Σάββατο, 13 Απριλίου 2013

ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΛΕΣΒΟΥ - ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ

Ανθολόγηση Κειμένων για την Απελευθέρωση της Λέσβου από τους Τούρκους το 1912. Η σελίδα θα περιλάβει 12 συνολικά κείμενα, με το γενικό τίτλο "12 Κείμενα για το 1912" και θα συμπληρωθεί σιγά-σιγά...


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
    
1. Μυριβήλη Στράτη "Το σύμβολο της Κρήτης" ("Απ' την Ελλάδα").
2. Δαράκη Πέπης "1912 Απελευθέρωση της Λέσβου" ("Ταξίδι μνήμης και ονείρου").
3. Μυριβήλη Στράτη "Το λουλούδι της φωτιάς" ("Το κόκκινο βιβλίο").
4. Χατζηγιαννιού Χρυσούλας "Στη λευτεριά της Λέσβου" (Από την ποιητική συλλογή "Βορεινά παράθυρα", Αθήνα 1982, σελ. 10-12).
5. Σάββα Κλειώς "Το δεντρί της Υπομονής" (πρδκ. "Αιολικά Γράμματα" 1971-και χωριστή ανάρτηση 26-5-2013).



ΓΡΑΜΜΑΤΟΣΗΜΑ ΕΛΤΑ ΓΙΑ ΕΠΕΤΕΙΟ 100 ΧΡΟΝΩΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΤΗΣ ΛΕΣΒΟΥ

                                                                                                                           
Στράτης Μυριβήλης (1892-1969)

ΤΟ ΣΥΜΒΟΛΟ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ
    clip_image001μασταν σχολιταρούδια, και ο τόπος μας ακόμα σκλαβωμένος στην Τουρκία. Και Σχολάρχης μας, ο αξέχαστος εκείνος Σπύρος Αναγνώστου. Από τους δασκάλους του υποδουλωμένου Γένους, που συντηρούσαν μέσα στην καρδιά των παιδιών την ιερή φωτιά της Μεγάλης Ιδέας, και ένοιωθαν τούτη την αποστολή σαν την πιο σπουδαία της καριέρας των της παιδαγωγικής. Αφορμές για την εθνική διαπαιδαγώγηση τοὔδιναν όλα τα μαθήματα που μας δίδασκε. Μας έκαμε Γεωγραφία του νησιού μας, και σιγά-σιγά το χέρι του περνούσε το Αιγαίο, όπου τα νησιά μας ήταν κίτρινα όπως όλη η Τουρκία και η κοντινή μας Μικρασία, και έφτανε στην Ελλάδα, την ελεύτερη την Ελλάδα. Αυτή ήταν τριανταφυλλιά. Ένα μικρό τριανταφυλλί σημάδι πάνω στο μεγάλο χάρτη της Ευρώπης. Εκεί σταματούσε το δάχτυλο του Αναγνώστου, κίτρινο από το αδιάκοπο κάπνισμα. Σταματούσε δισταχτικό και έκαμε αργά-αργά τον περίπατό του γύρω στα σύνορα του ελεύθερου κράτους. Τα σύνορα ήταν κοντινά, ο περίπατος σύντομος.
     Τότες ο Αναγνώστου πήγαινε και κλείδωνε από μέσα την πόρτα της τάξης, και μεις αναστενάζαμε με αγαλλίαση. Για δυο λόγους. Πρώτα γιατί θα ξεφεύγαμε από το ανιαρό μάθημα της Γεωγραφίας, που ήταν μόνο ονόματα και αριθμούς, και δεύτερο γιατί ξέραμε πως θα μας μιλούσε για την Ελλάδα και για τη Μεγάλη Ιδέα. Αυτές τις δυο λέξεις τις πρόφερνε πιο σιγά, και αυτό μας έκανε να νοιώθουμε την ιερότητα της Ιδέας σαν μια θρησκευτική αποκάλυψη, που έπρεπε να τη φυλάξουμε στα άδυτα της ψυχής μας, και να την προφυλάγουμε από τους καταχτητές σαν ένα μυστικό θησαυρό, ή σαν ένα βαρέλι μπαρούτη που κάποτε εμείς θα της ανάβαμε το φυτίλι. Τότε το κιτρινισμένο δάχτυλο του Σχολάρχη μας άρχιζε μεγάλους περίπατους πάνω στα Βαλκάνια και πάνω στη Μικρασία και μέσα στις ελληνικές θάλασσες. Ήταν η Ελληνική Αυτοκρατορία που θἄπρεπε να ξανασηκωθεί πάνω στις δυο ηπείρους. Η Πόλη θα ήταν η πρωτεύουσα, η Βασιλεύουσα. και ο Οικουμενικός Πατριάρχης ― ο Ιωακείμ τάχα θἄτανε που τόνε λατρεύαμε σαν εθνάρχη των υπόδουλων; ― ο Πατριάρχης θα έβαζε την κορόνα την αυτοκρατορική του Βυζαντίου πάνω στα ξανθά μαλλιά ενός από τα βασιλόπουλα. Τα ξέραμε όλα τα βασιλόπουλα με τ’ όνομά τους, γιατί σ’ όλα τα σπίτια είχαμε τα κάδρα της βασιλικής οικογένειας, με την Όλγα τη βασίλισσα, πεντάμορφη μέσα στην ελληνική της φορεσιά. Και ξέραμε ακόμα τι εννοούσε ο παπα-Κομνηνός, όταν έψελνε την Κυριακή εκείνο το «νίκας τος βασιλεσι κατ βαρβάρων δωρούμενος». Ξέραμε καλά ποιοι ήταν οι βασιλείς που θα νικούσαν με τη βοήθεια του Θεού, και ποιοι ήταν οι βάρβαροι. Το δάχτυλο του Αναγνώστου εξακολουθούσε να τριγυρίζει χώρες και χωριά, και η φωνή του να μας εξηγά. «Κι εδώ είν’ Ελλάδα, κι εκεί έχουμε τόσες χιλιάδες υπόδουλους αδελφούς, και τόσα σκολειά, και η Μικρασία, δυόμιση εκατομμύρια Ελληνισμός στα πατρογονικά χώματα. Όλα αυτά μια μέρα θα ξαναγίνουν ελληνικό Βασίλειο. Μια μέρα. Σαν θρθει το πλήρωμα του χρόνου, και ο Θεός θα κρίνει πως αρκετή είναι η τιμωρία που έβαλε στο Γένος, γιατί παραστράτησε από τον ίσιο δρόμο.»
     Τότε γινότανε μπροστά στα παιδιάτικα μάτια μας τούτο το θάμα. Το τριανταφυλλί χρώμα της Ελλάδας ξεχείλιζε από τα στενά σύνορα, ξάπλωνε δεξιά, ξάπλωνε αριστερά, κυνηγούσε λες το καπνισμένο δάχτυλο του Αναγνώστου. Τα νησιά του Αιγαίου γινόντανε ρόδα σκορπισμένα μέσα στο γαλάζιο της θάλασσας. Τριανταφυλλιά γινόντανε τα Δωδεκάνησα και η Μυτιλήνη και η Χιο και η Τένεδο και η μεγάλη Κρήτη και η Κύπρο και η Μακεδονία και η Θράκη και η Ήπειρο και η Ανατολική Ρωμυλία και η Πόλη. Και η μικρή μας καρδιά χτυπούσε, χτυπούσε να σπάσει. Και ήτανε κι αυτή τριανταφυλλιά.
     Αμ’ δεν ήτανε μόνο η Γεωγραφία που μας έπαιρνε το νου με το όραμα της πανελλήνιας λευτεριάς. Ήταν και η Ιστορία, που έπρεπε να μας διδάξει τη σειρά των Σουλτάνων, από του Ορχάν «μέχρι το σήμερον εκλες νάσσοντος ν Κωνσταντινουπόλει Σουλτν βδούλ Χαμτ Χν», και μας δίδασκε την Αθήνα με τους Πέρσες, και το Βυζάντιο με τους Τούρκους, και τον Κωνσταντίνο να πολεμά με το σπαθί τους άγριους στρατιώτες του Μωάμεθ, και τα τελευταία του λόγια προς τον Καταχτητή: «Δε σου παραδίνουμε την Πόλη, γιατί δεν είναι στο χέρι μας να σου την παραδώσουμε. Κάλλιο τχουμε να πεθάνουμε πολεμώντας!»
     Και δεν ήταν μόνο η Ιστορία.
     Ακόμα και η Γραμματική. Ποιος θα το πίστευε πως η ξερή, η μισητή, η βλοσυρή Γραμματική θα μπορούσε να γίνει κήρυγμα λευτεριάς στα χέρια ενός Δασκάλου; Να λοιπόν που γίνεται. Και την αφορμή την έδωσαν πάλι κείνα τα βασανιστικά τριτόκλιτα. «Θρξ – Θρακς, Κρς – Κρητς». Ήταν κακά και ψυχρά, και σε κάθε πτώση άλλαζαν μορφή, μόνο και μόνο για να μας παιδεύουν. «Τ Θρακ, τος Θραξ, τος Κρησ». Κι όμως. Κάτω απ’ αυτά τα κορακίστικα ο Αναγνώστου ξετρύπωνε τη Θράκη τη σκλαβωμένη. Και εύρισκε ευκαιρία να μας μιλήσει και για την Κρήτη. Για την Κρήτη!
     Και μόνο για την αγάπη της θα μπορούσαμε να καταπιούμε δίχως μορφασμό όλα τα δύσπεπτα τριτόκλιτα, με όλες τις ιδιοτροπίες τους. Η Κρήτη ήταν για μας το μεγάλο δίδαγμα και η μεγάλη μας περηφάνεια. Η Κρήτη με τις αδιάκοπες επαναστάσεις και η Μακεδονία με τους Μακεδονομάχους. Φεύγανε κρυφά κι από το νησί μας, κι από το ίδιο το χωριό μας, παλληκάρια για τον αγώνα τον Ελληνικό. Κι έρχονταν φωτογραφίες τους, κι έρχονταν κάρτες. Και κει πάνω τους γνωρίζαμε, ντυμένους την όμορφη αντάρτικη στολή, με το χρυσοκεντημένο σκουφάκι, με το μαύρο μεταξωτό πουκάμισο, τα ψηλά στιβάλια. Σταυρωτά τα φυσίγγια στο στήθος, ένα ωραίο όπλο στο χέρι, κι ασημένιες αλυσίδες παντού. Κάποτε θα μεγαλώναμε και μεις. Θα μεγαλώναμε κάποτε.
     Ὁ Κρς, τοῦ Κρητς, τ Κρητ, τν Κρῆτα, ὦ Κρς! Αυτός ο Κρής ήταν ο Κρητικός. Της Κρήτης μας ο Αητός! Και μεις την Κρήτη την ξέραμε απ’ τον Αναγνώστου. Ήτανε τούτη η μεγάλη αμαζόνα, τούτη η ανυπόταχτη ελληνική Γοργόνα της θάλασσας, που κρατούσε όρθια τη ράχη των σκλάβων Ελλήνων, και πολεμούσε για όλους μας. Εκεί άναβε η άσβηστη φωτιά του Γένους, και η ζεστασιά της έφτανε ως εμάς εδώ τους σκλάβους, στα ακρότατα κράσπεδα του Αιγαίου.
     Ο Αναγνώστου έκλεινε τη Γραμματική και μας διηγότανε για την Κρήτη. Για την Κρήτη που δε σύχαζε σαν και μας τους άλλους ραγιάδες μέσα στη νάρκη της εύκολης σκλαβιάς. Που δε χανότανε μέσα στα όνειρα και τις κούφιες λαχτάρες μιας μακρινής, ουρανοκατέβατης λευτεριάς, μόνο σηκωνότανε κάθε λίγο και λιγάκι, ξεκρέμαζε το όπλο από το καρφί και έπιανε τα καταρράχια, για να κερδίσει με το σπαθί της και με το αίμα της αυτή την υπέρτατη χαρά, του ξεσκλαβωμού τη χαρά.
     Και δεν τἄβαζε μόνο με την Τούρκικη Αυτοκρατορία η Κρητική Αμαζόνα. Με ολάκερη την Ευρώπη, με όλο τον κόσμο τἄβαζε, το δίκιο της νἄβρει. Μονάχη της μ’ όλο τον κόσμο. Έτσι σαν το Μαραθώνα και σαν τις Θερμοπύλες. Πολεμούσαν οι άντρες. Άντρες μεγαλοκαμωμένοι σαν το νησί που τους γέννησε. Ψηλοί, με ωραίες χιονισμένες γενειάδες, σαν τα βουνά τους. Με άσπρα στιβάλια ως το γόνατο. Πολεμούσαν τα παιδιά τους. Πολεμούσαν και οι γυναίκες τους, σαν τις γυναίκες του Εικοσιένα.
     Μια τέτοια Κρήτη έβγαινε μέσ’ απ’ τα στρεβλά τριτόκλιτα, και μας συνέπαιρνε το νου με το όραμά της, και μας γέμιζε περηφάνεια κι εμάς τους απόλεμους ραγιάδες, που ήμασταν Έλληνες σαν τους Κρητικούς και σαν τους άντρες του Εικοσιένα και σαν τους ναύτες της Σαλαμίνας. Τώρα όλοι οι Έλληνες, λεύτεροι και υπόδουλοι, είχανε πια την Κρήτη κορόνα τους εθνική, και όλοι καρδιοχτυπούσαν για την Κρήτη και για τη Μακεδονία. Τώρα η καρδιά της Ελλάδας, η καρδιά της Μεγάλης Ιδέας ήτανε πια στην Κρήτη, και από κει έστελνε τους χτύπους στην απέραντη περιφέρεια του Γένους.
     Και ένα πρωί ήρθε διαταγή στο χωριό να κάνουμε συλλαλητήριο για την Κρήτη. Τούρκοι και Χριστιανοί μαζί. Κυριακή ήταν και μαζεύτηκε ο κόσμος στη μικρή πλατεία του χωριού. Μεγάλοι και μικροί. Ένας ξενοφερμένος Τούρκος έβγαλε λόγο. Ήτανε παχύς, κόκκινος, πολύ θυμωμένος. Φούσκωνε και ξεφούσκωνε, και δεν καταλαβαίναμε τι έλεγε. Καταλαβαίναμε μόνο πως ήταν θυμωμένος για την Κρήτη με την Ελλάδα και με την Ευρώπη και, σαν τέλειωσε το λόγο του, φώναξε:
     ― Γκιρίτ βερμέϊζ! Δε δίνομε την Κρήτη!
     Και όλοι οι Τούρκοι φώναξαν:
     ― Γκιρίτ βερμέϊζ!
     Πάλι ο ρήτορας φώναξε στη γλώσσα του:
     ― Όλοι θα πεθάνουμε για την Κρήτη μας!
     Και πάλι όλοι οι Τούρκοι το ξαναφώναξαν με μια φωνή.
     Και μεις οι Χριστιανοί; Κι εμείς το ίδιο κάναμε. Με τον παπα-Κομνηνό, με τον Αναγνώστου, με τους προεστούς επικεφαλής, όλοι μας, μικροί και μεγάλοι, φωνάξαμε με όλη τη δύναμη που είχαμε:
     ― Δεν τη δίνουμε την Κρήτη μας!
     ― Κάλλιο να πεθάνουμε όλοι για την Κρήτη μας!
     Ο Αναγνώστου, ευχαριστημένος, μας έκλεισε το μάτι, γιατί, όταν οι Τούρκοι σώπασαν να φωνάζουν, εμείς εξακολουθούσαμε ακόμα το δικό μας συλλαλητήριο:
     ― Δεν τη δίνουμε την Κρήτη μας!
     ― Κάλλιο να πεθάνουμε όλοι για την Κρήτη μας!
     ― Άφεριμ! Άφεριμ! μας καμάρωνε ο ξενοφερμένος χότζας.
     Έτσι έγινε το συλλαλητήριο για την Κρήτη, και ήταν όλοι ευχαριστημένοι. Τούρκοι και Ρωμιοί.
     Την άλλη μέρα ο Αναγνώστου κλείδωσε πάλι την τζαμόπορτα της τάξης μας, και μας μίλησε για τον αγώνα της Κρήτης και για τον αγώνα της Μακεδονίας, και για τον αγώνα του Γένους, που περιμένει την ώρα του για να ξετιναχτεί σα λιονταρόπουλο, να σπάσει τα σίδερα της φυλακής του και να ορμήσει προς το μεγάλο του το σκοπό, που είναι η Μεγάλη Ιδέα.
     ― Ξέρετε, μας είπε, τι νόημα είχε αυτό που φωνάξατε χτες. «Κάλλιο να πεθάνουμε όλοι για την Κρήτη μας!»
     ― Ξέρουμε, είπαμε όλα τα παιδιά.
     ― Να μην το ξεχάσετε ποτέ.
     ― Δεν θα το ξεχάσουμε ποτέ.
     Έτσι μεγαλώσαμε, όλοι οι υπόδουλοι Έλληνες, με το θρύλο της Κρήτης, που στάθηκε η παρηγοριά μας και στήριζε την πίστη μας όλα τα άσκημα χρόνια που βλέπαμε το ελεύθερο Κράτος να σέρνεται μέσα στην πιο απογοητευτική κομματική κραιπάλη, ανίσχυρο, δίχως μεγάλα πετάγματα, δίχως φαντασία. Όμως η Κρήτη στεκόταν όρθια μπροστά σ’ αυτό το εξευτελισμένο Κράτος, που το φοβέριζε από τη Θεσσαλονίκη ένας Τούρκος χαμάλης, κι από την Πόλη ένας στρατηγός. Και σαν ξεκίνησε ένας πολεμιστής εθνάρχης από κάπου, και έπιασε από το γιακά αυτό το τρομαγμένο κράτος, και το σήκωσε όρθιο στα πόδια του, και το ξετίναξε να ξυπνήσει και να ξανάβρει τον αιώνιον εαυτό του, μας φάνηκε ολότελα φυσικό το ότι ο εθνικός αυτός προφήτης ερχόταν από την Κρήτη και ήτανε Κρητικός. Τώρα πια ξέραμε πως όλη η Ελλάδα θα γίνει Κρήτη, πέρα για πέρα Κρήτη. Είδαμε μέσα στα γαλάζια μάτια του το απόμακρο φέγγος της Μεγάλης Ιδέας να σελαγίζει, και ξέραμε πως κι αυτός ήταν ένα μεμυημένος ένας πιστός. Τώρα όλη η Ελλάδα αληθινά έγινε Κρήτη. Τώρα είχαμε μεγαλώσει, ήμασταν πια έφηβοι. Και όλοι είπαμε: «Κάλλιο να πεθάνουμε για την Κρήτη!» Και πήγαμε κάτω από τις σημαίες του. Έτσι έγινε το θάμα του ’12 και του ’13…
 
(Απόσπασμα από το κείμενο «Το σύμβολο της Κρήτης», που είναι το πρώτο του βιβλίου «Απ’ την Ελλάδα», Εκδόσεις «Εστία», Αθήνα 1956, σελ. 11-17)
 
*******
                                 
Πέπη Δαράκη (1906-2006)

1912 ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΤΗΣ ΛΕΣΒΟΥ
 
     clip_image001[1]ρθαν οι «Έλληνοι»...ιιι…!
     Τούτη τη χαρούμενη κραυγή την αντιλάλησαν, εκείνο το φθινόπωρο, 8 του Νοέμβρη του 1912, τα βουνά της Λέσβου, το ένα στο άλλο, ο Όλυμπος στο Λεπέτυμνο, το Ψηλοκούδουνο στο Ροδίτη. Και ξαφνικά, τα βυθισμένα στα σκοτάδια της σκλαβιάς λεσβιακά χωριά βγήκανε από τη νάρκη τους και τα καλντερίμια τους γεμίσανε ανθρώπους. Άντρες, γυναίκες και παιδιά τρέχανε να μάθουν και να δουν. Να δουν τους «Έλληνοι», που ήρθανε να τους φέρουνε τη λευτεριά. Η καρδιά του νησιού εκείνο το λεσβιακό φθινόπωρο, του 1912, σκιρτούσε χαρούμενα. Ο βροντερός βηματισμός της ελληνικής στρατιωτικής αρβύλας σπίθιζε, με τα καρφιά της το λιθόστρωτο σοκάκι.
     Οι γυναίκες απαρατήσανε τις δουλειές του νοικοκυριού και ξαμοληθήκανε, πρώτες αυτές, στο δρόμο της αγοράς, όπως ήταν και βρίσκονταν, με τα μανίκια ανασηκωμένα, τα φακιόλια φευγάτα απ’ το κεφάλι ν’ ανεμίζουνε ριγμένα στους ώμους. Την ιστορική κείνη στιγμή, που η λευτεριά πατούσε το πόδι της στο σκλαβωμένο νησί, τα παμπάλαια έθιμα, «να μην περνάει γυναίκα από την αγορά, όπου κάθονταν οι άντρες» καταπατιούνταν με έναν τρόπο αντάρτικο κι επαναστατικό.
     Και ξαναπήγανε οι γυναίκες στα σπίτια τους και ξαναγυρίσανε, μονοστιγμής, με τα χέρια γεμάτα φαγώσιμα και καλούδια για τους ελευθερωτές, ψωμιά και πίτες να καίνε ακόμα, βίαια αρπαγμένες από τους αναμμένους φούρνους. Πόσα και πόσα ανανογιούνται οι παλιοί, κι ανιστορούνε τα κιτάπια, για κείνη την αξέχαστη μέρα του λυτρωμού, για κείνο το αυθόρμητο λαϊκό πανηγύρι του πάνδημου γιορτασμού, που ήρθαν «οι Έλληνοι» και λευτέρωσαν το νησί που χρόνους τετρακόσιους πενήντα ήταν σκλαβωμένο στην Τουρκία.
     Αλλά, να, που το παιδί του σκλαβωμένου, ωστόσο, νησιού, ο Θεοδόσης μας, καθώς κοίταζε λέει μ’ ολάνοιχτα από την έκπληξη μάτια τον ελευθερωτή ελληνικό στρατό, αναστέναξε πικραμένα:
     ― Ω! Τι μικροί και ζαρωμένοι που είναι οι «Έλληνοι»!...
     ― Και τι ’θελες, ρε, να ’ναι; Τίποτα ντερέκια, φουστανελάδες, «αρματωλοί», με μπροστάρη τον Μεγαλέξανδρο;…
     Του είπε το άλλο, το μεγαλύτερο παιδί, ο Παναγιώτης μας, που η κρίση του αυτουνού είχε αρχίσει να ωριμάζει. Αλλά και τι παραπάνω να του ’λεγε του μικρού αδερφού, πως ο λαός κατσιάζει, όταν ζει τόσους αιώνες στη σκλαβιά, στην καταπίεση, στον τρόμο, στην εκμετάλλευση από διπλούς δυνάστες, ντόπιους και ξένους;
 
(Από το βιβλίο «Ταξίδι μνήμης και ονείρου», Εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα 1998, σελ. 27-28)
 
*******
 
Στράτης Μυριβήλης (1892 - 1969)

ΤΟ ΛΟΥΛΟΥΔΙ ΤΗΣ ΦΩΤΙΑΣ

   clip_image001[1]εν ήτανε δυο χρόνια που είχαμε αφήσει τα θρανία στο σκλαβωμένο μας νησί, κι ακόμα μέσα στην καρδιά μας αντιλαλούσε η φωνή του δασκάλου μας του Αναγνώστου, που κλείδωνε την πόρτα της παράδοσης, μην πλακώσει ξαφνικά κανένας επιθεωρητής του καταχτητή. Κλείδωνε την πόρτα κι εμείς κλείναμε τα βιβλία, ακουμπούσαμε μέσα στις παλάμες το πρόσωπο και περιμέναμε με χτυποκάρδι το άλλο μάθημα, το μόνο που μας φλόγιζε. Να μας μιλήσει για την Ελλάδα. Μέσα στο πλατύ νόημά της χωρούσαν όλα τα μεγάλα ιδανικά. Τότες ο Αναγνώστου ξεχνούσε την καθαρεύουσα και το συνταχτικό και άρχιζε να μας μιλά με τη ζεστή γλώσσα της καρδιάς. Πως είμαστε από μεγάλο Γένος, το Γένος το βασιλικό. Πως καρτερούμε τετρακόσια χρόνια τη μέρα της «Μεγάλης Ιδέας». Αυτή θἄταν κάτι τρομαχτικό και μεγαλόπρεπο σαν τη μέρα της Δευτέρας Παρουσίας. Θα άδραχνε τα όπλα το Έθνος, θα τσάκιζε τον Τούρκο και θἄμαστε πάλι, όλοι οι Έλληνες, ελεύτεροι και δοξασμένοι σαν τους προγόνους μας. Όλοι. Κείνη τη μέρα θα σήμαιναν οι καμπάνες του τραγουδιού, όλα τα σήμαντρα της Αγιά Σοφιάς, την Ανάσταση της Φυλής. Ακούγαμε τη ζεστή φωνή του να μας ξετυλίγει αυτό το θάμα, και τα λόγια του τα ρουφούσε η ψυχή μας, όπως τη δροσερή νεροποντή η διψασμένη γης. Δεν ερχότανε πια από την έδρα τούτη η φωνή. Από πολύ μακριά ερχόταν και σφίγγαμε τα χείλη να μην τρέμουν από λαχτάρα. «τε, παδες λλήνων!», «Τν δ Πόλιν ο σο δίδομεν!», «Πάλι με χρόνια, με καιρούς…», «Καλύτερα μιας ώρας ελεύθερη ζωή», «Χαίρε, ω χαίρε, λευτεριά!». Και στο τέλος ένας σίφουνας μας περιάρπαζε, σηκωνόμασταν όρθιοι μέσα στα θρανία και τραγουδούσαμε το τραγούδι του Σολωμού με λυγμούς.
     ― Σιγότερα, έλεγε ο Δάσκαλος του Γένους και κοίταζε έξω από το τζάμι. Κι εμείς πασχίζαμε να χαμηλώσουμε τις φωνές. Τραγουδούσαμε κι έτρεχαν τα μάτια μας, κι απόμακρα, από την τουρκεμένη Πόλη, ακούγαμε νἄρχουνται οι ανατριχιαστικοί ήχοι από τις καμπάνες του τραγουδιού. Χιλιάδες καμπάνες και σήμαντρα, χιλιάδες τύμπανα, που βογγούσαν και έκαναν τον αέρα ν’ αναστενάζει και να τρέμει.
     ― Θἄρθει η μέρα της Ανάστασης, έλεγε ο Αναγνώστου και κοίταζε μακριά το Αιγαίο κατά την Ανατολή. Εμείς μπορεί να μην προφτάσουμε να ψάλουμε το «Χριστός Ανέστη». Εσείς όμως θα τη ζήσετε και θα τη χαρείτε. Για σας την ετοιμάζουμε όλοι εμείς οι γέροι, ετούτα τα τετρακόσια χρόνια!
     Έτσι θέριευε μέσα μας η Ιδέα της Ελλάδας και της λευτεριάς. Τώρα δεν είμαι πια είκοσι χρονώ. Ο Θεός μου ’δωσε αγόρια και κοπέλες σ’ αυτή την ηλικία. Όμως η φωνή του Αναγνώστου δεν έσβησε μέσα στο ηχείο της ψυχής μου. Ολοένα την ακούγω νἄρχεται από τους τάφους του μικρού θαλασσινού νεκροταφείου του χωριού μας, όπου κοιμάται ο Αναγνώστου. Σιγανή, επίμονη, μεθυστική. Και μαζί της σμίγει πάντα ο απόηχος από τις καμπάνες του Γένους, πότε χαρμόσυνα, πότε παραπονετικά. Από τις χιλιάδες καμπάνες και τα σήμαντρα. Τότες μια χαρούμενη απορία γεμίζει το νου μου: μήπως αυτό σημαίνει πως δεν πέθανε ακόμα μέσα μου κείνο το παιδί;
     Σαν λευτερώθηκε το νησί μας, έγινε μια δοξολογία κάτω από τους αρχαίους πρίνους, που ισκιώνουν το νεκροταφείο του χωριού. Ο Αναγνώστου, ο πατέρας μου και όλοι οι γέροι της γενιάς τους, μαζί με τις γυναίκες και τα παιδιά, συνάχτηκαν πάνω στους τάφους και έξω από το Κοιμητήρι, όπου ζαχαρωμένα χωνεύουν από αιώνες τα κόκαλα των παππούδων. Ήρθαν με τα χρυσά λάβαρα της εκκλησίας και με τα ξαφτέρουγα, ήρθαν με τις σημαίες. Έψαλαν το «Χριστός Ανέστη», χαιρετιόνταν με το «Χριστός Ανέστη». Κατόπι γονάτισαν, χτύπησαν με την παλάμη το χορταριασμένο χώμα των τάφων και φώναξαν τρεις φορές:
     ― Ακούστε οι πεθαμένοι! Ήρθε η Ελλάδα στο νησί!
     ― Ήρθε η Ελλάδα στο νησί!
     ― Ήρθε η Ελλάδα στο νησί!
     Έκλαιγαν και το φώναζαν, και το καμπανάκι του νεκροταφείου, κρεμασμένο από τον πιο αντρειωμένο πρίνο, φώναζε κι αυτό με την ψιλή φωνίτσα του:
     ― Ήρθε η Ελλάδα στο νησί!
     Έτριξαν τα ζαχαρωμένα παλιά κόκαλα των παππούδων μέσα στο Κοιμητήρι που χώνευαν.
      
(Απόσπασμα από το διήγημα “Το λουλούδι της φωτιάς”, πρώτο στη συλλογή διηγημάτων του Στράτη Μυριβήλη «Το κόκκινο βιβλίο», Εκδόσεις «Εστία», Αθήνα 2009, σελ. 10-12.)



Χατζηγιαννιού Χρυσούλα

Στη Λευτεριά της Λέσβου  

Ω Λευτεριά.
Μέτοχος εκλεκτή των μακαρίων!
Λαμπρής ημέρας άγγελος περιχαρής.
Με σήμαντρα σε χαιρετούν οι λόφοι των Αγίων
και επί σε αγάλλεται η νήσος των ηλίων
η πατρίς μου, η Αιολίς.

Ω Λέσβος! Βορεινή σαγήνη των Μουσών
που κινώντας απ’ τα ιερά μέλαθρα του Δία
με τη Σαπφώ την αρμονία, τραγούδησαν
τα ηλιοβλέφαρα στα περιβόλια σου
και του βραδιού τη μοσκοβόλια σου
στα κάνιστρα των δειλινών…

Ω συ, της Αιολίδας καύχημα πανάρχαιο.
Του γλαφυρού της κόρφου, ίσκιος ηγεμονικός.
Βάρβιτος πλεούμενη στου Αιγαίου τον τράχηλο
που φτερωτός ταξίδευε τις μελωδίες σου
κι αναρριγούσε στις θωπείες σου
ο Ζέφυρος ο θρακικός.

Βαρύς ο ίσκιος των ωραίων και δύσκολος.
Κι η βάσανος των ημερών σου, πλήθος.
Πικρές αγέλες συμφοράς μαύρην εσπέρα
καθρεφτίσαν τα ύδατά σου.
Αιώνες ακλάβα περιπαίξαν τα όνειρά σου
μα πάνω τους εστράφη ο λίθος.

Το αίμα των παιδιών σου αυλάκωσε η γης
αντάξιο τίμημα της πλούσιας ξαγοράς σου.
Με της πληγής το τρίσβαθο μετρήθηκε η καρδιά σου.
Κι ιδού. Τινάχτηκε σα φως της αστραπής
τα γνέφια σου ξεσκώντας της ντροπής
η Λευτεριά σου.

Κι ω δάφνες. Κόψτε κλώνια νιόβγαλτα. Στεφά-
νια πλέξτε, κόρες, κρινοδάχτυλες. Τα όρη γο-
νατήστε. Ο Αβέρωφ σχίζει τα ζαφείρια
τα νερά. Άγγελοι φτερουγούν με τη ρομφαία στα δεξιά.
Ω τάφοι, ανθίστε.

Ανθίστε δίφροι των κυμάτων τέθριπποι.
Στη δοξασμένη αρμάδα, ανέμοι, γρηγορείτε.
Δε σε χωρούν οι αγκαλιές μας, Λευτεριά!
Ανοίξτε, κάμποι, να χωρέστε τη στεριά.
Παίδες Ελλήνων, ίτε.

Βογκούν τα νέφη. Πυρωμένο το σπαθί
της μαύρης συμφοράς χτυπάει τη φρίκη.
Πορφύρα περιβάλλεται η νιότη σου η ξανθή
η ματωμένη πέτρα σου τινάζεται κι ανθεί
στα όπλα η Νίκη.
………………………..

Δάκρυα, μη σταλάξετε, στους τάφους των γενναίων.
Σιγούν εδώ οι ελεγείες.
Τον έπαινο τον πρέποντα αντιλαλούν
οι ευθύαυλοι. Κι οι κάλαμοι οι άρρενες
που γράφουν ιστορίες.

Ω Λευτερια!
Δεν είσαι πέλαγο να σε τρυγούν οι ανέμοι.
Μήδ’ άστρο. Μια να σε θωρούν και μια να
σιγοτρέμει. Ατόφια, πλούσια, ατρύγητη
κινάς και πας και πας στα μεσουράνια.
Τα σπλάχνα μας θεριεύεις και τα σύμπαντα χωρείς
από τις σπάνιες σπάνια.

Ήρθες.
Και πλημμυρίσαν με χρυσάφια οι ρύακες.
Κι ανάστα, η γη μας, χίλιες Άνοιξες φορεί.
Θάμα στο θάμα, ο λογισμός μας ο Έλλην
αστράφτει παιανίζοντας και τρέμει ως θωρεί.
Και συ, τρισεύγενη του νου μας πρωτοκόρη
πορεύεσαι στον κάμπο
και λικνίζονται τα όρη.

(Από την ποιητική συλλογή «Βορεινά παράθυρα», Μυτιλήνη 1982, σελ. 10-12) 




Σάββα Κλειώ

ΤΟ ΔΕΝΤΡΙ ΤΗΣ ΥΠΟΜΟΝΗΣ
(ΔΙΗΓΗΜΑ)

     Θυμάμαι κείνα τα χρόνια, το περιβόλι του σπιτιού μας να το σκιάζει ένα δέντρο, που είχε το παράξενο όνομα Υπομονή. Ένα γέρικο δέντρο τότε πια με γυρτό γκρίζο κορμό, που τα κλωνάρια του έπεφταν από το ένα μέρος και σκέπαζαν τις κεραμιδένιες γλάστρες, που αραδιασμένες πάνω στην πέτρινη πεζούλα άδικα προσπαθούσαν να δείξουν τις κατακόκκινες μελόχες τους και τα παρδαλά σκουλαρίκια. Ωστόσο το χειμώνα στολιζότανε κι αυτό από ένα πλήθος μικροσκοπικά κοκκινωπά μπουμπούκια ανάμεσα στα μικρά καταπράσινα φύλλα.
     Εκεί λοιπόν από κάτω, μικρή έπαιζα τις κούκλες μου και μεγάλη κεντούσα και διάβαζα.
     ― «Έτσι κι εμείς…», μου έλεγε η γιαγιά, «στα παλιά τα χρόνια, τότε που ήμουν κι εγώ κοπέλα, απλώναμε στον ίσκιο της μια καρπέτα, βάζαμε και το σοφρά στη μέση και όλες μαζί παστρεύαμε το σιτάρι. Ό,τι μας το είχαν φέρει από το θέρος και κατρακυλούσε καθάριο κεχριμπάρι μέσα στις σακούλες, έτοιμο πια για το μύλο… Τι όμορφα που ήταν και τότε τα τζιτζίκια! Είχαν τρελό αδιάκοπο γλέντι, κολλημένα στις μυγδαλιές. Κι οι δεκοχτούρες, τα πουλιά του καλοκαιριού, διαλαλούσαν τη χαρά τους, πετώντας από κλαδί σε κλαδί. Κι εγώ σήκωνα τα μάτια μου και καμάρωνα το δεντράκι που μας δρόσιζε στην κάψα του μεσημεριού. Τότε μόλις άρχιζε να μεστώνει λυγερό και καταπράσινο, σαν πρωτόβγαλτη κοπελούδα. Και το καμάρωνα και τ’ αγαπούσα, γιατί εγώ με τα ίδια μου τα χέρια το είχα φυτέψει…»
     ― «Αλήθεια, γιαγιά» ‒ έλεγα εγώ ‒ «πες μου πάλι την ιστορία της “Υπομονής”...»
     Και η γιαγιά, που μικρή δεν μου χαλούσε ποτές το χατίρι και δεν βαριόταν να μου διηγιέται παλιές ιστορίες και παραμύθια, άρχιζε να λέει…
     ― «Ναι! Το θυμάμαι σαν και νἄταν χτες… αχ, κι ας πέρασε μισός αιώνας από τότε. Δεν θἄμουν πάνω από δώδεκα χρονώ, γιατί ακόμα τις πλεξούδες μου δεν τις είχα σηκώσει σε κότσο, μα κρέμονταν στα πλάγια μου γυαλιστερές και κατάμαυρες. Φορούσα και κοντά φουστάνια, ακόμα με φραμπαλάδες και τραχηλιές. Ό,τι άρχισα να μαθαίνω πάνω στο τελάρο τη μετρητή, κι η μάνα μου ξεχώριζε τα μετάξια που θα κεντήσω και μοὔδειχνε και τη βελόνα. Τα έπαιρνα λοιπόν κι έτρεχα να καθίσω στο παραθύρι, να κεντήσω πάνω… Τρεις βελονιές στο τελάρο και δέκα κρυφές ματιές έξω στο δρόμο. Μη γελάς, κόρη μου, αυτό ήταν τότε και το δικό μας σεργιάνι. Δεν ήταν σαν και τώρα λευτεριά. Το νησί μας ήταν ακόμα στη μαύρη σκλαβιά κι οι κοπέλες, όσο μικρές κι αν ήταν, κάθονταν κρυμμένες πίσω από το παραθύρι και, όταν ερχόταν το «κιντί» το απόγεμα, άκουγαν το χότζα, που υμνούσε πάνω στο μιναρέ τον Αλλαάχ του κι η καρδιά μας γιόμιζε καημούς και φόβο.
     » Ύστερα κοιτούσαμε και στο κονάκι ψηλά να κυματίζει η κόκκινη σημαία τους. Πόσο λαχταρούσαμε κι εμείς να ξεδιπλώσουμε τη δική μας τη γαλανή, που αιώνες τώρα κρύβαμε μέσα βαθιά στα μπαούλα μας από γενιά σε γενιά, τη ξανακαινουργιώναμε, για νἄναι καινούργια τη μέρα που θα τη ξεδιπλώναμε, να σμίξει με το χρώμα τ’ ουρανού και του αγέρα.
     » Τη λαχταρούσαμε τη μέρα αυτή και την καρτερούσαμε κι εμείς τα παιδιά, που τ’ ακούγαμε από τους μεγάλους και την προσμέναμε καλύτερα και από τη Λαμπρή. Όλη η κάτω Ελλάδα είχε ξελευτερωθεί. Μονάχα από το βοριά και μερικά νησιά είχαμε απομείνει ακόμα στη σκλαβιά…
     ― "Υπομονή! υπομονή", έλεγαν οι γεροντότεροι καθισμένοι γύρω στα μαγκάλια, ανάβοντας το χοντρό τους τσιμπούκι, κι απ’ έξω ακουγόνταν τα βήματα του ζαπτιέ, να περνά με το γερό του ραβδί έξω από τις πόρτες μας και να χτυπά βαριά πάνω στο πέτρινο καλντερίμι. Και οι μανάδες μας κουνούσαν καρτερικά τα κεφάλια τους, γνέθοντας στο λιγοστό φως του λυχναριού ή πλέκοντας πλατιούς ατραντέδες. Θἄρθει και για μας ποτές αυτή η μέρα;
     » Έτσι λοιπόν κείνο το μεσημέρι καθόμουν στο παραθύρι και κεντούσα και έριχνα και κλεφτές ματιές στο δρόμο. Να! και βλέπω τη θεια-Νερατζούδα, μια τετραπέρατη γριά, πρώτη και καλύτερη για προξενιές, να περνά κουνιστή - κουνιστή, κρατώντας πάνω σ’ ένα μεγάλο ασημένιο δίσκο τ’ αρραβωνιάσματα της Πλουμής, της θυγατέρας του καπετάνιου, που είχε αρραβωνιαστεί με ένα παληκάρι του απάνω μαχαλά.
     » Ήταν ο δίσκος με τ’ αμυγδαλωτά και τα σερμπέτια και τα μεταξωτά μαντήλια και γύρω-γύρω στολισμένος με κάτι μικρά κλωναράκια με πράσινα πλατιά φύλλα κατάφορτα με κόκκινα μπομπούκια.
     » Μου χτύπησαν ευθύς στο μάτι κι έτρεξα χαρούμενη στο δρόμο να δω τ’ αρραβωνιάσματα, μα πιότερο τα όμορφα κλωναράκια…
     ― "Και στα δικά σου, και στα δικά σου", μου λέει γελαστή η θεια-Νερατζούδα.
     ― "Ευχαριστώ, μα τι όμορφα λουλουδάκια, πώς τα λένε;". Ο Θεός συγχωρέστηνε την καημένη, θαρρείς και την ακούω τώρα…
     ― "Δέντρο είναι, κόρη μου, και το λένε “Υπομονή”. Μας τα έφερε ο καπετάνιος από το ταξίδι του έτσι ανθισμένα κλωνάρια". Κι ύστερα σκύβει και μου λέει κρυφά στ’ αυτί: "Είναι από τη λεύτερη πατρίδα μας και ο Θεός να δώσει να μας φέρει και τη λευτεριά…"
     » Το πήρα δακρυσμένη και το έφερα ευλαβικά στα χείλια μου κι ύστερα με αυτό στόλισα τα μαλλιά μου. Έτρεξα και κοιτάχτηκα στον καθρέφτη. Τι όμορφο που καθόταν με τα κατακόκκινά του τα κομπάκια στα μαύρα μου τα μαλλιά!
     » Τη μέρα λοιπόν στόλιζα τα μαλλιά μου και το βράδυ το έβαζα σ’ ένα ποτηράκι με νερό, για να μην μαραίνεται. Και μια μέρα που πήγα να το πάρω από το ποτηράκι, είδα ξαφνιασμένη πως το κλωναράκι μου είχε πετάξει μικρές ρίζες από κάτω. Και τότε πήρα την απόφαση: Θα το φυτέψω και θα γίνει κι αυτό δεντράκι. Η μάνα μου τα έχασε η καημένη.
     ― "Είσαι με τα καλά σου, κόρη μου, είναι μαθές δυνατό να πιάσει αυτό;"
     ― "Θα πιάσει, να δεις πως θα πιάσει", είπα εγώ και πήγα σε μιαν άκρια της αυλής μας και το φύτεψα. Τὄχα πάρει πια στο φιλότιμό μου να γίνει. Το πότιζα, τοὔριχνα κοπριά, το σκέπαζα τα χειμωνιάτικα βράδια να μην παγώσει και, όσο έβλεπα πως δεν χαλούσε, τόσο οι προσπάθειές μου γινόντανε μεγαλύτερες.
     » Ώσπου σιγά-σιγά το είδα να πετά βλασταράκια. Έτσι μεγάλωνα εγώ, μεγάλωνε και η “Υπομονή” μου…»     
***
     Σ’ αυτό το σημείο την έκοβα πάντα εγώ.
     ― «Καλέ γιαγιά, πώς γίνεται αυτό; Ένα τόσο μικρό κλωναράκι, που στόλιζες τα μαλλιά σου, να γίνει ένα τόσο μεγάλο δέντρο;»
     ― «Γίνεται, παιδί μου, γίνεται, να! όπως τ’ όνομά του, με την υπομονή και τη θέληση…
     » Όταν έγινα δεκαπέντε χρονώ, εξακολούθησε η γιαγιά μου, είμαστε ίσια-ίσια στο μπόι, μα από ’κει και πέρα κείνο με άφησε κι όλο ανέβαινε και πιο ψηλά. Μαζί μεγαλώσαμε και μαζί γεράσαμε. Αχ, έτσι σαν το δικό μου κορμί, που κύρτωσε από τους καημούς και τα γηρατειά, έγειρε και το δικό του στη γη, θαρρείς να ξαποστάσει…
     » Όμως τι όμορφο δέντρο που ήταν στα νιάτα του και τι δροσιά που μας έδινε το καλοκαίρι! Εκεί από κάτω στον ίσκιο του κάναμε όλες μας τις δουλειές. Ποιος γάμος δεν γινόταν και δεν έστελνα πανέρια κλωνάρια ανθισμένα και ποιες γιορτές! Άφησε που δεν έμεινε σπίτι να μην πάρει να φυτέψει… Μ’ αυτό νεκροστόλισα τη μάνα μου και τον κύρη μου και ύστερα τον άντρα μου. Σ’ όλες τις χαρές και σ’ όλες τις λύπες, μας συντρόφευε.
     » Μα πιο πολύ, η καλύτερη μέρα που το καμάρωσα ήταν η μέρα της λευτεριάς. Νοέμβρης… κι αυτό ό,τι άρχισε να μπουμπουκιάζει, όταν φάνηκαν τα καράβια μας στο πέλαγος… Τι χαρά και τι καρδιοχτύπι ήταν εκείνο!
     » Ήρθε η ώρα πια να ξεδιπλώσουμε κι εμείς τη σημαία μας και να τη στήσουμε πάνω στο κοντάρι, που αιώνες διπλωμένη καρτερούσε…
     » Τότε κι εγώ κατεβαίνω στην αυλή μας, κόβω ολόκληρες αγκαλιές “Υπομονή”, τις κάνω στεφάνια και τις στέλνω κάτω στο γιαλό στα ναυτόπουλά μας. Ύστερα, όταν ανέβηκαν και στο χωριό, τους είδαμε και από κοντά. Περήφανα, λιοκαμένα, με το τιμημένο σπαθί στο πλευρό τους. Μας έφεραν τη λευτεριά. Τα μάτια τους έλαμπαν.
     » Παίρνω ένα μικρό κλωναράκι “Υπομονής”, τόσο όσο μια φορά μου το είχε δώσει η θεια-Νερατζούδα, και τους λέω: “Το βλέπετε; Αυτό το ασήμαντο λουλουδάκι μια φορά κι έναν καιρό τόσο μικρό το έβαλα μέσα στη γης, και μεγάλωσε και θέριεψε κι έγινε δέντρο ολάκερο. Έτσι τόσο μικρός φύτρωσε και στην καρδιά μας ο σπόρος της ελπίδας και της απαντοχής, που κρυφός βαθιά εκεί μεγάλωνε και ακαρτερούσε, ώσπου μπουμπούκιασε και μας έφερε τη λευτεριά και τη Νίκη.”»
     Πάντα έτσι η γιαγιά μου τέλειωνε τ’ αληθινό της το παραμύθι, και τα μάτια της ήταν γεμάτα δάκρυα…
     Σήμερα στο περιβόλι του σπιτιού μας δεν απόμεινε ούτε ένα παρακλάδι από την παλιά εκείνη “Υπομονή”. Ξεράθηκε ακριβώς το χρόνο που πέθανε η γιαγιά μου…
_____________________
Σημειώσεις:
1. Το κείμενο θα μεταφερθεί σε παλαιότερη ανάρτησή μας (13-4-2013), με τίτλο «ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΛΕΣΒΟΥ-12 Κείμενα για το 1912».
2. Το διήγημα είναι δημοσιευμένο στο περιοδικό του αείμνηστου Γιώργου Βαλέτα «ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ» (1971, σελ. 414-416), που συνεχίζει μέχρι σήμερα την έκδοσή του ο γιος του Κώστας Βαλέτας.
3. Η Κλειώ Σάββα γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Μήθυμνα, αργότερα ζει στη Λιβαδειά. Το 1976 δημοσίευσε βιβλίο με τίτλο «Στο θαλασσοχώρι εκεί». Διηγήματά της έχουν δημοσιευτεί στα περιοδικά «Ελληνική Δημιουργία» του Σπύρου Μελά και «Αιολικά Γράμματα» του Βαλέτα.
4. Αναζητήσαμε δέντρο με όνομα «Υπομονή», που ονομάζεται έτσι ίσως γιατί αργεί να ανθίσει. Βρήκαμε α) Δένδρο «Portulacaria afra» ή «Elephant bush», που ευδοκιμεί στην Κύπρο και φτάνει μέχρι 4 μέτρα και φωτογραφίες με ροζ όμως λουλούδια στις παρακάτω διευθύνσεις: http://strovoliotis.wordpress.com/2009/06/12/    και    http://www.politis-news.com/cgibin/hweb?-A=205410&-V=photos
β) Φυτό «Υπομονή» ή «Κάκτος των Χριστουγέννων» ή «Επίφυλλο» (Epiphyllum oxypetalum) ή «Φυλλόκακτος» στη διεύθυνση: http://www.valentine.gr/Schlumbergera_gr.php                                                  (Πατήστε Ctrl+κλικ, για άνοιγμα υπερσυνδέσεων)
          
 Φωτ. 1: Δέντρο "Υπομονή" (Portucaria afra)                           Φωτ. 2: Φυτό "Υπομονή" ή "Κάκτος Χριστουγέννων"


5. Το παρακάτω λεσβιακό δίστιχο από το βιβλίο της Πόπης Χατζόγλου -Μπλάνη «Τραγούδια από την παράδοση της Λέσβου» (έκδοση Εταιρείας Αιολικών Μελετών, Μυτιλήνη 2005, σελ. 234), επιβεβαιώνει την ύπαρξη δέντρου με όνομα υπομονή στη Λέσβο:

'Λάτε να τραγουδήσουμε με τα χελιδονάκια, 
στο δέντρο της υπομονής να πάνε τα φαρμάκια.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου