Δευτέρα, 25 Μαρτίου 2013

ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΜΑΣ

      Είχα τραγούδια να σας πω έναν τροβά γεμάτο,      
      μα ο τροβάς ετρύπησε και ’πέσαν όλα κάτω.
                                                                                              
     Ναι, άπειρα είναι τα τραγούδια του λαού μας, «αυτά τα αγριολούλουδα που φυτρώσανε απάνω στις καθαρές και βασανισμένες βραχόπετρες, οπού τις δέρνει ο πόνος, μα που φεγγοβολάνε σαν διαμάντια από τον ήλιο», όπως λέει ο έξοχος λαϊκός δημιουργός Φώτης Κόντογλου.
     Κι αν ο απλός Έλληνας δεν παρουσιάστηκε από τους ιστορικούς σαν πρωταγωνιστής στην Ιστορία, βρήκε έναν πιο άμεσο τρόπο, για να σφραγίσει τη Ζωή με την παρουσία του: το τραγούδι. Όλες οι εκδηλώσεις της ζωής βρήκαν το τραγούδι σαν μέσο έκφρασης: η γέννηση κι ο θάνατος τ’ ανθρώπου, η αγάπη και ο γάμος, η δουλειά και η διασκέδαση, ο χωρισμός και όλες οι ιστορικές περιπέτειες που συγκλόνισαν την εθνική ψυχή.
     Στην ιδιαίτερη πατρίδα μας, στο Παλαιοχώρι Λέσβου, όπως και σε κάθε άλλο τόπο, θα βρούμε πολλά απ’ αυτά τα λαϊκά στιχουργήματα. Πιο πολύ όμως ακούγονται τα ερωτικά τραγούδια, κυρίως δίστιχα. Είναι γνωστή η ονομασία τους «παραπουν’τσοί» ή «πλωμαρίτικοι σκοποί». Στα πανηγύρια και στους γάμους, τη μέρα στους ελιώνες και τη νύχτα κάτω από το παράθυρο της αγαπημένης, ο κάθε νιος εξομολογείται την αγάπη του με το γνωστό μακρόσυρτο και παραπονιάρικο σκοπό. Έτσι το ερωτικό τραγούδι αποτέλεσε στο παρελθόν μοναδικό μέσο ερωτικής επικοινωνίας μέσα στην κλειστή κοινωνία του χωριού μας.
                                
      Άστρο με άστρο πολεμά κι η Πούλια με τη δύση
      κι εγώ με το κορμάκι σου έχω μεγάλη κρίση.
                                                                                          
     Καυτά ξεχειλίζουν απ’ την καρδιά και γίνονται τραγούδι το ερωτικό πείσμα, ο πόνος του χωρισμού, οι κατάρες και τα παράπονα για μιαν αγάπη καταλυτική, πέρα κι απ’ το θάνατο.
                                    
      Τράβα μαχαίρι, χτύπα με, πρόσεξε την καρδιά μου,
      γιατί στη μέση βρίσκεσαι, μη λαβωθείς κοντά μου.
                                                                                    
     Τα παινέματα της ομορφιάς της αγαπημένης είναι από τα πιο συχνά θέματα των τραγουδιών της αγάπης.
                                                                        
      Σαράντα να τα μοιραστούν τα έμορφά σου κάλλη,
      όλες θα γίνουν όμορφες κι όμορφη θα ’σαι πάλι.
                                                                                                                    
     Στα νυφιάτικα τραγούδια βρίσκουμε πλήθος από τέτοια παινέματα της νύφης, του γαμπρού και του κουμπάρου.
                                                                                             
      Της νύφης το ματόκλαδο σαν κάμπος λουλουδίζει,
      σαν κύμα πάει κι έρχεται και γλυκοκυματίζει.
                                                                                                                           
      Γαμπρός είναι ο ήλιος και νύφη ’ναι η σελήνη
      και ο κουμπάρος ξακουστός μέσα στη Μυτιλήνη.
                                                                                                                      
     Αλλά η τρυφεράδα του νανουρίσματος ξεπερνά κάθε άλλο τραγούδι σε λυρισμό.
                                                                       
      Έλα, ύπνε, και πάρε το και πάνε στ’ς μπαχτσέδες
      και γέμισε τις τσέπες του ρόδα και μενεξέδες.
                                                                             
     Συχνή είναι στα τραγούδια μας και η σατιρική διάθεση και συχνά γίνεται έμμετρος αυτοσχέδιος διάλογος.
                                                           
      Η μάνα σ’ ήταν σκόρδου τσι τσύρ’ς ήταν κρουμμύδ’
      τσι συ απού ποιον ιπήρις τσι γίν’τσις καραφύλλ’;
                                                                                
     Πάνω απ’ όλα όμως, τα τραγούδια της ξενιτιάς συγκλονίζουν με τη δραματικότητά τους. Ο ζωντανός ο χωρισμός είναι, για τη μάνα κυρίως, ο πιο μεγάλος καημός. Στο αποχαιρετιστήριο γλέντι, την ώρα του ξεπροβοδίσματος, φίλοι και συγγενείς συνοδεύουν με το τραγούδι το κλάμα τους.
                                                                        
      Τώρα στον αποχωρισμό, πες μου κανα - δυο λόγια,
      να τα θυμούμαι, μάτια μου, να τα ’χω μοιρολόγια.
                                                                                                 
     Αληθινά συγκλονιστικό το παρακάτω δίστιχο που ακούγεται συχνά στο χωριό μας:
                                                                                                  
      Αλησμονώ και χαίρομαι, θυμούμαι και λυπούμαι,
      όλα τ’ αηδόνια είν’ εδώ, μα το δικό μου πού ’ναι;
                                                                                                                   
     Και βλέπουν τα πουλιά τη μάνα να στέλνει χαιρετίσματα στον ξενιτεμένο της γιο και τα παίρνουν, μαντήλι μυρωμένο, μαζί τους στην ξενιτιά. Κι ακούει η φουρτουνιασμένη θάλασσα τα παρακάλια της αγαπημένης του ναυτικού και γαληνεύει. Τα γράμματα φεύγουν γεμάτα από τέτοια στιχουργήματα, που γίνονται παρηγοριά και πόνος συνάμα γι’ αυτόν που τα παίρνει.
                                                                                                        
      Σαν έρθεις κι εύρεις λείψανα και κόκαλα στο χώμα,
      τα νεκροπούλια ρώτησε πως σ’ αγαπώ ακόμα.
                                                                                                                    
     Ο πόνος που προκαλεί ένας άλλος χωρισμός, ο θάνατος, μετουσιώθηκε σε μοιρολόι. Υποχρέωση των στενών συγγενών το μοιρολόγισμα, φέρνει στο νου ομηρικές σκηνές με το χορό και τον προεξάρχοντα.
                                                                                                           
      Τι να την κάνω τη ζωή μες στον απάνω κόσμο,
      αφ’ έχασα τα μάτια μου, αφ’ έχασα το φως μου;
                                                                                                                           
      Συνήθεια παλιά στο χωριό μας, που δεν έχει εκλείψει ακόμα, ήταν να γράφουν τέτοια τραγούδια πάνω στους τάφους.


     Σπανιότερα είναι τα περιστασιακά τραγούδια και οι παραλογές, όπως «Το «τραγούδι της Σούσας» και το «Κορίτσι κρυφοφίλητο», καθώς και τα γνωμικά τραγούδια, όπως το παρακάτω που το λένε στο χωριό μας πολύ συχνά:
           
      Ποτέ του τράγου το μαλλί δεν γίνεται μετάξι,
      κι αν τύχει και ποτέ γενεί, θα ’χει την ίδια τάξη.
                                                                
     Τα τραγούδια της δουλειάς κάνουν πιο ελαφρύ τον κόπο, τα κάλαντα και τα άλλα εορταστικά θρησκευτικά τραγούδια δίνουν ιδιαίτερο χρώμα στις γιορτές.
     Χαρακτηριστικό είναι το «Έρι πάλε», που τραγουδιέται τις Αποκριές από παρέες ανδρών, που γυρίζουν όλο το χωριό τραγουδώντας αγκαλιασμένοι και κάνοντας στάσεις σε κάθε γειτονιά, έξω από το σπίτι της αρραβωνιαστικιάς ή της αδελφής. Τότε πρέπει να βγει η αρραβωνιαστικιά ή η αδελφή ή η μάνα ενός από τους γλεντιστές με το δίσκο, να κεράσει ούζα όλη την παρέα.
                                                                                       
      Ήθελα να ’ρθω το βράδυ, έρι πάλε,
      μ’ έπιασε ψιλή βροχή. (δις) 
      Το θεό παρακαλούσα, δυο μου μάτια,
      για να σ’ εύρω μοναχή. (δις)
                                                                                        
      Ούτε μοναχή σε βρήκα, έρι πάλε,
      ούτε με τη μάνα σου, (δις) 
      μόν’ σε βρήκα στο σεργιάνι, δυο μου μάτια,
      με τη φιλενάδα σου. (δις)
                                                                                               
      Γυαλί βαστάς, γυαλίζεσαι,
      όμορφα που στολίζεσαι. (τσάκισμα)
      Είσαι γυαλένιος μαστραπάς,
      κι όποιον να δεις τον αγαπάς. (τσάκισμα)
                                                                                                               
      Της τριανταφυλλιάς τα φύλλα, έρι πάλε,
      θα τα κάνω φορεσιά, (δις)
      να τα βάλω να περάσω, γιούργια ρε πάλε,
      να σου κάψω την καρδιά. (δις)
                                                                                                                  
      Απ’ την Πλαγιά στον Τρύγουνα,
      αγάπησα μια Ρήγηνα,
      απ’ την Πλαγιά στου Παλιχώρ’,
      αγάπησα μια Πηνιλόπ’. (τσάκισμα)
                                                                                                                     
      Όπου δεις δυο κυπαρίσσια, δυο μου μάτια,
      και στη μέση δυο μηλιές (δις)
      εκεί μ’ έχουνε θαμμένο, έρι πάλε,
      κι έλα, φως μου, να με κλαις. (δις)
                                                                                                                           
      Λιριά, λιριά, λιριώτισσα
      κι απανωμαχαλιώτισσα.
      Λιριά, λιριά, λιριώνουμαι,
      για σένα παλαβώνουμαι. (τσάκισμα)
                                                   
      Θε να ταξιδέψω θέλω, έρι πάλε,
      στης Αττάλειας τα νερά (δις)
      με τα ψαριανά καράβια, έρι πάλε,
      να σε κλέψω μια βραδιά. (δις)
                                                                                          
      Γιαλό να πας, στεριά να ’ρθεις,       
      τα λόγια μου να θυμηθείς. (τσάκισμα)
                                             
     Η μουσική κι ο χορός συνδέονται οργανικά με τα τραγούδια μας, αλλά πολλά απ’ αυτά είναι καθιστικά. Ένας, ο πιο καλλίφωνος, αρχίζει το τραγούδι κι επαναλαμβάνουν οι άλλοι όλοι μαζί εναλλάξ. Οι υπερβολές, οι επαναλήψεις, οι εικόνες από τη φύση, ο εξαίσιος δεκαπεντασύλλαβος ιαμβικός συνήθως στίχος με τομή στην όγδοη συλλαβή, ο αργός «αμανερός» σκοπός, η ελευθερία στην εναλλαγή των στίχων, η ποικιλία της ποιητικής έκφρασης και ο έντονα συναισθηματικός τόνος γεμίζουν τα τραγούδια μας μουσικότητα.
     Αν ψάξουμε να βρούμε την προέλευσή τους, θα χαθούμε στα βάθη των αιώνων, σε εποχές που ο άνθρωπος είχε μοναδικό μέσο έκφρασης των συναισθημάτων του το τραγούδι. Θα διαπιστώσουμε ακόμα πως τα δημοτικά μας τραγούδια αντλούνται από την ίδια ποιητική πηγή, απ’ όπου άντλησε τα τραγούδια που τραγουδούσε με τις φίλες της η Σαπφώ, ο Τέρπανδρος και ο Αλκαίος τα δικά τους λυρικά τραγούδια. Αυτό δείχνει πόσο πλούσια είναι η λυρική, επώνυμη και ανώνυμη, ποιητική παράδοση της Λέσβου.
     Συγγενικές με τα ερωτικά τραγούδια μας είναι οι μαντινάδες της Κρήτης και τα κυπριακά ερωτικά τραγούδια, που από τα βυζαντινά χρόνια συγκεντρώνονταν σε συλλογές. Τέτοιες συλλογές τραγουδιών είχε παλιά κάθε νιος και κάθε νια στο χωριό μας.
     Τελευταία άφησα τα λιανοτράγουδα που περιέχουν παράπονα για την τύχη, ανάκατα με «τσακίσματα» σε οχτασύλλαβο στίχο, τις λεγόμενες «οχτάδες». Κι αυτό, γιατί δείχνουν όλη τη βιοθεωρία του Παλιοχωριανού.
                                                                                                   
      Ήλιε μ’, στα βασιλέματα πάρε κι εμέ μαζί σου,
      να πάγ’ να βρω την τύχη μου, να την εβλαστημήσω.
                                                                                                                   
      Τύχη μου, πανάθεμά σε,
      πάντα στο κακό μπροστά ’σαι. (τσάκισμα) 
                                                                                                                                              
     Τα καυτά προβλήματα της ζωής ξεσηκώνουν πυρκαγιές τους καημούς μέσα του.
                                                                                                                                                                                              
      Όποιος φοβάται τη φωτιά, ας μην έλθει κοντά μου,
      γιατί θα τον εκάψουνε τ’ αναστενάγματά μου.
                                                        
     Έτσι, το κλάμα του γίνεται τραγούδι, που βγαίνει βαθιά απ’ την ευαίσθητη ψυχή του και δείχνει την «ανθρωπιά» του σ’ όλο της το μέγεθος.
                                                                                           
      Το μερακλίδικο πουλί χτίζει φωλιά και κλαίει,
      σαν την τελειώσει τη φωλιά, τα βάσανά του λέει.
                                        
     Το παρακάτω δίστιχο, σαν επίλογος, δείχνει ότι για τον Παλιοχωριανό μεράκι δεν είναι θρήνος και μεμψιμοιρία, αλλά αισιόδοξη θεώρηση της ζωής, παρ’ όλα τα βάσανά της. Γι’ αυτό και κλαίει τραγουδώντας!
                                                                                                 
      Ο που ’ναι νιος και δεν πετά με του βοριά τα νέφη,
      τι να την κάνει τη ζωή, στον κόσμο να την έχει;
                                
     Σημείωση: Το παραπάνω κείμενό μας έχει δημοσιευτεί στο 4ο τεύχος του περιοδικού “Τα Παλιοχωριανά” του Συλλόγου Παλαιοχωριτών Αθήνας “Η Μελίντα” (Οκτ.- Δεκ. 1981, σελ. 56-58).
ΜΥΡΣΙΝΗ ΒΟΥΝΑΤΣΟΥ

                
Ευχαριστούμε αυτούς που έφτιαξαν το βίντεο. Τραγουδούν Χρήστος Μουτζούρης ή “Μαρούλα” και Γιάννης Πόρτογλου ή “Κορωνής”Πηγή: http://www.youtube.com/watch?v=QveaRtM-w2M (Ανοίξτε και την υπερσύνδεση).  

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου