Δευτέρα, 25 Μαρτίου 2013

ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΗΣ ΞΕΝΗΤΙΑΣ

ΠΑΛΙΟΧΩΡΙΑΝΑ ΔΙΣΤΙΧΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ
                                                             
ΞΞΞΞΞΞΞ   ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΗΣ ΞΕΝΗΤΙΑΣ   ΞΞΞΞΞΞΞ
                                                                                                              
clip_image002

                                         Αλησμονώ και χαίρομαι, θυμούμαι και λυπούμαι,
  όλα τ' αηδόνια είν' εδώ, μα το δικό μου πού 'ναι;   
                                       
Από την Αικατερίνη Ι. Κουρτέλη (1904-1980)
                                                                                                                                                                   
Άσπρα πουλιά της θάλασσας, που χαμηλοπετάτε,
σαν δείτε την αγάπη μου, να μου τη χαιρετάτε.
 
Αφότου εχωρίσαμε, γλυκιά παρηγοριά μου,
σαν τα ψαράκια του γιαλού έχασα τη μιλιά μου.
 
Ως πότε θα πικραίνομαι, να ’μαι κι απελπισμένο,
να περπατώ εις το ντουνιά μ’ αχείλι μαραμένο;
                               Ξ
Από τη Μαρία Κουτσουραδή - Ξυπτερά (1922-2009)
  
Έλα, μικρό μου, μην αργείς, μην κάθεσαι στα ξένα
και κλαίνε τα ματάκια μου καθημερ’νώς για σένα.
 
Η θάλασσα και τα βουνά είναι που μας χωρίζουν,
όντας γυρίσω και τα δω, τα μάτια μου δακρύζουν.
 
Η θάλασσα μας χώρισε και βουνά επίσης,
παρακαλώ σε, μάτια μου, στα ξένα μην αργήσεις.
 
Η ξενητιά σας χαίρεται, άλλος σας καμαρώνει
κι η μάνα που σας γέννησε κλαίει και δε μυρώνει.
 
Θάλασσά μου, θάλασσά μου,
συ γροικάς τα βάρσανά μου. (οκτάδα)
 
Θάλασσα φουρτουνιασμένη,
την καρδιά μου ’χεις καμένη. (οκτάδα)
 
Μπαρμπούνι μου θαλασσινό,
πρίμο τον έχεις τον καιρό. (οκτάδα)
 
Ξένο μου, στην ξενητιά οι ξένοι τι σου λένε,
άλλα ματάκια σε θωρούν και τα δικά μου κλαίνε.
 
Όντας σας συλλογίζομαι κι όντας σας βάλει ο νους μου,
σαν θάλασσα βουρκώνομαι, σαν κύμα δέρν’ ο νους μου.
 
Στα μακριά κι αν βρίσκεσαι στα έρημα τα ξένα,
ο νους μου και ο λογισμός είναι κοντά σε σένα.
 
Της θάλασσας της έταξα μαντήλι κεντημένο,
να φέρει το πουλάκι μου που ’ναι ξενητεμένο.
 
Ω θάλασσά μου γηρανιά και κύμα μου γαλάζιο,
φέρτε μου την αγάπη μου, να μην αναστενάζω.
                                     
                              Ξ
                                       
Από τη Χρυσάνθη Κουτσουραδή - Βουλαλά (1898-1987)
                                               

Σαν μάθεις πως απόθανα στην ξενητιά, πουλί μου,
γίνε αϊτός και πέταξε και έλα στην ταφή μου.                                                
                 
                              Ξ
                                         
Από τη Νίκη Πρωτογύρου - Γανώση
                                                                                                                                    
Θα πάρω δίπλα τα βουνά, να βρω πουλιά θλιμμένα,
να τα ρωτήσω να μου πουν για τα ξενιτεμένα.
  
Ξενιτεμένο μου πουλί, χαμένο μου αηδονάκι,
η ξενητιά σε χαίρεται, κι εγώ πίνω φαρμάκι.
 
Ο ξένος μέσ’ την ξενητιά σαν το πουλί γυρίζει,
σαν το βασιλικό ανθεί, μ’ αλήθεια δε μυρίζει.
 
Στα ξένα είν’ η αγάπη μου, στα ξένα κι η ζωή μου,
στην άμμο της ακρογιαλιάς είν’ η απαντοχή μου.
 
Στα ξένα σε θυμήθηκα, ήλιος με παρηγόρα
και το φεγγάρι μου ’λεγε “εγώ τον είδα τώρα”.
 
Το ξένο μέσ’ την ξενητιά πρέπει να βάλει μαύρα,
για να ταιριάζει η φορεσιά με της καρδιάς τη λάβρα.
 
Το ξένο μέσ’ την ξενητιά πρέπει να βάλει μαύρα,
για να τον εγνωρίζουνε, που ’χει η καρδιά του λάβρα.
              
                              Ξ
                           
Από τη Μεταξωτή Γ. Γανώση (1898-1981)
                                                                    
Για χαμηλώσετε, βουνά, και γίνετε λιβάδια,
να δω και προς την ξενητιά που ’ναι τα μαύρα μάτια.
 
Μακροταξιδεμένο μου, πότε θε νά ’λθεις πίσω,  
ρόδα και τριαντάφυλλα τους δρόμους να γεμίσω.
  
Μαύρα πουλιά της θάλασσας, που χαμηλοπετάτε,
σα δείτε την αγάπη μου, να μου τη χαιρετάτε.
              
                              Ξ
                             
Από Τετράδιο του Στράτου Ι. Πρωτόγυρου
                                                                                                                                                             
Αέρα μου, ποιος σ’ έστειλε να ’ρθεις να με δροσίσεις,
αν είσ’ απ’ την αγάπη μου, να με παρηγορήσεις.
 
Άθλιε αποχωρισμέ, γιατί με κατατρέχεις
μακριά απ’ το πουλάκι μου επιθυμείς να μ’ έχεις.
 
Έγινες ανυπόφερτος, ερίζωσες σε μένα,
πουλάκια που λατρεύονται τα ’χεις ξεχωρισμένα.
 
Αλησμονώ και χαίρομαι, θυμούμαι και λυπούμαι,
όλα τ’ αηδόνια είν’ εδώ, μα το δικό μου πού ’ναι;
 
Αναστενάζω και πονώ, θυμούμαι και λυπούμαι,
θα βλαστημώ τον αίτιο οπού σε εστερούμαι.
 
Αναχωρώ και φεύγω πια, αλλού να κατοικήσω
κι άλλη πατρίδα αποκτώ, για πάντα ’κει να ζήσω.
 
Απελπισμένο περπατώ σαν τα πουλιά στα δάση,
αυτός ο έρημος καιρός πότε θε να περάσει.
 
Από εδώ τα μάτια μου δεν φτάνουν να σε δούνε,
μόν’ έρχονται τα γράμματα και με παρηγορούνε.
 
Άραγες τι να γίνεται κείνο το χελιδόνι
που έλεγα τον πόνο μου κι έλιωνε σαν το χιόνι;
 
Άραγες το πουλάκι μου σε ποιο δεντρί κοιμάται,
σε ποιο δεντρί χτίζει φωλιά και μένα δε θυμάται.
 
Άσπρα πουλιά της θάλασσας που χαμηλοπετάτε,
σαν δείτε την αγάπη μου, να μου τη χαιρετάτε.
  
Αφότου εχωρίσαμε, γλυκιά παρηγοριά μου,
σαν τα ψαράκια του γιαλού έχασα τη μιλιά μου.
 
Αχ τι καημός είναι αυτός, ζωή τυραγνισμένη,
να σ’ αγαπώ, να μ’ αγαπάς, να ζούμε χωρισμένοι.
 
Γράμμα μ’, αγλήγορα να πας, γλήγορα να γυρίσεις,
να φέρεις είδηση καλή, να με παρηγορήσεις.
 
Δεν τόλπιζα τα δυο βουνά λιβάδια να γενούνε
και ζωντανό αποχωρισμό τα μάτια μου να δούνε.
 
Δίπλα θα πάρω τα βουνά, να δω κι αυτά τι λένε,
να τα ρωτήσω να μου πουν πά’ στα ξενητεμένα.
 
Έλα, μικρό μου, μην αργείς, μην κάθεσαι στα ξένα
και κλαίνε τα ματάκια μου καθημερνώς για σένα.
 
Έλα, πουλί μου, γρήγορα και μην αργείς στα ξένα
κι άνοιξαν τα τριαντάφυλλα που σου ’χω φυλαγμένα.
 
Έφυγες και με άφησες σαν παναγιά θλιμμένη,
σαν εκκλησιά αλειτούργητη, σα χώρα κουρσεμένη.
 
Εχωριστήκαμε τα δυο που ’μαστ’ αγαπημένα
μα εγώ ’χω τις ελπίδες μου, ας είσαι και στα ξένα.
 
Η θάλασσα και τα βουνά είναι που μας χωρίζουν,
όντας γυρίσω και τα δω, τα μάτια μου δακρύζουν.
 
Ήθελα να ’μουνα πουλί, να ’ρχομαι να σε βλέπω,
όντας γελάς να χαίρομαι κι όντας πονείς να κλαίγω.
 
Ήλιε μ’, στα βασιλέματα θέλω να παραγγείλω
ρόδα και τριαντάφυλλα στον που αγαπώ να στείλω.
 
Η ξενητιά κι η αρφανιά είπαν πως είναι ένα,
μα εγώ τα εδοκίμασα κι είδα πως είν’ τα ξένα.
 
Η ξενητιά σας χαίρεται, άλλος σας καμαρώνει
κι η μάνα που σας γέννησε κλαίει και δε μυρώνει.
 
Η ξενητιά σε χαίρεται κι εγώ ’χω τον καημό σου,
ο νους μου πάντα φέρεται μέσα στο μισεμό σου.
 
Η ξενητιά το έκανε τ’ αχείλι μου φαρμάκι
και τρέχουν τα ματάκια μου σαν το νερό στ’ αυλάκι.
 
Η ξενητιά ’χει βάσανα, η ξενητιά ’χει λάβρα,
η ξενητιά μου τα ’κανε τα σωθικά μου μαύρα.
 
Θα έχω την υπομονή πότε θ’ ανταμωθούμε,
να κατοικήσουμε μαζί, για πάντα να χαρούμε.
 
Θάλασσά μου, θάλασσά μου,
συ γροικάς τα βάσανά μου. (οκτάδα)
 
Θάλασσα, πικροθάλασσα και πικροκυματούσα,
τα ψάρια σου είναι γλυκά, μα συ ’σαι φαρμακούσα.
 
Θάλασσα, πικροθάλασσα που βλέπεις τον καημό μου,
φέρε μ’ από την ξενητιά τον αγαπητικό μου.
 
Θάλασσα φουρτουνιασμένη,
την καρδιά μου ’χεις καμένη. (οκτάδα)
 
Θαλασσοπούλι θα γινώ, τη θάλασσα θα σχίσω,
νά ’ρθω μιαν ώρα να σε δω και πίσω να γυρίσω.
 
Θα πάρω δίπλα τα βουνά, να βρω πουλιά θλιμμένα,
να τα ρωτήσω να μου πουν για τα ξενητεμένα.
 
Θυμήσου με καμιά φορά, γράφε μου να γνωρίζω
πώς τα περνάς, αγάπη μου, να μην κακοκαρδίζω.
 
Καθημερ’νώς τα κύματα ’γω τα ρωτώ για σένα
μη σ’ είδαν στην ακρογιαλιά, πουλί μου, καμιά μέρα.
 
Και είμαι, φως μου, πρόθυμος ευθύς να σ’ απαντήσω,
αλλ’ από εκεί ’ναι δύσκολα γράμμα να έλθει πίσω.
 
Κλαίω και κλαίνε τα βουνά κι οι κάμποι αντιλαλούνε,
άραγε τα ματάκια μου θε να σε ξαναδούνε;
 
Κλαίω και κλαίνε τα πουλιά κι οι κάμποι αντιλαλούνε
και το δικό μας χωρισμό παντού τον διαλαλούνε.
 
Κλαίω και κλαίνε τα πουλιά, κλαίνε το μισεμό σου,
κλαίω κι εγώ, πουλάκι μου, τον αποχωρισμό σου.
 
Κλάψετε, μάτια μ’, κλάψετε, δάκρυα γεμιστείτε,
γιατί θα φάτε ξενητιά, ώσπου να βαρεθείτε.
 
Μαβί χελιδονάκι μου, πάρε με στα φτερά σου,
να πάω να δω τον π’ αγαπώ, τη νιότη μου μη χάσω.
 
Μαύρα πουλιά της έρημος θα πάω να πληρώσω,
ίσως με πάρουν στα φτερά κι έρθω να σ’ ανταμώσω.
 
Μαύρα πουλιά της έρημος θα πάω να πληρώσω,
να με σηκώσουν στα φτερά, να ’ρθω να σ’ ανταμώσω.
 
Μέρες να κάνω να σε δω, μήνες να σου μιλήσω,
μην το πιστέψεις, μάτια μου, για να σε λησμονήσω.
 
Με τα πουλιά της έρημος χαιρετισμούς σου στέρνω
και με τα ίδια, ξένο μου, απάντηση προσμένω.
 
Μη λησμονάς για να ρωτάς καμιά φορά για μένα
για ποθαμένο βρίσκομαι για ζωντανό στα ξένα.
 
Μη λησμονάς για να ρωτάς καμιά φορά, πουλί μου,
αν έγιανε ο πόνος μου, αν έσβησ’ η πληγή μου.
 
Μπαρμπούνι μου θαλασσινό,
πρίμο τον έχεις τον καιρό.(οκτάδα)
 
Να ’μουν πουλί να πέταγα, να ’μουν και χελιδόνι,
να ερχόμουνα να σ’ έβλεπα, να μου διαβούν οι πόνοι.
 
Να ’μουν πουλί να πέταγα, να ’μουν και χελιδόνι,
νά ’ρθω μιαν ώρα να σε δω, να μου διαβούν οι πόνοι.
 
Να ’ξερα πού κοιμάτ’ ο Θιος, πού βασιλεύει ο ήλιος,
πού ξημεροβραδιάζεται ο γκαρδιακός μου φίλος.
 
Ξενητεμένο μου πουλί και ντόπιο μου αηδονάκι,
η ξενητιά σε χαίρεται κι εγώ πίνω φαρμάκι.
 
Ξενητεμένο μου πουλί, χαμένο μου αηδονάκι,
η ξενητιά σε χαίρεται κι εγώ πίνω φαρμάκι.
 
Ξένο μ’, στα ξένα πώς περνάς, οι ξένοι τι σου λένε,
άλλα ματάκια σε θωρούν και τα δικά μου κλαίνε.
 
Όντας σε συλλογίζομαι κι όντας σε βάλει ο νους μου,
σα θάλασσα βουρκώνομαι, σαν κύμα δέρν’ ο νους μου.
 
Ο ξένος μέσ’ στην ξενητιά σαν το πουλί γυρίζει,
σαν το βασιλικό ανθεί, μ’ αλήθεια δε μυρίζει.
 
Όσα τραγούδια κι αν ειπώ πετούνε στον αέρα,
δεν είναι το πουλάκι μου ν’ αποκριθεί κανένα.
 
Όσο βραδιάζει ο ουρανός κι αρχίζει να νυχτώνει,
το χωρισμό σου σκέφτομαι και το κορμί μου λιώνει.
 
Όσον καιρό κι αν το πατείς της ξενητιάς το χώμα,
μην το πιστέψεις ν’ αρνηθώ τ’ αγγελικό σου σώμα.
 
Ο χωρισμός σου μ’ έκανε, ο χωρισμός σου μ’ έχει
λουλούδι γεναριάτικο, που μυρωδιά δεν έχει.
 
Ο χωρισμός σου μ’ έκανε, ο χωρισμός σου μ’ έχει
σα μαραμένο γιασεμί, που μυρωδιά δεν έχει.
 
Ο χωρισμός σου μ’ έκανε, ο χωρισμός σου μ’ έχει
σαν το λουλούδι το χλωμό, που μυρωδιά δεν έχει.
 
Παρακαλώ τον το Θεό να ζεις, κι ας μη σε συχνοβλέπω,
με τον αέρα σου πετώ και με το φως σου βλέπω.
 
Πάψε, καρδιά μου, να χτυπάς σε στήθος πληγωμένο,
γιατί το έχει η ξενητιά βιράνι καμωμένο.
 
Πλαγιάζω για να κοιμηθώ, μα ύπνος δε με παίρνει,
γιατ’ έρχεται ο χωρισμός σαν κύμα και με δέρνει.
 
Πολλές φορές μεσάνυχτα ξυπνώ με τη λαχτάρα
βαθιά - βαθιά στο χωρισμό δίνω βαριά κατάρα.
 
Πολλές φορές μεσάνυχτα ξυπνώ με τη λαχτάρα
στην έρημη τη ξενητιά δίνω βαριά κατάρα.
 
Πολλές φορές μεσάνυχτα σηκώνομαι και κλαίω
και για να παρηγορηθώ το όνομά σου λέγω.
 
Πουλάκι μου που μ’ έθρεφες με τον κελαηδισμό σου,
και τώρα πώς τον εκρατώ τον αποχωρισμό σου;
 
Πουλάκι μου που μ’ έθρεφες με τον κελαηδισμό σου,
και τώρα πώς τον ταγιαντώ τον αποχωρισμό σου;
 
Πώς απομακρυνθήκαμε, θάλασσα μας χωρίζει
και αν θα ανταμώσουμε ένας θεός γνωρίζει.
 
Πώς θα βαστάξω, μάτια μου, τόσον καιρό στα ξένα,
να μη μπορώ να σε θωρώ ούτε και συ εμένα.
 
Πόσο σκληρός ο χωρισμός, μα εγώ τον υπομένω,
ώσπου να ζω, πουλάκι μου, σένα θα περιμένω.
 
Σα μάθεις πως απόθανα, βάλε τα μαύρα κι έλα,
τον τελευταίον ασπασμό δώσ’ μου και πάλι φεύγα.
 
Σα μάθεις πως απόθανα, ντύσου στα μαύρα κι έλα,
τον τελευταίο μου ασπασμό πάρε, μικρό μ’, και φεύγα.
 
Σαν αποθάνω, μάτια μου, πουλάκια θα σου γράψουν
το μερακλίδικο κορμί σε πού θε να το θάψουν.
 
Σαν έλθεις, φως μου, και με βρεις νεκροταφιασμένο,
δάκρυα απ’ τα ματάκια σου βρέξε με το καημένο.
 
Σαν έλθεις κι εύρεις λείψανα και κόκκαλα στο χώμα,
τα νεκροπούλια ρώτησε πως σ’ αγαπώ ακόμα.
 
Σαν κάτσω και συλλογιστώ πως είσαι μακριά μου,
σα ρολογάκι πένθιμα χτυπάει η καρδιά μου.
 
Σαν κλάψουν τα ματάκια μου πά’ στα ξενητεμένα,
άραγες τι να γίνονται κι εκείνα τα καημένα;
 
Σαν κλάψω στην ακρογιαλιά και συναχτούν τα ψάρια,
θα πω βαριαναστεναγμούς πόχω στα φυλλοκάρδια.
 
Σαν μάθεις πως απόθανα στην ξενητιά, πουλί μου,
γίνε αϊτός και πέταξε και έλα στην ταφή μου.
 
Σηκώνομαι κάθε πρωί, στο παραθύρι βγαίνω,
μ’ όσα πουλάκια κελαηδούν χαιρετισμούς σου στέρνω.
 
Σήμερα ’δω κι αύριο αλλού,
σαν τα ψαράκια του γιαλού. (οκτάδα)
 
Σ’ ορκίζω στην αγάπη μας, τώρα στο μισεμό μου,
θα είν’ η μόνη μου χαρά να δω το θάνατό μου.
 
Σου στέρνω χαιρετίσματα με το πουλί τ’ αηδόνι
και με τον πετροκότσυφα που δεν το φανερώνει.
 
Στα μακριά κι αν βρίσκεσαι, ο νους μου είναι κοντά σου,
μια ώρα απ’ τ’ αχειλάκι μου δε φεύγει τ’ όνομά σου.
 
Στα μακριά κι αν βρίσκεσαι, στα έρημα τα ξένα,
ο νους μου και ο λογισμός είναι κοντά σε σένα.
 
Στα ξένα είν’ η αγάπη μου, στα ξένα κι η ζωή μου,
στον άμμο της ακρογιαλιάς είν’ η απαντοχή μου.
 
Στα ξένα σε θυμήθηκα, ήλιος με παρηγόρα
και το φεγγάρι μου ’λεγε εγώ τον είδα τώρα.
 
Στην κλίνη που κοιμάσαι συ, να ’μουν κι εγώ να μείνω,
να τρέχουν τα ματάκια σου ροδόσταμα να πίνω.
 
Στην ξενητιά κι αν βρίσκεσαι, θαρρείς δε σε θυμούμαι;
Τα δάκρυα προσκέφαλο τα βάζω και κοιμούμαι.
 
Στους κάμπους αναστέναξα, βρήκα πουλιά θλιμμένα
και κάθομαι και τα ρωτώ για τα ξενιτεμένα.
 
Σφραγίζω την επιστολή και παύει η ομιλία
και την καλήν αντάμωση να δώσει η Παναγία.
 
Τα δάκρυα στερέψανε από τους οφθαλμούς μου,
τ’ αχείλι μου μαράθηκε να λέω τους καημούς μου.
 
Τα μάτια μου πονέσανε από το θώρει - θώρει
πούβιτα δεν επρόβαλε το πλουμιστό τ’ αηδόνι.
 
Τα μάτια την καρδιά ρωτούν καρδιά γιατ’ έχεις θλίψη,
ματάκια μου, δε βλέπετε η αγάπη μου πως λείπει;
 
Τη θάλασσα τη γαλανή θα τη μαλαματώσω,
να κάνω σιδηρόδρομο, να ’ρθω να σ’ ανταμώσω.
 
Τη θάλασσα την αλμυρή θα τηνε μαρμαρώσω,
να περπατήσω γρήγορα, να ’ρθω να σ’ ανταμώσω.
 
Την Παναγιά Αγιασώτισσα παρακαλώ για σένα,
να βοηθήσει η χάρη της νά ’ρθεις από τα ξένα.
 
Την Παναγιά Αγιασώτισσα την προσκυνώ για σένα,
να βοηθήσει η χάρη της νά ’ρθεις από τα ξένα.
 
Την ώρα του θανάτου μου θα στείλω να σε φέρω,
να δεις με τα ματάκια σου για σε τι υποφέρω.
 
Της θάλασσας της έταξα μαντήλι κεντημένο,
να φέρει το πουλάκι μου, που ’ναι ξενητεμένο.
 
Της θάλασσας τον ταραγμό ακούω και τρομάζω,
θαρρώ ’ρχεται η αγάπη μου και βαριαναστενάζω.
 
Της ξενητιάς τα χώματα για μας θεμελιωθήκαν,
μας πήραν τα παιδάκια μας και δε μας λυπηθήκαν.
 
Το καλοκαίρι πέρασε και ήλθε κι ο χειμώνας
και δεν ανταμωθήκαμε να πούμε τον καημό μας.
 
Το κυπαρίσσι κόψανε και φύτρωσε κανέλα,
σα μ’ αγαπάς, πουλάκι μου, πάρε το δρόμο κι έλα.
 
Το ξένο μέσ’ στην ξενητιά πρέπει να βάλει μαύρα,
για να ταιριάζει η φορεσιά με της καρδιάς τη λάβρα.
 
Το ξένο μέσ’ στην ξενητιά πρέπει να βάλει μαύρα,
για να το εγνωρίζουνε που ’χει η καρδιά του λάβρα.
 
Το φεγγαράκι ρώτησε, τ’ άστρα να σου το πούνε
πώς τρέχουν τα ματάκια μου, όταν σε θυμηθούνε.
 
Τώρα στο αποχωρισμό, πες μου κανα-δυο λόγια,
να τα θυμούμαι, μάτια μου, να τα ’χω μοιρολόγια.
 
Φεγγάρι μου πανσέληνε κι ήλιε μου με το φως σου,
πολύ βαρύς μου φαίνεται ο αποχωρισμός σου.
 
Φεύγεις, καλέ μικρούλα μου, και μένα πού μ’ αφήνεις,
κρύο νεράκι θα γενώ, στο δρόμο να με πίνεις.
 
Φτάνει σε σένα η ξενιτιά κι εμέ η απαντοχή μου,
έλα πριν να το βάλουνε στον άδη το κορμί μου.
 
Φύγε μια ώρα από εμέ, ίσως και ησυχάσω,
αιτία συ θε να γενείς τον κόσμο για να χάσω.
 
Χελιδονάκι θα γενώ, στα όρη θα πετάξω,
νά ’ρθω μιαν ώρα να σε δω, ίσως και ησυχάσω.
 
Χελιδονάκι πλουμιστό, γυρίζεις χώρα - χώρα
χαιρέτα την αγάπη μου χίλιες φορές την ώρα.
 
Χελιδονάκι τ’ ουρανού, για δώσ’ μου τα φτερά σου,
νά ’ρθω μιαν ώρα να σε δω κι ύστερα να πετάξω.
 
Χελιδονάκι τ’ ουρανού, πέρδικα του χειμώνα,
χαιρέτα την αγάπη μου μέσα στην ξένη χώρα.
 
Ω Βαγγελίστρα Παναγιά, έχε γερά τα ξένα,
γιατί εκεί μου βρίσκονται ματάκια ζαχαρένια.
 
Ω θάλασσά μου γηρανιά και κύμα μου γαλάζιο,
φέρτε μου την αγάπη μου, να μην αναστενάζω.
 
Ω θάλασσα, τα κύματα σ’ με τι τα χρωματίζεις
και της αγάπης τις πιστές γιατί τις ξεχωρίζεις.
 
Ω Παναγιά Αγιασώτισσα, έχε γερά τα ξένα,
γιατί εκεί μου βρίσκονται ματάκια ζαχαρένια.
 
Ω Παναγιά Αγιασώτισσα με τα εκατό καντήλια,
φέρε τα μάτια που ’χασα, να σου τα κάνω χίλια.
 
Ως πότε θα πικραίνομαι, να ’μαι κι απελπισμένο,
να περπατώ εις το ντουνιά μ’ αχείλι μαραμένο.
 
Ω φεγγαράκι μου λαμπρό, σε χαίρεται η καρδιά μου
συ βλέπεις τη μανούλα μου, μα μένα είναι μακριά μου.
 
                              Ξ
                             
Άλλα τραγούδια της ξενητιάς
                                                                                                                                                             
Τραγούδησε, καρδούλα μου, τραγούδια πικραμένα
για το πουλί που κάθεται μονάχο του στα ξένα.

Από Ευριδίκη Φασούλα, για την ξενητεμένη εγγονή της
                                                                                                                                                             
Η ξενητιά με τα πολλά λεφτά της
επήρε το παιδάκι μου και το κρατά κοντά της.
  
ΚΑΤΑΓΡΑΦΗ ΑΠΟ ΜΥΡΣΙΝΗ ΒΟΥΝΑΤΣΟΥ, ΦΙΛΟΛΟΓΟ

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου