliterature.com/logotexnia.html)
                                                       
                     

Μαβίλης Λορέντζος (Ιθάκη 1860 – Δρίσκος Ιωαννίνων 1912)

Η Ελιά

                     
Στην κουφάλα σου εφώλιασε μελίσσι,
γέρικη ελιά, που γέρνεις με τη λίγη
πρασινάδα που ακόμα σε τυλίγει
σα νἄθελε να σε νεκροστολίσει.

Και το κάθε πουλάκι στο μεθύσι
της αγάπης πιπίζοντας ανοίγει
στο κλαρί σου ερωτιάρικο κυνήγι,
στο κλαρί σου που δε θα ξανανθίσει.

Ω, πόσο στη θανή θα σε γλυκάνουν,
με τη μαγευτική βοή που κάνουν,
ολοζώντανης νιότης ομορφάδες

που σα θύμησες μέσα σου πληθαίνουν·
ω να μπορούσαν έτσι να πεθαίνουν
και άλλες ψυχές, της ψυχής σου αδερφάδες.
                                         
(Σονέτο Μαβίλη Λορέντζου)
  


Μαρκοράς Γεράσιμος (Κεφαλλονιά 1926 – Κέρκυρα 1911)    
Στην ελιά αποκάτω

Μεγάλη ελιά, τον ίσκιο σου για λίγο ακόμα δος μου.
       Αχ θά ’ρθει γρήγορα η στιγμή
       που θ’ αναπάψω το κορμί
       στον ίσκιο τ’ άλλου κόσμου.

Παρακαλώ σε ανθρώπινη πάρε φωνή και πες μου
       σαν πόσοι κάθισαν εδώ,
       που λυπημένα τραγουδώ,
       καλοί προπάτορές μου;

Πες· όταν κλείσω αξύπνητα το κουρασμένο μάτι,
       όταν μ’ εκείνους πάω μαζί,
       από το είναι μου να ζει
       θ’ ακολουθήσει κάτι;

Αλλιά· με τα ξερόφυλλα που κάθε τόσο αφήνεις
       και πέφτουν χάμου απ’ το κλαρί,
       μιαν άφωνη και θλιβερή
       απόκριση μου δίνεις.

Αλήθεια να ’ναι; Ολόκληρους το χώμα θα μας φάει;
       Όχι· κανένα ξωτικό
       το νου μου τώρα στο κακό
       να σύρει πολεμάει.

Του κάκου· από την άπειρη πλούσια ζωή της φύσης
       βγαίνει και πάει στα σωθικά,
       ουράνιος ήχος, που γλυκά
       θα ζήσεις, λέει, θα ζήσεις.

Τέτοια μαγεία, της μάνας μου, που χρόνια είναι στον άδη,
       είχε η φωνούλα μοναχή
       όταν μια άγια προσευχή
       μου μάθαινε το βράδυ.

(Περιοδικό «Μπουκέτο», τόμος 1ος, τεύχος 32, σελ. 514, Αθήνα 30 Νοεμβρίου 1924, ψηφιακή συλλογή Πλειάς του Πανεπιστημίου Πατρών: http://pleias.lis.upatras.gr/index.php/mpouketo/article/view/89565/81853,



Μπούμη - Παπά Ρίτα (Σύρος 1906 – Αθήνα 1984)

Η ελιά


Από τη μοίρα κληρονόμησα ένα μικρό αγρό
που τον καλλιεργώ σαν έχω ελεύθερα χέρια
τις νύχτες και τις σκόλες και τις κυριακές.
                         Μ’ αρέσει
να εξουσιάζω τις βαθειές του ρίζες
να προσκαλώ την ήσυχη βροχή
σαν μια ευαίσθητη θλιμμένη φίλη
να κουβεντιάζω με τα λίγα δέντρα
τα γλυκά δάκρυα να συνάζω της συκιάς.
                         Μ΄ αρέσει
να περιμένω το σκεφτικό φθινόπωρο
να ιδώ τι μου ’δωσε η χρονιά
το σκάρτο απ’ το καλό να ξεχωρίσω
και να ζυγίσω τους καρπούς στα χέρια μου.
Όσα έχω φυτέψει τ’ αγαπώ
μα υπολογίζω στην ελιά προπάντων.
Όχι γιατί μαζί ασκητεύουμε
και μοιάζομε σαν νἄμαστε δίδυμες αδερφές,
αλλά γιατί απ’ τον πικρό καρπό της
αν έχω υπομονή (όπως και έχω)
βάλσαμο θα μου δώσει για όλες τις πληγές μου
και για το λύχνο μου τον ολονύχτιο φως.
       
(«Λαμπρό φθινόπωρο»/«Ανθοφορία στην έρημο»/«Η μαγική φλογέρα», εκδ. Καρανάσης, Αθήνα 1982, σελ. 81)

  
                                                   
Παλαμάς Κωστής (Μεσολόγγι 1859 – Αθήνα 1943)
Η ελιά
                          
Είμαι του ήλιου θυγατέρα,
η πιο απ’ όλες χαϊδευτή,
χρόνια η αγάπη του πατέρα
σ’ αυτόν τον κόσμο με κρατεί.
Όσο να γείρω νεκρωμένη,
Αυτόν το μάτι μου ζητεί.
         Είμ’ η ελιά η τιμημένη.

Δεν είμ' ολόξανθη, μοσχάτη
τριανταφυλλιά ή κιτριά·
θαμπώνω της ψυχής το μάτι,
για τ' άλλα μάτια είμαι γριά.
Δε μ' έχει αηδόνι ερωμένη,
μ’ αγάπησε μία θεά·
         Eίμ' η ελιά η τιμημένη.

Όπου κι αν λάχω κατοικία,
δε μ’ απολείπουν οι καρποί,
ως τα βαθειά μου γηρατεία
δε βρίσκω στη δουλειά ντροπή.
Μ’ έχει ο Θεός ευλογημένη
κι είμαι γεμάτη προκοπή.
         Είμ’ η ελιά η τιμημένη.

Φρίκη, ερημιά, νερό, σκοτάδι
τη γη εθάψαν μια φορά,
εμέ ζωής φέρνει σημάδι
στο Νώε η περιστερά.
Όλης της γης είχα γραμμένη
την ομορφάδα, τη χαρά.
         Είμ’ η ελιά η τιμημένη.

Εδώ στον ίσκιο μου αποκάτω
ήρθ’ ο Χριστός ν’ αναπαυθεί,
κι ακούστηκ’ η γλυκιά λαλιά του
λίγο προτού να σταυρωθεί.
Το δάκρυ του, δροσιά αγιασμένη,
έχει στη ρίζα μου χυθεί.
         Είμ’ η ελιά η τιμημένη.

Και φως πραότατο χαρίζω
εγώ στην άγρια τη νυχτιά.
Τον πλούτο πια δε τον φωτίζω,
συ μ’ ευλογείς, φτωχολογιά.  
Είμ’ η ελιά η τιμημένη.
Κι αν απ’ τον άνθρωπο διωγμένη,
φέγγω μπροστά στην Παναγιά.
         Είμ’ η ελιά η τιμημένη.

(«Άπαντα» Α΄, εκδόσεις Μπίρη, Αθήνα)
      
 
Πολέμης Ιωάννης (Αθήνα 1862 – Αθήνα 1924)
Η ελιά                                                 
                                            
Ευλογημένο να ’ναι, ελιά, το χώμα που σε τρέφει,
κι ευλογημένο το νερό που πίνεις απ’ τα νέφη,
κι ευλογημένος τρεις φορές αυτός που σ’ έχει στείλει
για το λυχνάρι του φτωχού, για τ’ άγιου το καντήλι.
Δεν είσαι συ περήφανη σαν τ’ άλλα καρποφόρα, 
που βιαστικά, ανυπόμονα, δεν βλέπουνε την ώρα
πότε με τ’ ανθολούλουδα τους κλώνους να σκεπάσουν
και με μια πρόσκαιρη ομορφιά τα μάτια να ξιπάσουν.
Εσύ ’σαι πάντα ταπεινή· πάντα δουλεύτρα, σκύβεις,
μ’ όλα τα πλούτη που κρατείς, μ’ όλο το βιο που κρύβεις.
Γι’ αυτό απ’ τα πρώτα νιάτα σου, που τα φιλούν οι ανέμοι,
ως τα βαθιά γεράματα, που το κορμί σου τρέμει,
και γέρνει κάθε σου κλαδί και κάθε παρακλάδι, 
μέσα στον κούφιο σου κορμό δεν σου ’λειψε το λάδι.

(Από τη συλλογή «Το παλιό βιολί», δημοσιευμένο στο "Αναγνωστικόν Έκτης Δημοτικού", Αθήνα 1964, σελ. 160.) 
                                        
            
Πολέμης Ιωάννης (Αθήνα 1862 – Αθήνα 1924)
Πατρίδα τα λιοτρίβια σου  
                                        
Πατρίδα, τα λιοτρίβια σου
δουλεύουν νύχτα μέρα.
Με του λαδιού τη μυρωδιά
γεμίζουν τον αέρα.

Κι είν’ οι ελιές, Πατρίδα μου,
ακούραστες γριούλες.
Με τον καρπό τους τρέφουνε
παιδάκια και μανούλες.

Κι είν’ οι ελιές, Πατρίδα μου,
δέντρα ευλογημένα,
που στέκονται στον άνεμο
με τα κλαδιά απλωμένα.


Πορφύρας Λάμπρος (Χίος 1879 – Πειραιάς 1932)
Η ελιά 

Ούτ’ ένα φύλλο! Πέσανε και σκόρπισαν. Σπασμένα
κλωνάρια ολόγυρά μου-
και μέσα στα συντρίμμια αυτά -γεια σου, χαρά σου εσέν-
ακόμ’ ανθείς ελιά μου.
Α! πώς ο αγέρας ο τρελλός απάνου τους χυμάει
και πώς χτυπιούνται! Μόνο
μονάχα, εσύ, παράμερα του Κηφισού το πλάι,
γιορτάζεις μέσ’ τον πόνο.
Ας τα, κι ας κλαιν στην παγωνιά την άγρια, κι ας βογγούνε
στης μπόρας τη μαυρίλα,
εγώ κοντά σου στέκομαι ν' ακούσω να μου πούνε
τ’ αμάραντά σου φύλλα,
ν’ ακούσω να μου πουν σιγά τα πρόσχαρά τους χείλη,
πώς είναι μέσ’ τα χιόνια,
είναι ψυχές μέσ’ τον βοριά, κι όμως το φως του Απρίλη
γύρω τους φέγγει αιώνια...
                  

Ρίτσος Γιάννης (Μονεμβασιά 1909 – 1990 Αθήνα)
Φεύγοντας απ’ τη Μονοβασιά
             
Πανάρχαιες ελιές, κούφιοι κορμοί συστραμμένοι·
το δύστυχο σταχτί· το καπνισμένο κίτρινο·
ίσκιοι των σύννεφων στους απέναντι λόφους.
Έρχεται υπάκουο το μακρινό, σε κοιτάει απ' το πλάι·
ξεχνάς εκείνο που 'θελες να του ζητήσεις· το χέρι σου
αφηρημένο περπατά στη μαλακιά ράχη του ζώου.
Ήταν αυτό; Και τι ήταν; Αντεστραμμένος χρόνος;
Οι γριές τυλίγουνε τα πόδια τους μ’ εφημερίδες, 
τα δένουνε με σπάγκους. Προφυλάξεις, προφυλάξεις, -
ω, σιωπηλή διάρκεια· καθόμαστε χάμου στο χώμα
μ’ ένα καλάθι φραγκόσυκα, με το ’να παπούτσι του δρομέα, -
κι αυτή η επίμονη γυναίκα, η αποστεωμένη, η άγρια,
κάτω απ’ το δέντρο, μες στην πεισμωμένη λάμψη,
κρατώντας στα δυο χέρια της το απαρηγόρητο βρέφος.
Τότε ακριβώς ήταν που μάθαμε πως τίποτα δεν είχε χαθεί.
                                        
                                                
Σικελιανός Άγγελος (Λευκάδα 1884 – Αθήνα 1951)
Το Διάβα του Ελαιώνα 
                         
Στον Ιόνιο διάπλατο γιαλό διαβήκαμε, περνώντας
τον ελαιώνα, αγαπητό της Αθηνάς και πλήθια
σε ίσκιους βαθύ, σαν πέλαγο, και αχό με τους ανέμους.
Και ταξιδέψαμε το νου και το κορμί στους ίσκιους,
ανάμεσ’ από λούλουδα κι από ευωδιές, καθένας 
στην αρμονία σα σε ραβδί αγριλίδας ζυγιασμένος.
Κι οι σαύρες, φωτοπράσινες, που δίπλα από τη ρίζαν
εκοίταγαν ασάλευτες στον ήλιο, και τα φίδια,
σα γητεμένα όλα βαθιά της αρμονίας μας ήταν,
και το ραβδί μου, ως πιστικού, το φίδι να πατήσει
δε σηκωνόνταν, στο μακρύ του κάμπου μονοπάτι,
μα ως σε κλαδί λογίζομουν να τυλιχτεί πως θα ’ρτει...

Κι η Γλαύκη πρώτη τη σιωπήν έκοψε, πρώτη, ως όταν
κόβεις ψωμί κριθάρινο, στη μέση, απά στο γόνα,
και η ευωδιά του ξεχειλάει αγγίζοντας τη φρένα. 
Τέτοια και η Γλαύκη εμίλησε, που ’χε γλυκά ευωδιάσει
με λιόφυλλο το στόμα της κι ελούστη με τα φύλλα
και τον ανθό της λυγαριάς στα χέρια και στα χείλια…

(«Ραψωδίες του Ιόνιου» στο βιβλίο «Λυρικός Βίος Α΄», Εκδόσεις «Ίκαρος», Αθήνα 1965)
                                                                    

Τζανής Γιάννης (Γερακαρού Θεσσαλονίκης, γενν. 1943)
Της Ελλάδας η ελιά
  
Τον σίτον, τον οίνον και το έλαιον
ευλόγησες, Κύριε,
και της Ελλάδας την ελιά
που γέμισε τους λόγγους,
σκαρφάλωσε σε ράχες και πλαγιές,
γαντζώθηκε λάβαρο αγέρωχο
επάνω στους σκληρούς,
αδούλωτους μαυροντυμένους βράχους
και πεντακόσια χρόνια σκοτεινά
στάλαζε της υπομονής το έλεος,
κράτησε αναμμένο το καντήλι της ψυχής,
ζέστανε την ελπίδα της Ανάστασης...

Τον σίτον, τον οίνον και το έλαιον,
Ελλάδα, το φτωχό σου το ψωμί,
κουράγιο επιούσιο,
τον οίνο της μεταλαβιάς,
αναίμακτη μετάγγιση της πίστης,

το λάδι στις καθημερνές πληγές
και την πικρή ελιά
στην πείνα, στην ανάγκη
στους ισχνούς ατέλειωτους αιώνες...

Κύριε, ευλόγησε ξανά
τη χρυσοπράσινη ελπίδα στις απότομες πλαγιές,
στους κουρασμένους βράχους,
στα υπομονετικά βουνά
ζεστό μανδύα σε καιρούς δοκιμασίας...
   
                                                                   
 
                                                    
Τζανής Γιάννης (Γερακαρού, γενν. 1943)
Στον ελαιώνα της Γερακινής  
   
Στον ελαιώνα της Γερακινής
χορεύοντας οι ελιές κατέβηκαν στη θάλασσα,
σκαλίζουν τα χαλίκια και μαζεύουν όμορφα
κογχύλια στην ακρογιαλιά,
ενθύμια λαμπερά
στης μνήμης τον πλημμυρισμένο Γαλαξία...

Ήπιαμε δροσερό νερό
από της Γερακίνας το πηγάδι,
ρουφήξαμε από τα φλογισμένα χείλια
μπρούσκο νέκταρ δυνατό
κι αναζητήσαμε το πιο πολύχρωμο χαλί
με παπαρούνες ανυπόμονες
και χαμομήλια ντροπαλά...

Έσκυψαν οι ελιές να ευλογήσουν το μυστήριο,
να κρύψουν τις γυμνές χειρονομίες,
τις σταγόνες της σπονδής,
τα δάκρυα της ευτυχίας
να σκεπάσουν με το θρόισμα,
τις άναρθρες κραυγές
τις σφυριχτές ανάσες,
της καρδιάς το φτεροκόπημα
να στάζουν στάλα - στάλα της αγάπης το έλεος…

                  
                                                                    
Τζανής Γιάννης (Γερακαρού, γενν. 1943)
Στα 2500 μ.Χ. 
                     
Μάταια περιμένεις, Νώε, το κλαδί ελιάς,
το περιστέρι της ειρήνης
με το μήνυμα της άνοιξης.
Η ελιά της Αθηνάς έχει μεταλλαχθεί,
δε βγάζει φύλλα χρυσοπράσινα,
που αντανακλούν την αισιοδοξία.
Δε στάζει πια το λάδι της αγάπης,
που γλυκαίνει τις πληγές.
το έλεος και για του Ναζωραίου το καντήλι
βγαίνει απευθείας απ' το χώμα,
για τ' αγαθά θηρία σου
δεν έχει δάση στα ξερά βουνά...
Μάταια ονειρεύεσαι
του τριφυλλιού το πράσινο κυμάτισμα
και τις λυτές πλεξούδες
αναπεπταμένα λάβαρα στον μπάτη...

Ετούτος ο κατακλυσμός που σκέπασε τη γη
δεν έπεσε απ’ τ’ ουρανού
τα ευλογημένα σύννεφα...
       
           
                                                                       

Τσάτσος Κωνσταντίνος (Αθήνα 1899 - 1987)
Το μάθημα της ρίζας
                                        
Θα σου διδάξω αργότερα τις ρίζες. Θα σε φέρω
σε μιαν ελιά, σ’ ενός γκρεμού την άκρην, όπου μόλις
τα ριζοκλώνια την κρατούν. Πολύχρονος και κούφιος
κι ανταριασμένος ο κορμός· τι από παλιά τη δέρνουν
την ασημένια χαίτη του ζηλιάρηδες ανέμοι.
Μ’ αυτός κι όλο βαθύτερα βυθίζοντας τ’ αρπάγια,
σαν τ’ αγριοπούλι που κρατάει τη λεία, στη γη κρατιέται.
Ζει και καρπίζει και σκορπάει τα πλούτη του στο χάος
του κάμπου – ω, πες, σε ποια χαρά, σε ποιο χαμό τελειώνουν;  

– Θα μάθω σε να λαχταράς της γης το μέσα κόσμο,
εκεί που οι ρίζες μάχονται και κρίνουν και διαλέγουν,
χέρια σοφά, γυρεύοντας στα σκοτεινά το δρόμο
της μοίρας των. Και θ’ ανοιχτούν μπροστά σου ιερά
      μυστήρια
που απ’ το ηλιόφως κρύβονται περήφανα ως ο Άδης.  
Της αφανέρωτης δουλειάς την ευλογία θα νιώσεις,
για να ’βρουν άλλοι τους καρπούς, την ασημένια χάρη
που σέρνει αγάπες και που θροεί σα λόγος μέσ’ στον ήλιο.
Θ’ αδερφωθείς με τη σιωπή του σκότους, της αφάνειας.
Στο λόγγο του ψηλού βουνού θ’ αποθυμήσεις να ’σαι
νάμα κρυφό· κι απ’ τους θεούς τους χθόνιους, που
      πιστοί των   
οι λίγοι, της νυχτός τους οικοδόμους, θα ζητήσεις
του απαίνευτου και του άλαμπου τη μοίρα. Σαν το χώμα,
το μόχθο σκέπαζε πιστά κάτω απ’ την επιφάνεια.

Εκεί!... κι ο χρόνος ας περνάει, όπως περνάει ο αγέρας,
που αρπάζει τόσο ανθό με βια και τον σκορπάει στο χάος
του κάμπου κάποτε απ’ τη γη θα δεις ψηλά τα κλώνια
καρπούς ολόγιομα, καρπούς δικούς σου – ας μην το ξέρουν –  
και θα χαράξει φως μεμιάς τη νοτερή σου νύχτα.
Ω, σαν τη ρίζα της ελιάς να ’ναι το ριζικό σου!

(Σέλιγκερ Αντρέα «Η ελιά», εκδόσεις "νήσος", Αθήνα 2005, σελ. 31-32) 
         
                                                                       
Φωκάς Νίκος (Κεφαλονιά 1927 -      )
Ελιές και δρόμοι

Ένας άνεμος πελαγίσιος στην πλώρη.
Κι αίφνης γεμίζεις αφορμή
     για κείνο που ’ναι αιωνιότητα.
Όλα είναι εκεί,
οι ελιές, οι δρόμοι·
κι αν απέχει κάτι ακόμα απ’ αυτά
είναι οι γέροι θαλασσινοί που πεθάναν.
Μόλις απέχουν οι γέροι νεκροί θαλασσινοί.
Οι ελιές, οι δρόμοι, οι φωνές
ζουν ακόμα· κι ό,τι σε δημιούργησε.
Καλοκαίρι, κάτω απ’ τ’ άστρα:
η αιωνιότητα.
Κάποια απ’ τα φυσικά της
τα πήρανε οι χρυσόμυγες
βουίζοντας γύρω απ’ τη συκιά·
άλλα τα πήρε ο γκιώνης που αρχίζει
το παντοτινό τραγούδι
     βραδιάζοντας.

Η αιωνιότητα, που δεν αφήνει
ούτε σε μένα εκλογή.

(«Ελιές και δρόμοι», Δύο φορές το όνειρο, Ποιητικές Συλλογές 1954-2000, εκδ. "ύψιλον", Αθήνα 2002, σ. 59 και Σέλιγκερ Αντρέα «Η ελιά», εκδόσεις "νήσος", σ. 156)


Γ. ΞΕΝΟΙ ΛΟΓΟΤΕΧΝΕΣ

Λόρκα Φεντερίκο Γκαρθία (Ισπανία 1898 – 1936)
Τοπίο

Ο κάμπος
με τα λιόδεντρα
ανοίγει και κλείνει
σαν βεντάγια.
Πάνω στον ελαιώνα
είναι ουρανός βαθύς
και μια σκούρα βροχή
από κρύα αστέρια.
Καλαμιές και σκιά τρέμουν
στου ποταμού την όχθη.
Ο γκρίζος αέρας κυματίζει.
Τα λιόδεντρα
φορτωμένα από κραυγές.
Ένα σμάρι
αιχμάλωτα πουλιά
που κουνάνε τις μακριές
μακριές ουρές τους στη σκιά.
  
(μτφ. Ανδρέας Αγγελάκης, Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Γ΄ Γυμνασίου, Ο.Ε.Δ.Β., Αθήνα 1993)
           
                                                                       
Λόρκα Φεντερίκο Γκαρθία (Ισπανία 1898 – 1936)
Επίκληση στη δάφνη

……………………….
Γνωρίζω την απέραντη μαγεία, πατέρα λιόδεντρο
όταν μας δίνεις το αίμα που βυζαίνεις απ’ τη Γη,
όπως εσύ, έτσι κι εγώ, βγάζω με τις αισθήσεις
το αγιασμένο λάδι
που περιέχει η ιδέα!
………………………..

(Φρεντερίκο Γκαρθία Λόρκα, «Ποιητικά Άπαντα», μτφ. Κοσμάς Πολίτης και Ρήγας Καππάτος, εκδόσεις Εκάτη, Αθήνα 2011, σελ. 145)  



ΑΝΘΟΛΟΓΗΣΗ ΠΟΙΗΜΑΤΩΝ ΑΠΟ ΒΟΥΝΑΤΣΟΥ ΜΥΡΣΙΝΗ, ΦΙΛΟΛΟΓΟ

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου