"Καλά στερνά", η παραδοσιακή ευχή των ηλικιωμένων· γηρατειά με αξιοπρέπεια και ηρεμία, χωρίς πόνο κι εγκατάλειψη. Η ευχή φέρνει στο νου μας το «μηδένα προ του τέλους μακάριζε» του σοφού Σόλωνα και το «χριστιανά τα τέλη της ζωής ημών, ανώδυνα, ανεπαίσχυντα και ειρηνικά» της Εκκλησίας μας. Τι γίνεται όμως αν τα υστερνά χρόνια είναι «θυμωμένα», γεμάτα σωματικούς πόνους και ψυχική οδύνη; Σαν λείπει το κυριότερο στοιχείο ευτυχίας, τα υστερνά είναι όπως τα περιγράφει η Χρυσούλα Πλάλα στο παρακάτω ποίημά της.
Χρυσούλα Πλάλα
Τα θυμωμένα τα υστερνά
Πρώτα ήταν οι νυγμοί στα κόκαλα
κι έγινα απρόθυμη στην κίνηση.
Ώρες στην καρέκλα, στο κρεβάτι,
ανακάτευα τη μνήμη κι έμενα
σε εικόνες και λέξεις που μάτωναν.
Την ώρα του εσπερινού
ξέσπαγα σε κλάμα βουβό.
Το πρωί με το φως μυρωδικά και χόρτα.
Παρέμενε η γεύση κυρίαρχη κι
αποφασιστική,
ωστόσο δεν τρυπούσε το κέλυφος της
διάθεσής μου.
Τα μεσημέρια βυθιζόμουν σε προσευχές
και είχα μια επιθυμία να μάθω
τα του κόσμου και της πόλης μου.
Έληγε ο χρόνος γύρω στις εννιά
κι έγερνε η αριστερή πλευρά μου.
Το τηλέφωνο, πιάστηκα απ’ αυτό,
σπάνια χτυπούσε, για πληροφορίες
σε βασική υγεία ή κάποια αναχώρηση
για τους ουρανούς.
Πού και πού νέα για μικρά παιδιά
που αποσπούσαν απ’ τη διαρκή αγωνία
του τι θα γίνει με μας τους μεγάλους.
Η όρασή μου θάμπωνε
κι όμως κρατούσα πεισματικά το βιβλίο
ανοιχτό
κι είχα ελάχιστη περιέργεια για τα
παρακάτω.
Σκάλωνα στους τοίχους πάνω σε κάδρα
που προσεκτικά είχα επιλέξει
και διάβαινα πίσω απ’ τις εικόνες.
Δεν κρατούσε πολύ.
Επέστρεφα στον καφέ και στο τσιγάρο.
Δεν έλειπε η τηλεόραση
– κτείνω – κτήνος – κτήμα –
κι ανάμεσα σ’ αυτά η αγωνία
για τους μικρούς απογόνους.
«Αύριο η μέρα θα ’ναι ηλιόλουστη».
Άρχισε ο μήνας με υπόσχεση
κι εσύ έβγαλες το κάρβουνο από μέσα σου.
Όψομαι σε μια επιτυχία.
«Θα δεις τα πράγματα αλλιώς».
Είναι κατακαλόκαιρο
παρήγορο ότι δεν αναζήτησες τη χρυσόσκονη
του Δεκέμβρη και τις λαμπάδες του Απρίλη.
Ξεχύθηκες χαμογελαστή σ’ άλλες μέρες.
Είχες στα χέρια μια προφητεία
και πορευόσουν ανάλογα.
Σ’ έψαχνε με το βλέμμα του παντού.
Φόραγες πάντα παντόφλες όλη τη χρονιά
κουβαριασμένη στο κρεβάτι σου.
Ένιωσες τα πόδια σου στερεά,
έκανες βήματα μέχρι την αυλή
κόβοντας ένα γιασεμί για το μικρό βάζο
στο τραπέζι.
Έτσι διακριτικά μύρισε η νέα εποχή.
Άκουγες τύμπανα να ηχούν.
«Όντως περίμενες πολύ για να χαμογελάσεις».
Αθήνα 2026
Χρυσούλα Πλάλα