Δευτέρα, 25 Μαρτίου 2013

ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΟΥ ΚΛΗΔΟΝΑ

ΣΑΤΙΡΙΚΑ ΚΑΙ ΕΠΑΙΝΕΤΙΚΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΟΥ ΚΛΗΔΟΝΑ
24 Ιουνίου, η μέρα που γελούμε κι όταν μας βρίζουν!

Ανοίξετε τον κλήδονα στ’ Αγιού Γιαννιού τη χάρη
όποια θα είναι η τυχερή φέτος θα τον επάρει.
   
Ανοίξετε τον κλήδονα και στρώσετε χαράρια,
τι θα περάσει ο βασιλιάς με τα στραβά ποδάρια.
   
Ανοίξετε τον κλήδονα στ’ Αγιού Γιαννιού τη χάρη
κι όποια ’ναι καλορίζικη φέτος θα τον επάρει.
   
Έχεις τα μάτια του λαγού, τα φρύδια της καμήλας,
έχεις και το καστάγονο της μυξοπροβατίνας.
   
Τα μάτια σου είν’ το γλυκό, τα φρύδια σ’ κουταλάκια
και τ’ άλλο το υπόλοιπο δίσκος με ποτηράκια.
   
Μουρή σαρδέλα βρουμιρή, σουπιά τηγανισμένη
και καρακάξα του γιαλού, κανένας δεν σε θέλει.
   
Άγγελος είσαι, μάτια μου, κι αγγελικά βαδίζεις,
σα θέλεις παίρνεις τις ψυχές, σα θέλεις, τις χαρίζεις.
   
Έχεις φωνή γαϊδουρινή και γουρουνιού ομορφάδα
κι όποιος γυρίσει και σε δει, του έρχεται ζαλάδα.
   
Έχεις δυο μάτια σαν ελιές επάνω σε κλωνάρι,
τα φρύδια σου ζωγραφιστά σα δυο ημερών φεγγάρι.
   
Αγάπη μου ξινόρυζο και χαβιαρομανέστρα,
την Κυριακή ’σαι όμορφη και τη Δευτέρα χέστρα.
   
Μελαχρινό και νόστιμο, μαύρη μου σοκολάτα,
εσύ ’σαι ήλιος τ’ ουρανού κι οι άλλες είναι τ’ άστρα.
   
Όμορφη είσαι, μάτια μου, σαν του παπά το ράσο,
κι όταν σε δω από κοντά, κοντεύω να ξεράσω.
   
Σαράντα να τα μοιραστούν τα όμορφά σου κάλλη,
όλες θα γίνουν όμορφες κι όμορφη θα ’σαι πάλι.
   
Η μάνα σ’ ήταν σκόρδου τσι η τσύρ’ς ήταν κρουμμύδ’
τσι συ απού ποιον ιπήρις τσι γίντσις καραφύλλ’;
   
Ρόδα και τριαντάφυλλα κι ανθοί του παραδείσου
μάζεψε η μανούλα σου κι έπλασε το κορμί σου.
  
Από πίσω από την πόρτα στέκουν δυο κανιά ουλόρτα,
απού πίσ’ απ’ του καθρέφκ’ κάτι μια γριά τσι γνέθ’.
   
Εσύ ’σαι μια βασίλισσα κι όλο τον κόσμο ορίζεις,
σα θέλεις παίρνεις τις ψυχές, σα θέλεις τις χαρίζεις.
   
Από πίσω από την πόρτα στέκουν δυο κανιά ουλόρτα,
απού πίσου απ’ του καζάν’ κάτι μια γριά τσι κλάν’.
   
Ως και το παπουτσάκι σου κι εκείνο έχει γνώση,
πέτρα την πέτρα περπατεί, την κάλτσα μη λερώσει.
   
Ένα καράβι έρχεται με κόκκινο πανάκι,
από καρσί μου φαίνεσαι πως είσαι πουτανάκι.
   
Όλα σου τα ’δωσε ο Θεός, όλα με το κοντύλι,
μάτια και φρύδια και μαλλιά και ζαχαρένια χείλη.
   
Ένα καράβι έρχεται γεμάτο με το ρύζι,
το ’να του μάκ’ σ’ είνι στραβό τσι τ’ άλλου καγιαρίζει.
   
Μελαχρινό τα μάτια σου όταν τα πάρεις βόλτα,
πολλές καρδιές μαραίνονται, μα η δική μου πρώτα.
   
Έχεις μαλλιά σα σέλινα στις πλάτες σου ριγμένα 
και τα χτενίζουν άγγελοι με διαμαντένια χτένα.
   
Για δες μαλλιά σγουρά ξανθά, πλεγμένα με την τάξη
και κάθε τρίχα γίνεται μαχαίρι να με σφάξει.
   
Μουρή αρκούδα μαλλιαρή μι τα στραβά πουδάρια,
π’ έκατσις τσ’ ανιγέλασις ούλα τα παληκάρια.
   
Βασίλισσα των κοριτσιών θε να σε ονομάσω,
άλλη δε βρήκα στο ντουνιά ωσάν την εμορφιά σου.
    
Σα φουρτουνιάσ’ η θάλασσα κι εβγούνε τα χταπόδια,
τότις θα παντριφκείς τσι συ μι τα στραβά τα πόδια.
   
Μαύρα ’ναι τα ματάκια σου, ξανθά ’ναι τα μαλλιά σου,
σα μήλα ροδοκόκκινα είναι τα μάγουλά σου.
   
Έχεις δυο μάκια σαν αυγά, δυο κώλους σα βαρέλια,
όποιος γυρίσει να σι δει ξηραίνιτι στα γέλια.
   
Έμορφα που ’ν’ τα μάτια σου, έμορφα που κοιτάζουν,
σαράντα μίλια μακριά τον άνθρωπο τον σφάζουν.
   
Από την πόρτα σου περνώ και βήχω ξεροβήχω,
κι αν δε γυρίσεις να σε δω, σου κατουρώ τον τοίχο.
   
Σαν περδικούλα περπατείς, σαν περιστέρι τρέχεις,
χαρά στην ομορφάδα σου, που ταίρι να μην έχεις.
   
Από καρσί σε γνώρισα ’γκλέζικο μοναστήρι,
τώρα σε ξέρω από κοντά, δε θέλω πια μαρτύροι.
    
Άσπρο μου τριαντάφυλλο, της Παναγιάς μετόχι,
το καμαροφρυδάκι σου άλλη καμιά δεν το ’χει.
   
Αν έχεις κόρην έμορφη, βάλ’ τηνε στο ζεμπίλι
και κρέμασέ την υψηλά, να μη στη φάν’ οι ψύλλοι.
    
Λάμπει ο ήλιος την ημέρα, το φεγγάρι την αυγή,
λάμπει και το πρόσωπό σου σκόλη και καθημερ’νή.
   
Λάθος σας επαινέσανε το ιδικό σας σπίτι
και σήκωσες τόσο ψηλά τη μακριά σου μύτη.
    
Σαν της ελιάς το λιόφυλλο, που γέρνει πάνω κάτω,
έτσι ’ναι το κορμάκι σου λιγνό και ντελικάτο.
 
Να μη θαρρείς πως σ’ αγαπώ κι ήλθα να τραγουδήσω,
ο γάιδαρός μου δίψασε, κι ήλθα να τον ποτίσω.
   
Τσαχπίνισσα της γειτονιάς καινουργιοφορεμένη,
που μ’ έκανες να περπατώ τρελό στην οικουμένη.

Να μην πολυπαινεύεσαι, και ξέρω τη γενιά σου,
πόσες χιλιάδες κόνιδες έχ’ η βρακοθηλιά σου.
   
Αρχοντοπούλα να ’σουνα, δεν θα ’χες τέτοια χάρη,
να σου ζυγίζουν το φιλί με το μαργαριτάρι.
    
Είσαι κουτσή, είσαι στραβή, γαϊδούρα μαδημένη,
καμιά στην ομορφάδα σου με σένανε δεν βγαίνει.
   
Έχεις δυο ματάκια μαύρα, μαύρα ’ναι σαν την ελιά
κι όποιος τα γλυκοφιλήσει χάρο δε φοβάται πια.
   
Η χήρα θέλει πάπλωμα κι η παντρεμένη στρώμα
κι η λεύτερη κατάχαμα, που δεν τα ξέρει ακόμα.
   
Λιγνό κυπαρισσάκι μου, σκύψε και βγάλε αέρα,
να κελαηδήσουν τα πουλιά, να ξημερώσει η μέρα.

Μουρή στραβή πινακωτή μι τα στραβά ψουμιά σου,
κανένας δε σι λουγαριάζ’, δεν έρχιτι κουντά σου.
    
Ανάμεσα στα φρύδια σου δίχτυ χρυσό πλεγμένο,
πάω να περάσω, μάτια μου, πιάστηκα το καημένο.
   
Ξιφτιλίσιτι τα φώτα τσι χουρεύγ’ ένα λαδ’κό,
για φυγιάτι από μπροστά μου, να το καλοστοχαστώ.
   
Έχεις δυο ματάκια μαύρα, του αγγέλου μοιάζουνε,
σα γυρίσουν και με δούνε, στην καρδιά με σφάζουνε.
   
Σαν τέτοια τέτοια λάχανα, σαν τέτοια ραπανάκια,
σαν τέτοια βρουμουχόρταρα γιμάτα τα σοκάκια.
  
Αυτά τα μάτια τα γλυκά για πες μου πού τα βρήκες,
τα είχες για τ’ αγόρασες για δανεικά τα πήρες;
   
Καρσί μου ήρτις τσ’ έκατσις απάνου στην πιζούλα
τσι κρέμασις τ’ς αχείλις σου, σαν την παλιογαϊδούρα.
   
Ανοίξιτε τουν κλήδονα, να βγει η χαριτουμένους,
να βγει τσι ένας γ’δόχειρας, μες στα μαλλιά χουμένους.

ΚΑΤΑΓΡΑΦΗ ΑΠΟ ΜΥΡΣΙΝΗ ΒΟΥΝΑΤΣΟΥ


Διαβάστε συμπληρωμένη ανάρτηση 24ης-6-2013 "ΚΛΗΔΟΝΑΣ-ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΚΑΙ ΕΘΙΜΑ": http://paleochori-lesvos.blogspot.gr/2013/06/blog-post_24.html

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου