Κυριακή, 7 Απριλίου 2013

ΠΑΡΑΜΥΘΙ - ΤΟ ΠΙΟ ΓΛΥΚΟ ΨΩΜΙ

ΛΑЇΚΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ
clip_image002[4]            Το πιο γλυκό ψωμί        
                                                                                                                    
     Κάποτε ήταν ένας πλούσιος βασιλιάς, πολύ πλούσιος, που ό,τι επιθυμούσε η καρδιά του το ’χε. Όλα τα είχε, και τον έλεγαν ευτυχισμένο, ώσπου έπαθε μια παράξενη ανορεξιά και δεν είχε όρεξη να βάλει τίποτα στο στόμα του. Σιγά - σιγά αδυνάτιζε, κι άρχισε να γίνεται γκρινιάρης και παράξενος. Πολλοί γιατροί επήγαιναν και τον έβλεπαν, μα τα γιατρικά τους τίποτα δεν μπορούσαν να του κάμουν. Η ανορεξιά του βασιλιά όλο και κρατούσε, κι εκείνος έρεβε μέρα με την ημέρα. Τίποτα δε λιμπιζόταν να φάει. ούτε «του πουλιού το γάλα», που λέει ο λόγος.
     Οπού κάποια μέρα, έτυχε να περνάει από το παλάτι του ένας ασπρομάλλης γέροντας φτωχός, που ήτανε όμως σοφός κι ήξερε από γιατρικά. Του είπανε λοιπόν για το βασιλιά, κι ανέβηκε να τον δει. «Μήπως κουράζεσαι, βασιλιά μου;», τον ρώτησε. «Τι λες, γιατρέ μου», του λέει ο βασιλιάς. «Όλη μέρα ξαπλωμένος απάνου στο θρόνο μου, ούτε το μικρό μου δαχτυλάκι δεν κουνώ». «Μήπως έχεις έγνοιες και σκοτούρες για το λαό σου;» «Όχι, κάθε άλλο. Εγώ ζω ξέγνοιαστος, και καρφάκι δε μου καίεται για κανέναν!» «Μήπως επιθύμησες ποτέ σου κάτι και δεν μπόρεσες να το ’χεις;» «Ούτε κι αυτό! Βασιλιάς είμαι, κι ό,τι γυρέψω, το βλέπω μπροστά μου!...».
     Σκέφτηκε, σκέφτηκε λίγο ο γέροντας, ύστερα γυρίζει και λέει του βασιλιά: «Άκουσε, βασιλιά μου: Καθώς βλέπω, δεν έχεις τίποτα σοβαρό. Εκείνο που φταίει και δεν έχεις όρεξη να τρως, είναι το ψωμί που σου δίνουν στο παλάτι! Να διατάξεις να σου φέρουν να φας το πιο γλυκό ψωμί του κόσμου. Αν μπορέσεις να το ’χεις αυτό, τότε θα γιατρευτείς!».
     Από την ίδια μέρα ο βασιλιάς έδωσε διαταγή στους φουρναραίους του παλατιού να ζυμώσουν και να του ψήσουν «το πιο γλυκό ψωμί του κόσμου!». Έπεσαν με τα μούτρα στη δουλειά οι ψωμάδες σ’ όλο το βασίλειο, ποιος θα κάμει στο βασιλιά το πιο γλυκό ψωμί! Ζύμωσαν με ζάχαρη κι ανθόγαλα κάθε λογής ψωμιά και του τα ’φερναν στο παλάτι να τα δοκιμάσει. Μα κανένα απ’ όλα εκείνα τα ψωμιά δεν άνοιγε την όρεξη στο βασιλιά. Ούτε κι ήθελε να τα φάει. Το ’να του μύριζε, τ’ άλλο του βρωμούσε. Ώσπου μια μέρα, έξω φρενών ο βασιλιάς, έστειλε ανθρώπους του να πάνε να βρούνε το γέροντα και να τον ξαναφέρουνε μπροστά του. Έτσι λοιπόν κι έγινε.
     «Θα σε κρεμάσω, που με ξεγέλασες!», του φώναξε ο βασιλιάς μόλις τον είδε. «Γιατί, βασιλιά μου;», τον ρώτησε ο γέροντας. «Γιατί το γλυκό ψωμί, που είπες να μου φτιάξουνε να φάω, δε μου έκαμε τίποτα!» «Μπα;», έκαμε ο γέροντας. «Φαίνεται πως το ψωμί που σου ζύμωσαν δεν ήταν τόσο γλυκό όσο έπρεπε!» Ο βασιλιάς ήταν πάλι έτοιμος ν’ αγριέψει, μα είδε το γέρο που κάτι συλλογιζότανε, και περίμενε.
     «Άκουσε, βασιλιά μου», του λέει ο γέροντας ύστερ’ από λίγο. «Αν θέλεις να δοκιμάσεις στ’ αληθινά το ψωμί που θα σε γιατρέψει, πρέπει να ’ρθεις μαζί μου για τρεις μέρες μονάχα και να κάνεις ό,τι σου λέω. Αν δε γίνεις καλά, είσαι ελεύτερος να μου πάρεις το κεφάλι!»

     Κι ο βασιλιάς, παιδί μου, θέλοντας και μη, δέχτηκε να πάει μαζί με τον παράξενο γέροντα, εκεί που του ’λεγε. Φόρεσε κι αυτός φτωχικά ρούχα, ποδέθηκε παλιοπάπουτσα, πήρε κι ένα μπαστούνι στα χέρια του κι έφυγε κρυφά από το παλάτι, μακριά, κι επήγανε στον κάμπο, εκεί που καθόταν ο γέροντας, σε μια καλύβα, μέσα σ’ ένα χωράφι σπαρμένο.
     Ξημερώνοντας, έδωκε ο γέροντας στο βασιλιά ένα δρεπάνι και του λέει: «Έλα να θερίσουμε!». Έπιασε ο βασιλιάς και θέριζε μες στο λιοπύρι ολάκερη μέρα. Έκαμε καμιά σαρανταριά δεμάτια στάχυα. Ήρθε το βράδυ, πέσανε ξεροί να κοιμηθούνε. Ούτε φαΐ όλη μέρα, ούτε τίποτα. Έμενε, βλέπεις, κι ο γέροντας νηστικός.
     Την άλλη μέρα, πρωί - πρωί, ξύπνησε ο γέροντας το βασιλιά και του λέει: «Σήκω τώρα, να πάρουμε όλ’ αυτά τα δεμάτια, να τα πάμε στ’ αλώνι να τ’ αλωνίσουμε!». Κουβάλησε στην πλάτη του ο βασιλιάς περισσότερα από τα μισά, κι ύστερα όλη μέρα, γκαπ γκουπ, τα κοπάνιζε με το δάρτη, ώσπου κάμανε το στάρι σωρό, τ’ ανεμίσανε και το βάλανε στο σακί. Κι όλη μέρα την περάσανε πάλε έτσι, νηστικοί κι οι δυο τους, μόνο λίγο νερό ήπιανε από τη στέρνα, που ήτανε κοντά στην καλύβα. Πέσανε πάλι κουρασμένοι το βράδυ και κοιμηθήκανε.
      Την τρίτη μέρα, το χάραμα, ο γέροντας σήκωσε το βασιλιά: «Ξύπνα», του λέει, «τώρα να πάμε το στάρι μας στο μύλο να τ’ αλέσουμε! Πάρ’ το εσύ στην πλάτη σου, γιατί εγώ δεν μπορώ, και πάμε εκεί στην κορφή του βουνού, που ’ναι ο μύλος». Τι να κάμει ο βασιλιάς, αφού έτσι ήτανε η συφωνία, φορτώνεται το σακί στην πλάτη, και κουρασμένος κι ελεεινός το κουβάλησε στην κορφή. Τώρα αρχίνησε και να πεινάει, μα δεν έλεγε ακόμα τίποτα.
     Αλέσανε το στάρι τους, και για να μην τα πολυλογούμε, γυρίσανε κατά το μεσημέρι στην καλύβα, πάλι ο βασιλιάς φορτωμένος τ’ αλεύρι. «Έλα τώρα να ζυμώσουμε», του λέει ο γέρος. Ξεχώρισε ως δέκα λίτρες αλεύρι, το ’ριξε στη σκάφη κι έβαλε το βασιλιά να ζυμώνει. Ύστερα τον έστειλε στο λόγγο να κόψει ξύλα, κι αργά κατά το βράδυ βάλανε κι εκάψανε το φούρνο, για να ψήσουνε 3-4 καρβέλια. Ο βασιλιάς τώρα πεινούσε κι επερίμενε πότε να ψηθούν τα ψωμιά, για να φάει! Μα πιο πολύ τα λιμπιζόταν, όταν άρχισε να βγαίνει από το φούρνο η μυρωδιά τους. «Πεινάω πολύ», λέει του γέρου. «Περίμενε και θα φας!», του απάντησε κείνος.
     Σε λίγο βγήκανε τα καρβέλια, αχνιστά και ροδοψημένα. Σαν πεινασμένος λύκος τότε ο βασιλιάς άρπαξε το καρβέλι, το έκοψε με τα χέρια του κι άρχισε να τρώει. Μα με την πρώτη μπουκιά που κατάπιε, το πρόσωπό του έγινε κόκκινο από χαρά και φώναξε: «Μάλιστα! Αυτό είναι το πιο γλυκό ψωμί του κόσμου! Κι όμως ούτε μια κουταλιά ζάχαρη δεν έριξα στο ζυμάρι του!». Τότε ο γέροντας χαμογέλασε και του είπε: «Βασιλιά μου, πρέπει να ξέρεις πως η ζάχαρη του ψωμιού σου ήταν ο ιδρώτας που έχυσες για να το φτιάξεις. Τώρα είσ’ ελεύτερος να ξαναπάς στο παλάτι σου. Κοίτα μονάχα να δουλεύεις από ’δώ κι εμπρός, και θα δεις πως η όρεξη δε θα σου λείψει».
     Ο βασιλιάς ακολούθησε την ορμήνεια του γέροντα, κι όταν γύρισε στο παλάτι του, δούλευε κάθε μέρα για το λαό του, εκατέβαινε και στον κήπο του γι’ άλλες δουλειές, κι από τότε γιατρεύτηκε από την ανορεξιά κι έτρωε καλά, που μακάρι να τρώαμε κι εμείς έτσι!
   
(«Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Α΄ Γυμνασίου», ενότητα «Λαογραφικά», σελ. 18)
Σημείωση: Αυτό το όμορφο διδακτικό παραμύθι το αφηγήθηκε η Ανθή Ζαχαράτου από την Κεφαλλονιά και δημοσιεύτηκε στη «Βασική Βιβλιοθήκη» των εκδόσεων Ζαχαρόπουλος, με επιμέλεια Δημήτρη Λουκάτου και τίτλο «Νεοελληνικά λαογραφικά κείμενα». 
clip_image002   Για μαθητές / μαθήτριες Α΄ Γυμνασίου
                          
ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ 
1η. Να γραφεί περιληπτικά το νόημα (σε 10 σειρές περίπου και σε γ΄ πρόσωπο).
                                                                                                                                                                       
2η. Βρείτε τα λόγια του σοφού γέροντα που περιέχουν το βασικό δίδαγμα του παραμυθιού και διατυπώσετέ το με δύο τρόπους:  α) καταφατικά (Πρέπει να ………..) και β) αποφατικά (Δεν πρέπει να ………….).
                                                                                             
Φράση κειμένου που περιέχει το βασικό δίδαγμα:
……………………………………………………………………………………………………………………
…………………………………………………………………………………………………………………… 
                
Το δίδαγμα καταφατικά:
“Πρέπει να …………………………………………………………………………………………………..” 
                                                                                                                                                                                  
Το δίδαγμα αποφατικά:
“Δεν πρέπει να ……………………………………………………………………………………………..”
                                                                                                                                                                         
3η. Κρίνετε το βασιλιά από τα λόγια και τη συμπεριφορά του και χαρακτηρίστε τον ως άνθρωπο και ως αρχηγό, αιτιολογώντας κάθε χαρακτηρισμό και κάνοντας παραπομπές στο κείμενο.
                                                                                                 
4η. Ποια, κατά τη γνώμη σας, είναι η πιο όμορφη και πιο σημαντική εικόνα του παραμυθιού και γιατί;


                                                                                                                              
                  clip_image0024   
    ΠΕΙΝΥΣΑΜΕ… 
  
      Μια ιστορία δικιά μου της Κατοχής.
     Έχω γεννηθεί το 1931. Η μητέρα μου πέθανε τέλη του 1939. Μέσα στην πείνα, ορφανά τέσσερα παιδιά δεν είχαμε ψωμί, πεινούσαμε. Καμιά φορά τρώγαμε λίγη κουρκούτα, ελιές και χόρτα. Πεινούσαμε...
     Μέναμε μοναχά με τον πατέρα μας. Η πιο μεγάλη αδελφή μου Ευθυμία ήτανε δεκατριών χρονών. Τα άλλα αδέλφια μου ήταν πιο μικρά από εμένα, η αδελφή μου η μικρή ήταν τριών χρονών, ο αδελφός μου επτά.
     Λοιπόν πεινούσαμε πολύ. Ψωμί δεν είχαμε. Λοιπόν, πώς τα κατάφερε ο πατέρας μας και μπόρεσε, ύστερα από μήνες δίχως ψωμί, και πήρε λίγο αλεύρι κι έκανε τρία ψωμιά. Τι χαρά ήταν αυτή! Σκέψου να έχομε ψωμάκι, να χορεύουμε, να τραγουδάμε, που θα φάμε ψωμάκι!
     Πήραμε τα ψωμιά από το φούρνο. Τα έβαλε ο πατέρας μου σε ένα ράφι ψηλά, να μας δίνει λίγο - λίγο με το φαγητό, τα χόρτα. Αφού σταύρωσε το ψωμί και μας έκοψε από ένα κομμάτι, το άλλο στο ράφι, λίγο - λίγο, να το έχομε και για τις άλλες μέρες. Εγώ ούτε που το χόρτασα το ψωμάκι, δυο μπουκονιές…
     Την επαύριο έφυγε ο πατέρας μας στη δουλειά του. Το δωμάτιο είχε πόρτα και, όταν άνοιγε ο τσιρτσιβές1, δεν είχε τζάμια. Τα κατόρθωσα κι ανέβηκα στην πόρτα, στον τσιρτσιβέ, κι έφτασα το ράφι και δάγκωνα γύρω - γύρω τα ψωμιά με τα δόντια μου, σαν γάτα. Έδωσα στα αδέλφια μου, έφαγα κι εγώ, φάγαμε ψωμάκι όλο χαρά…
     Το βράδυ όμως το Δικαστήριο. Ήρθε η ώρα να φάμε και πρώτα - πρώτα να κάνομε προσευχή. Πιάνει ο πατέρας μου το ψωμί, δαγκαμένο.
     ─ “Για, την παλιόγατα την έρημη! Λυπήθηκα να δώσω στα παιδιά μου ψωμί και η παλιόγατα μου το μαγάρισε…”, είπε.
     Με προσοχή το καθάρισε, έπιασε και τα άλλα, ο καημένος έκλαιγε από τον καημό του.
     ─ “Θα την πιάσω, να τη σκοτώσω τη γάτα”, έλεγε.
     Τρώγαμε επάνω σε σουφρά2, είχαμε μεσάλα, όπως τη λέγαμε. Αφού φάγαμε και πήγα να τινάξω τη μεσάλα3, μάζεψα και τα ψιχουλάκια, να τα φάμε όλοι μαζί. Ο πατέρας μας τότε μας αντελήφθηκε. Μας ρώτησε, μας καλόπιασε, είπαμε την αλήθεια. Και μας έβαλε να πούμε “ήμαρτον” στην Παναγία και σε εκείνον.
     Φιλήσαμε το χέρι του και δεν ξαναπιάσαμε ψωμί χωρίς την άδειά του.
     Παλαιοχώρι4 1994                                                                                  Σοφία Βαμβά - Καμπούρη
_______________
1. τσιρτσιβές (ο, τουρκ. cerceve): ξύλινο πλαίσιο πόρτας ή παραθυριού, με τζάμια.
2. σουφράς (ο, τουρκ. sofra): χαμηλό τραπέζι φαγητού.
3. μεσάλα (η, μεσν. μεσάλιον <λατ. mensalium<mensa = τραπέζι): μεγάλη τετράγωνη πετσέτα, ως τραπεζομάντηλο φαγητού.
4. Την παραπάνω ιστορία η Σοφία την έδωσε το 1994 γραπτή στη Μυρσίνη Βουνάτσου. Η Σοφία είναι χήρα του καλοσυνάτου, μακαρίτη πια, Παναγιώτη Καμπούρη και μητέρα τριών παιδιών, της Μαρίας, της Ειρήνης και του Δημήτρη, γραμματέα του Ελαιουργικού Συνεταιρισμού Παλαιοχωρίου. Πατέρας της ήταν ο Παναγιώτης Βαμβάς και αδέλφια της η μακαρίτισσα Ευθυμία, μετέπειτα σύζυγος Παναγιώτη Ι. Μαλαμά, ο Μανώλης, που ξενιτεύτηκε και πέθανε στην Αμερική, και η Βασιλική, που μετοίκησε στην Αθήνα. Η Σοφία και τ’ αδέλφια της άντεξαν στην πείνα και σήμερα μπορεί να περιγράφει με απλότητα τις πιο δραματικές στιγμές των παιδικών της χρόνων. Εμείς δημοσιεύουμε αυτή την ιστορία χωρίς σχόλια, στη μνήμη όσων δεν άντεξαν, με μια προτροπή για τους ζωντανούς: Να θυμόμαστε.
                         
clip_image002[4]
   
Πάνου Κοντέλλη “Ζωγραφιές του Παλιού Καιρού” 
Κατάντια
     Να φάμε! Αν σήμερα βρεθεί κάτι, πάει καλά. Κερδίσαμε τη μέρα. Τι θα γίνει όμως αύριο; Μεθαύριο; Τι θα βρούμε να φάμε; Αυτό το πρόβλημα κυριαρχεί.
     Το μέλλον; Δεν υπάρχει θέση στη σκέψη μας για το μέλλον, όταν και το σήμερα ακόμα είναι αβέβαιο.
     Πόσο μακρινή φαίνεται η εποχή που η φαντασία σου δε χωρούσε τα όνειρά σου, και πίστευες πως έφτανε ν’ ανοίξεις τα χέρια σου για ν’ αγκαλιάσεις όλον τον κόσμο! Να κάνεις δικό σου όλον τον κόσμο. Σπουδές…! Στην Αθήνα. Στη Γερμανία. Ιστορικός – Αρχαιολόγος! Ταξίδια σ’ όλο τον κόσμο: Ινδία, Αίγυπτος, Σκανδιναβία!
     Θυμάσαι ακόμα τα νορβηγικά φιόρντ;
     Όλα είναι μακρινά κι άπιαστα τώρα.
     Να φάμε! Να φάμε! Πεθαίνουμε αύριο.
     Πώς προσγειωθήκαμε τόσο ανώμαλα! Τόσο γρήγορα!
     Πώς καταντήσαμε έτσι!
 (σελ. 203)
Το πρώτο ψωμί
  
     Το λίγο κριθάρι που είχαμε σπείρει, βρήκε καλλιεργημένο έδαφος και φούντωσε. Είχαμε αμπέλι σ’ αυτόν τον τόπο και το βγάλαμε γιατί το αφάνισε η φυλλοξήρα. Ξεχορταριάσαμε το σπαρτό με το τσαπί μια-δυο φορές, και, όπως ήταν αραιοσπαρμένο σε αυλάκια, του κάναμε και καμπόσα ποτίσματα. Έφτασε να ψηλώσει ενάμιση μέτρο κι απάνω, κι η κάθε ρίζα είχε και δέκα και είκοσι “αδέρφια”. Όλος ο σπαρμένος τόπος ήταν μια μεγάλη βούρτσα.
      ―Του κ’θάρ, έλεγε η μάνα μου, μες σ’ ντου Μάη γίνιτη.
     Νωρίς - νωρίς άρχισε να κιτρινίζει, και κάθε μέρα έβγαζα από ένα στάχυ δυο-τρία σπειριά και τ’ άνοιγα. Μέρα με τη μέρα έπηζε το γαλακτώδες περιεχόμενο, κι έγινε κάποτε στερεό, αν και μαλακό ακόμα.
     ― Μάνα, να θερίσουμε λίγο, να κάνουμε ένα ψωμί;
     ― Πού να θιρίσουμι, βρε μουρό μ’; Γάλα ένη ακόμα.
     ― Θ’ ανάψουμε το φούρνο να το ξεράνουμε και να τ’ αλέσουμε.
     Είδε τη λαχτάρα μου και υποχώρησε.
     Πήγαμε με το Νίκο και βγάλαμε αστβές για να κάψουμε το φούρνο, κι ύστερα θερίσαμε το πιο γινωμένο, καμιά εικοσαριά τετραγωνικά. Βοηθήσαμε τη μάνα να κάψει το φούρνο και ρίξαμε μέσα τα κιτρινισμένα στάχυα, που τα ’χαμε βάλει σε δυο μεγάλους ταβάδες. Δεν έπρεπε να μείνουν πολλή ώρα, για να μην καρβουνιάσουν. Τα μαδήσαμε ύστερα, και τ’ αλέσαμε στο χερόμυλο.
     Επειδή ήταν φουρνιασμένο, αλεθόταν δύσκολα, και τελικά βγήκε ένα αλεύρι σαν χοντρό σιμιγδάλι. Το κοσκίνισε η μάνα μου κι είδαμε πως έφτανε για ένα μικρό ψωμί. Τ’ αποκοσκινίδια, δηλαδή τα πιο χοντρά κομματάκια που δεν περνούσαν απ’ το κόσκινο, τα καθάρισε αργότερα, τα έβρασε με λίγο γάλα και μας έκανε “ρυζόγαλο”
     Ανάψαμε τώρα το φούρνο κανονικά γι’ αυτό το μοναδικό ψωμάκι, το φουρνίσαμε, κι όλη η οικογένεια σταθήκαμε και περιμέναμε. Είχαμε να φάμε ψωμί πάνω από έξι μήνες. Το χοντραλεσμένο αλεύρι φούσκωσε με το ζύμωμα και το φούρνισμα, κι έγινε ένα φουσκωτό ροδοκόκκινο, λαχταριστό ημισφαιρικό ψωμί. Το βλέπαμε σαν κάτι πολύτιμο, και σα σύμβολο ελπίδας και διαβεβαίωσης ότι θα ζήσουμε.
     Δεν ξανάφαγα, ούτε θα ξαναφάω, πιο γλυκό ψωμί στη ζωή μου.
     Ήταν η τελευταία μέρα του Μάη 1942.
(σελ. 204-205)
Σημείωση: Ο Πάνος Ι. Κοντέλλης, όπως γράφει στο βιβλίο του (Έκδοση Νότης Α. Ρεπάνης, Αθήνα 1998), γεννήθηκε στο Μεσότοπο Λέσβου το 1924, από πατέρα πρόσφυγα Αϊβαλιώτη και μητέρα Μεσοτοπίτισσα. Σπούδασε νομικά και εργάστηκε ως υπάλληλος του Υπουργείου Δικαιοσύνης. Ασχολήθηκε με το θεατρικό σενάριο και τη λαογραφία κι έλαβε σημαντικές τιμητικές διακρίσεις. Έργα του: το μονόπρακτο “Στο βωμό της ελευθερίας” (1957”), η ηθογραφική κωμωδία “Παντρολογήματα” (1980), ιστορικά - λαογραφικά - ηθογραφικά με τίτλο “Ο κόσμος ο μικρός” (1985 και 1989), θεατρικά σε ντοπιολαλιά και το αυτοβιογραφικό “Ζωγραφιές του παλιού καιρού” (1998). Είναι ένας από τους πιο γνωστούς Λέσβιους συγγραφείς.
                                                                       
                              
clip_image002[4]
Μίλτου Σαχτούρη
                                    clip_image002[4]                                Το ψωμί
        
                                                      
Ένα τεράστιο καρβέλι, μια πελώρια φραντζόλα ζεστό
ψωμί1, είχε πέσει στο δρόμο από τον ουρανό.
ένα παιδί με πράσινο κοντό βρακάκι και με μαχαίρι
έκοβε και μοίραζε στον κόσμο γύρω,
όμως και μια μικρή, ένας μικρός άσπρος άγγελος, κι αυτή
μ’ ένα μαχαίρι έκοβε και μοίραζε
κομμάτια γνήσιο ουρανό.
Κι όλοι τώρα τρέχαν σ’ αυτή, λίγοι πηγαίναν στο ψωμί,
όλοι τρέχανε στον μικρόν άγγελο που μοίραζε ουρανό!
Ας μην το κρύβουμε. Διψάμε για ουρανό2.
-----------------------
1. ψωμί: υλικά αγαθά
2. ουρανός: πνευματικά αγαθά

Wheat
                                                                                                                                                                                                                                  
            
Σημείωση: Ο Μίλτος Σαχτούρης (1919-2005) είναι διακεκριμένος Έλληνας μεταπολεμικός συγγραφέας. Γεννήθηκε στην Αθήνα, αλλά καταγόταν από την ιστορική υδραίικη οικογένεια των Σαχτούρηδων. Γράφτηκε στη Νομική, αλλά εγκατέλειψε τις σπουδές για να αφιερωθεί στην ποίηση. Εμφανίστηκε το 1944 στο περιοδικό "Νέα Γράμματα". Έργα του: "Η Λησμονημένη" (1945), "Παραλογαίς" (1948), "Με το πρόσωπο στον τοίχο" (1952), "Όταν σας μιλώ" (1956), "Τα φάσματα ή Η χαρά στον άλλο δρόμο" (1958), "Ο περίπατος" (1960), "Τα στίγματα" (1962), "Σφραγίδα ή Η όγδοη Σελήνη" (1964), "Το Σκεύος" (1971), "Ποιήματα 1945-1971" (1977), "Χρωμοτραύματα" (1980), "Εκτοπλάσματα" (1986), "Καταβύθιση" (1990), "Έκτοτε" (1996), "Ανάποδα γυρίσαν τα ρολόγια" (1998), "Ποιήματα 1980-1998" (2002). Έχει τιμηθεί με τρία κρατικά βραβεία. 


ΠΑΡΟΙΜΙΕΣ ΚΑΙ ΠΑΡΟΙΜΙΩΔΕΙΣ ΦΡΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ ΨΩΜΙ

ΠΑΡΟΙΜΙΕΣ:

- Άκουγε σκάφη και φούσκωνε προζύμι.
- Ακριβός στα πίτουρα και φτηνός στ’ αλεύρι.
- Άλλοι σπέρνουν και θερίζουν κι άλλοι τρών’ και μαγαρίζουν.
- Άλλος σπέρνει, άλλος θερίζει.
- Άνθρωπος που δεν πεινάει, τι θα πει ψωμί δεν ξέρει.
- Αν τινάξει ο μυλωνάς τα ρούχα του, θα κάνει πίτα και κουλούρια.
- Από πίτα που δεν τρως, τι σε νοιάζει κι αν καεί;
- Βάλε αλεύρι, κάμε πίτα.
- Δεν τρώει το ψωμί χαράμι.
- Δώσε στο φτωχό ψωμί και λειτουργιά μην κάνεις.
- Έβγαλε κι η Ελευσίνα στάρι.
- Εγώ σ’ έχτισα, φούρνε μου, εγώ θα σε γκρεμίσω.
- Εκεί που βγάζεις το ψωμί σου, μη βάζεις το π…ί σου.
- Εμείς ψωμί δεν έχουμε, κι η γάτα πίτα σέρνει.
- Εμείς ψωμί δεν έχουμε και τα σκυλιά μας πίτες τρώνε.
- Ζυμώσαμε εννιά και χρωστούμε δέκα.
- Η βιάση ψήνει το ψωμί, μα δεν το καλοψήνει.
- Η γριά δόντια δεν είχε κι ήθελε και παξιμάδια.
- Η ελπίδα είναι το ψωμί των φτωχών.
- Θέλει και την πίτα ολόκληρη και το σκύλο χορτάτο.
- Θέλεις θέριζε και δένε, θέλεις δένε και κουβάλα.
- Κάλλιο ξερό ψωμί με ησυχία, παρά γλέντι με μελαγχολία.
- Κούφια στάχυα και κούφια κεφάλια στέκουν όρθια.
- Με το ψωμί όλες οι συμφορές είναι γλυκές.
- Μην τάξεις σ’ άγιο κερί και σε παιδί κουλούρι.
- Ξένο ψωμί ήταν που ’τρωγε, δικό του το μαχαίρι.
- Ο λόγος σου μ’ εχόρτασε και το ψωμί σου φά’ το.
- Όλο το αυγό στην πίτα.
- Ο νηστικός καρβέλια ονειρεύεται.
- Όποιος δεν θέλει να ζυμώσει, δέκα μέρες κοσκινίζει.
- Όποιος έχει το καρβέλι, κρατάει και το μαχαίρι.
- Όποιος έχει ψωμί και λάδι δεν είναι φτωχός.
- O που ’χει λάδι και ψωμί και ξύλα στοιβαγμένα κι έχει και κόρην όμορφη, τα σπίτια του σασμένα, ας μπαινοβγαίνει κι ας γελά, στην παρασθιά ας καθίζει, και τοτεσάς ο Κύριος ας βρέχει κι ας χιονίζει.
- Όταν κοιμάται ο γιόκας μας, ψωμί δεν μας γυρεύει.
- Ό,τι έσπειρες θα θερίσεις.
- Ο χορτάτος λέει ψωμί κι ο νηστικός ψωμάκι.
- Παστρική καλή Θοδώρα, το τσαρούχι μέσ’ στην πίτα.
- Πιο πολύ ψωμί τρώγεται με το μέλι, παρά με το ξίδι.
- Πίτα έχω, έγνοια έχω, κι ας τη φάνε να ξενοιάσω.
- Πότε πίτα και φλασκί, πότε πίτα μοναχή.
- Πρώτα θεμέλια του σπιτιού, ψωμί, κρασί και λάδι.
- Στον κόσμο σήμερα υπάρχει περισσότερη πείνα για αγάπη, παρά για ψωμί.
- Στον κόσμο υπάρχουν περισσότεροι τρελοί από φρατζόλες.
- Τα λόγια σου με χόρτασαν και το ψωμί σου φά’ το.
- Τη βγάζω με ψωμί κι ελιά  [ζω φτωχικά, με ιδιαίτερη λιτότητα].
- Του διακονιάρη καρβέλια δώσ’ του. Τις στράτες τις ξέρει.
- Το ψωμί τα δάκρυα δένει, το ψωμί τα σταματάει.
- Φέρε το ψωμί να φάμε, κι άσ’ τους άλλους να πεινάνε.
- Ψωμί δεν έχουμε να φάμε, ραπανάκια για την όρεξη.


ΠΑΡΟΙΜΙΩΔΕΙΣ ΦΡΑΣΕΙΣ:
  
- Βγάζει το ψωμί του.
- Έφαγε τα ψωμιά του.
- Θα πούμε το ψωμί ψωμάκι.
- Κάνει το σκατό του παξιμάδι.
- Κάποιος φούρνος θα γκρεμίστηκε.
- Λίγα είναι τα ψωμιά του.
- Μυρωμένο ψωμί δεν έφαγε (δεν ησύχασε, δεν πέρασε ήρεμη οικογενειακή ζωή).
- Περνάω με ψωμί κι ελιά.
- Τα ’χει φάει τα ψωμιά του.
- Τον πέταξε σαν την τρίχα από το ζυμάρι.
- Φάγαμε ψωμί κι αλάτι μαζί.

  Διαβάστε και το κείμενο του Αθανασίου Παλιούρα "Για ένα καρβέλι ψωμί" σε άλλη ανάρτησή μας, στο http://paleochori-lesvos.blogspot.gr/2013/11/blog-post.html.

  Με σεβασμό στους Έλληνες που στερήθηκαν το ψωμί, χωρίς να χάσουν την ανθρωπιά τους, Μυρσίνη Βουνάτσου. 

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου