Παρασκευή, 5 Απριλίου 2013

ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ "Η ΝΕΑ ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΗ"

Για τους μαθητές της Α΄ Γυμνασίου και για όσους θέλουν να μάθουν πώς ήταν το παλιό σχολειό…

Καζαντζάκης Νίκος (1883 - 1957)
«Η Νέα Παιδαγωγική»

ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ

     Με τα μαγικά πάντα μάτια, με το πολύβουο, γεμάτο μέλι και μέλισσες μυαλό, μ' ένα κόκκινο μάλλινο σκούφο στο κεφάλι και τσαρουχάκια με κόκκινες φούντες στα πόδια, ένα πρωί κίνησα, μισό χαρούμενος, μισό αλαφιασμένος, και με κρατούσε ο πατέρας μου από το χέρι. Η μητέρα μού είχε δώσει ένα κλωνί βασιλικό να τον μυρίζουμαι, λέει, να παίρνω κουράγιο, και μου κρέμασε το χρυσό σταυρουλάκι της βάφτισής μου στο λαιμό.
    ― Με την ευκή του Θεού και με την ευκή μου..., μουρμούρισε και με κοίταξε με καμάρι.
     Ήμουν σαν ένα μικρό καταστολισμένο σφαγάρι κι ένιωθα μέσα μου περφάνια και φόβο.  μα το χέρι μου ήταν σφηνωμένο βαθιά μέσα στη φούχτα του πατέρα μου κι αντρειευούμουν. Πηγαίναμε, πηγαίναμε, περάσαμε τα στενά σοκάκια, φτάσαμε στην εκκλησιά του Αϊ-Μηνά, στρίψαμε, μπήκαμε σ' ένα παλιό χτίρι, με μια φαρδιάν αυλή, με τέσσερις μεγάλες κάμαρες στις γωνιές κι ένα κατασκονισμένο πλατάνι στη μέση. Κοντοστάθηκα, δείλιασα.  το χέρι μου άρχισε να τρέμει μέσα στη μεγάλη ζεστή φούχτα.
     Ο πατέρας μου έσκυψε, άγγιξε τα μαλλιά μου, με χάδεψε τινάχτηκα ποτέ δε θυμόμουν να μ' έχει χαδέψει σήκωσα τα μάτια και τον κοίταξα τρομαγμένος. Είδε πως τρόμαξα, τράβηξε πίσω το χέρι του:
     ― Εδώ θα μάθεις γράμματα, είπε, να γίνεις άνθρωπος κάμε το σταυρό σου.
     Ο δάσκαλος πρόβαλε στο κατώφλι. κρατούσε μια μακριά βίτσα και μου φάνηκε άγριος, με μεγάλα δόντια, και κάρφωσα τα μάτια μου στην κορφή του κεφαλιού του να δω αν έχει κέρατα μα δεν είδα, γιατί φορούσε καπέλο.
      Ετούτος είναι ο γιος μου, του 'πε ο πατέρας μου.
     Ξέμπλεξε το χέρι μου από τη φούχτα του και με παρέδωκε στο δάσκαλο.
      Το κρέας δικό σου, του 'πε, τα κόκαλα δικά μου μην τον λυπάσαι, δέρνε τον, κάμε τον άνθρωπο.
      Έγνοια σου, καπετάν Μιχάλη έχω εδώ το εργαλείο που κάνει του ανθρώπους, είπε ο δάσκαλος κι έδειξε τη βίτσα.
     Από το Δημοτικό Σκολειό απομένει ακόμα στη θύμησή μου ένας σωρός παιδικά κεφάλια, κολλητά το ένα πλάι στο άλλο, σαν κρανία τα πιο πολλά θα 'χουν γίνει κρανία. Μα απάνω από τα κεφάλια αυτά απομένουν μέσα μου αθάνατοι οι τέσσερις δασκάλοι. [...]

     Στην Τετάρτη Τάξη βασίλευε και κυβερνούσε ο Διευθυντής του Δημοτικού. Κοντοπίθαρος, μ' ένα γενάκι σφηνωτό, με γκρίζα πάντα θυμωμένα μάτια, στραβοπόδης. «Δε θωράς, μωρέ, τα πόδια του», λέγαμε ο ένας στον άλλο σιγά να μη μας ακούσει, «δε θωράς, μωρέ, πώς τυλιγαδίζουν τα πόδια του; και πώς βήχει; Δεν είναι Κρητικός». Μας είχε έρθει σπουδασμένος από την Αθήνα κι είχε φέρει, λέει, μαζί του τη Νέα Παιδαγωγική. Θαρρούσαμε πως θα 'ταν καμιά νέα γυναίκα και την έλεγαν Παιδαγωγική μα όταν τον αντικρίσαμε για πρώτη φορά ήταν ολομόναχος η Παιδαγωγική έλειπε, θα 'ταν σπίτι. Κρατούσε ένα μικρό στριφτό βούρδουλα, μας έβαλε στη γραμμή κι άρχισε να βγάζει λόγο. Έπρεπε, λέει, ό,τι μαθαίναμε να το βλέπαμε και να το αγγίζαμε ή να το ζωγραφίζαμε σ' ένα χαρτί γεμάτο κουκκίδες. Και τα μάτια μας τέσσερα αταξίες δε θέλει, μήτε γέλια, μήτε φωνές στο διάλειμμα. και σταυρό τα χέρια. Και στο δρόμο, όταν δούμε παπά, να φιλούμε το χέρι. «Τα μάτια σας τέσσερα, κακομοίρηδες, γιατί αλλιώς, κοιτάχτε εδώ!», είπε και μας έδειξε το βούρδουλα. «Δε λέω λόγια, θα δείτε έργα!». Κι αλήθεια είδαμε όταν κάναμε καμιά αταξία ή όταν δεν ήταν στα κέφια του, μας ξεκούμπωνε, μας κατέβαζε τα πανταλονάκια και μας έδερνε κατάσαρκα με το βούρδουλα. κι όταν βαριόταν να ξεκουμπώσει, μας έδινε βουρδουλιές στ' αυτιά, ωσότου έβγαινε αίμα.
     Μια μέρα έδεσα κόμπο την καρδιά μου, σήκωσα το δάχτυλο:
      Πού είναι, κυρ δάσκαλε, ρώτησα, η Νέα Παιδαγωγική; γιατί δεν έρχεται στο σκολειό; 
     Τινάχτηκε από την έδρα, ξεκρέμασε από τον τοίχο το βούρδουλα. 
     ― Έλα εδώ, αυθάδη, φώναξε, ξεκούμπωσε το πανταλόνι σου.
     Βαριόταν να το ξεκουμπώσει μόνος του. 
     ― Να, να, να, άρχισε να βαράει και να μουγκρίζει.
     Είχε ιδρώσει, σταμάτησε.
     ― Να η Νέα Παιδαγωγική, είπε, κι άλλη φορά σκασμός!
     Ήταν όμως και πονηρούτσικος ο σύζυγος της Νέας Παιδαγωγικής. Μια μέρα μας λέει: «Αύριο θα σας μιλήσω για το Χριστόφορο Κολόμβο, πώς ανακάλυψε την Αμερική. Μα για να καταλάβετε καλύτερα, να κρατάει καθένας σας κι από ένα αυγό όποιος δεν έχει, ας φέρει βούτυρο!».    
                    
(Νίκος Καζαντζάκης, «Αναφορά στον Γκρέκο», εκδόσεις Ελένης Ν. Καζαντζάκη, Αθήνα 1982, σελ. 53-61 και Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Α' Γυμνασίου, σελ. 92-94)
                        
 ***

Είδος κειμένου: Πεζό, απόσπασμα από το Ε΄ κεφάλαιο του αυτοβιογραφικού μυθιστορήματος «Αναφορά στον Γκρέκο», που δημοσιεύτηκε το 1961, μετά το θάνατο του συγγραφέα (1957).

Θέμα: Οι αναμνήσεις και τα βιώματα του μικρού Νίκου Καζαντζάκη από το Τετρατάξιο Δημοτικό Σχολείο του Ηρακλείου Κρήτης – Αναμνήσεις από τους δασκάλους του (τέλη 19ου αι., περ. 1890).

Τόπος: Ηράκλειο Κρήτης: σπίτι συγγραφέα → στενά σοκάκια → εκκλησία του Αϊ-Μηνά → Δημοτικό Σχολείο (“ένα παλιό χτίρι (= κτίριο) με μια φαρδιάν αυλή, με τέσσερις μεγάλες κάμαρες στις γωνιές κι ένα κατασκονισμένο πλατάνι στη μέση”).

Σχεδίασε το σχολείο:

           ΤΕΤΡΑΤΑΞΙΟ ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΗΡΑΚΛΕΙΟΥ ΚΡΗΤΗΣ
clip_image001


















Αυλόγυρος


Χρόνος: τέλη 19ου αι. μ.Χ.
α) η πρώτη μέρα που πηγαίνει ο συγγραφέας στο Δημοτικό, όταν ήταν 7 ετών (περ. το 1890).
β) στην Τετάρτη τάξη (περ. 1894).

Πρόσωπα: (με τη σειρά που αναφέρονται)
1) ο μικρός Νίκος Καζαντζάκης, μαθητής Δημοτικού
2) ο πατέρας του συγγραφέα, ο καπετάν Μιχάλης
3) η μητέρα του Νίκου Καζαντζάκη, η Μαργή
4) Πατερόπουλος, ο δάσκαλος της Πρώτης Δημοτικού
5) οι συμμαθητές του (σ. 93: “ένας σωρός παιδικά κεφάλια … σαν κρανία”)
6) [Παπαδάκης / Τίτυρος, ο δάσκαλος της Δευτέρας Δημοτικού]
7) [Περίανδρος Κρασάκης, ο δάσκαλος Τρίτης Δημοτικού, που ξεψύχησε πάνω στην έδρα]
8) Διευθυντής του Δημοτικού, δάσκαλος της Τετάρτης τάξης, οπαδός της Νέας Παιδαγωγικής
9) φανταστικό, ανύπαρκτο “πρόσωπο”: η Νέα Παιδαγωγική!


Κατάταξε τα παραπάνω πρόσωπα σε:

ΚΥΡΙΑ - ΠΡΩΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ     ΔΕΥΤΕΡΕΥΟΝΤΑ            ΒΟΥΒΑ
………………………………    …………………………    •………………………..
………………………………    …………………………    ………………………..
………………………………    …………………………    ………………………..
………………………………    …………………………    ………………………..

ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ ΚΑΤΑΝΟΗΣΗΣ (Βρες από το κείμενο):

1. Τι είπε η μητέρα στο παιδί;
  …………………………………………………………………................................................


2. Τι του έδωσε, για να πάρει κουράγιο;
    α)……………………………………....................................................................................
    β)………………………………………................................................................................


3. Πώς ένιωθε το μικρό παιδί; Γράψε ονομαστικά τα συναισθήματά του:
…………………………………………………………………………………………...................
…………………………………………………………………………………………...................
…………………………………………………………………………………………...................
…………………………………………………………………………………………...................
…………………………………………………………………………………………...................
  

4. Τι είπε ο πατέρας στο παιδί, όταν έφτασαν στο σχολείο;
…………………………………………………………………………………………...................
…………………………………………………………………………………………...................
…………………………………………………………………………………………...................
  

5. Γιατί ο πατέρας παρακινεί το παιδί να κάμει το σταυρό του, προτού μπει στο σχολείο;
…………………………………………………………………………………………...................
…………………………………………………………………………………………...................
…………………………………………………………………………………………...................
…………………………………………………………………………………………...................


6. Τι είπε ο πατέρας στο δάσκαλο, όταν του παρέδιδε το μικρό μαθητή και τι εννοούσε με τα λόγια αυτά;
…………………………………………………………………………………………...................
…………………………………………………………………………………………...................
…………………………………………………………………………………………...................
…………………………………………………………………………………………...................
…………………………………………………………………………………………...................
…………………………………………………………………………………………...................
…………………………………………………………………………………………...................
…………………………………………………………………………………………...................


7. Τι απάντησε ο δάσκαλος;
…………………………………………………………………………………………...................
…………………………………………………………………………………………...................
…………………………………………………………………………………………...................


8. Ποια εικόνα σχημάτισε το μικρό παιδί για τον πρώτο του δάσκαλο και γιατί;
…………………………………………………………………………………………...................
…………………………………………………………………………………………...................


9. Με αφορμή τη 
στάση του πατέρα, σε ποια συμπεράσματα καταλήγετε για τις σχέσεις γονιών και παιδιών εκείνη την εποχή;  
…………………………………………………………………………………………...................
…………………………………………………………………………………………...................
…………………………………………………………………………………………...................
…………………………………………………………………………………………...................


10. Πού έχουμε λεκτική βία; Βρείτε φράσεις που περιέχουν απειλές:
…………………………………………………………………………………………...................
…………………………………………………………………………………………...................
…………………………………………………………………………………………...................


11. Πού έχουμε σωματική βία; Βρείτε τα χωρία μέσα στο κείμενο:
…………………………………………………………………………………………...................
…………………………………………………………………………………………...................
…………………………………………………………………………………………...................


12. Ποια παροιμιώδης φράση εμπεριέχει τη θεωρία ότι με το ξύλο το παιδί γίνεται σωστός άνθρωπος;
…………………………………………………………………………………………...................
…………………………………………………………………………………………...................


13. Οι δάσκαλοι του Καζαντζάκη είχαν τη γνώμη ότι η βίτσα, ο βούρδουλας, ήταν “το εργαλείο που κάνει τους ανθρώπους”. Ποια γνώμη νομίζεις πως έχει ο Καζαντζάκης για το θέμα αυτό και από ποια σημεία του κειμένου το συμπεραίνεις αυτό;
…………………………………………………………………………………………...................
…………………………………………………………………………………………...................
…………………………………………………………………………………………...................
…………………………………………………………………………………………...................
…………………………………………………………………………………………...................


14. Ποια είναι η δική σου γνώμη;
…………………………………………………………………………………………...................
…………………………………………………………………………………………...................


15. «Πού είναι, κυρ δάσκαλε, η Νέα Παιδαγωγική; γιατί δεν έρχεται στο σκολειό;»
   • Τι εννοεί ο μικρός μαθητής; (πομπός)
      …………………………………………………………………………………………................

   • Τι καταλαβαίνει ο δάσκαλος; (δέκτης)
      …………………………………………………………………………………………................

     Πώς αντέδρασε ο δάσκαλος και γιατί;
      …………………………………………………………………………………………................
      …………………………………………………………………………………………................


16. Ο δάσκαλος της Δ΄ Δημοτικού είχε θεωρητικά ασπαστεί τις αρχές της Νέας Παιδαγωγικής. Τι νομίζετε ότι υποστήριζε η Νέα Παιδαγωγική και πώς την εφάρμοζε ο δάσκαλος στην πράξη;
…………………………………………………………………………………………...................
…………………………………………………………………………………………...................
…………………………………………………………………………………………...................
…………………………………………………………………………………………...................


17. Χαρακτήρισε με επίθετα ή σύντομες φράσεις το δάσκαλο της Τετάρτης Τάξης:
…………………………………………………………………………………………...................
…………………………………………………………………………………………...................
…………………………………………………………………………………………...................
…………………………………………………………………………………………...................


18. Γιατί και οι τέσσερις δάσκαλοι του Καζαντζάκη ήταν άνδρες;
…………………………………………………………………………………………...................
…………………………………………………………………………………………...................


19. Διάβασε τι γράφει ο Καζαντζάκης στο παρακάτω απόσπασμα από το μυθιστόρημά του “Αναφορά στον Γκρέκο” και κάνε ένα σύντομο σχόλιο (προφορικά):
     «Ο Πατερόπουλος στην Πρώτη Τάξη, γεροντάκος, κοντός, αγριομάτης, με τη βίτσα πάντα στο χέρι. μας κυνηγούσε, μας περμάζωνε και μας έβαζε στη γραμμή, σαν να ’μαστε παπιά και μας πήγαινε στο παζάρι να μας πουλήσει. ″Το κρέας δικό σου, τα κόκαλα δικά μου, δάσκαλε, του παράγγελνε κάθε γονιός παραδίνοντάς του το αγριοκάτσικο παιδί του. δέρνε το, δέρνε το, ωσότου να γίνει άνθρωπος.″ Και μας έδερνε αλύπητα. και περιμέναμε όλοι, δάσκαλος και μαθητές, πότε, με το πολύ το ξύλο, θα γίνουμε ανθρώποι. Σαν μεγάλωσα κι άρχισαν οι φιλάνθρωπες θεωρίες να παραστρατίζουν το νου μου, ονομάτισα βάρβαρη τη μέθοδο αυτή του πρώτου μου δασκάλου. μα σαν γνώρισα πιο καλά τη φύση του ανθρώπου, βλογώ την άγια βίτσα του Πατερόπουλου. αυτή μας έμαθε πως ο πόνος είναι ο πιο μεγάλος οδηγός στον ανήφορο που φέρνει από το ζώο στον άνθρωπο.»



20. ΕΝΟΤΗΤΕΣ:
      1η ενότητα: «Με τα μαγικά πάντα μάτια… κι έδειξε τη βίτσα.»
      Τίτλος 1ης ενότητας: “Πρώτη μέρα στο Δημοτικό Σχολείο”.
      Υποενότητες 1ης ενότητας:
     α) «Με τα μαγικά πάντα μάτια… με κοίταξε με καμάρι»: Κατευόδιο κι ευχή της μητέρας.
    β) «Ήμουν σαν ένα μικρό σφαγάρι… κάμε το σταυρό σου»: Ο πατέρας συνοδεύει το μικρό μαθητή στο σχολείο.
     γ) «Ο δάσκαλος πρόβαλε… κι έδειξε τη βίτσα»: Ο πατέρας παραδίδει το μικρό μαθητή-γιο του στο δάσκαλο.

       2η ενότητα: «Από το Δημοτικό Σχολείο… ας φέρει βούτυρο.»
   Τίτλος 2ης ενότητας: “Η… Νέα Παιδαγωγική του δάσκαλου της Τετάρτης Δημοτικού”.
        Υποενότητες 2ης ενότητας:
     α) «Από το Δημοτικό… οι τέσσερις δασκάλοι […] »: Αναμνήσεις … οι τέσσερις δάσκαλοι (συνδετική).
     β) «Στην Τετάρτη… ωσότου έβγαινε αίμα»: Ο αυστηρός δάσκαλος της Τετάρτης τάξης.
        γ) «Μια μέρα έδεσα… βούτυρο!»: Πού είναι η… Νέα Παιδαγωγική;



21. ΝΟΗΜΑ:

Στα τέλη του 19ου αι., στο Ηράκλειο Κρήτης, ο μικρός Νίκος Καζαντζάκης, με την
(Χρόνος)                          (Τόπος)                                 (Πρόσωπο)

 ευχή της μάνας του, πηγαίνει με τον πατέρα του για πρώτη φορά στο Δημοτικό
            (Πρόσωπο)  (Ενέργεια)       (Πρόσωπο)        (Χρόνος)          (Τόπος)   

Σχολείο. Με την καρδιά γεμάτη ανάμεικτα συναισθήματα, χαρά και υπερηφάνια,
                                                                                                (Συναισθήματα)

που πάει με τα καλά του στο σχολείο, αλλά ταυτόχρονα γεμάτος ταραχή, απορίες
                                                                                                       (Συναισθήματα)

και φόβους, που κάνουν το χέρι του να τρέμει μέσα στη ζεστή φούχτα του πατέρα
(Συναίσθημα)                               (Αντίδραση παιδιού)           

του, ο οποίος τον χαϊδεύει καθησυχαστικά και του λέει να κάμει το σταυρό του,
             (Αντίδραση πατέρα)                                       (Λόγια→Ενέργεια)

μπαίνουν στο σχολείο. Η εμφάνιση του αυστηρού δασκάλου με τη βίτσα,
       (Ενέργεια)                                                    (Πρόσωπο)

“το εργαλείο που κάνει τους ανθρώπους”, γεμίζει τρόμο την ψυχή του αθώου
                                                                        (Συναίσθημα)

παιδιού. Ο πατέρας παραδίδει στο δάσκαλο το μικρό μαθητή με τα
                                (Ενέργεια)

χαρακτηριστικά λόγια: «Το κρέας δικό σου, τα κόκαλα δικά μου. μην τον λυπάσαι,
(Επίσημα λόγια: παραχώρηση μέρους πατρικής εξουσίας από τον πατέρα στο δάσκαλο-“πνευματικό πατέρα”)

δέρνε τον, κάμε τον άνθρωπο», δίνοντας στο δάσκαλο την άδεια να τον δέρνει 
                                                                                  (Εξουσία του δασκάλου)

αλύπητα (“ το κρέας δικό σου”), αλλά να μην του σπάει τα κόκαλα (“τα κόκαλα δικά

μου”), για να γίνει σωστός άνθρωπος. Οι τέσσερις δάσκαλοί  του απομένουν
            (Παιδαγωγικός στόχος)                         (Πρόσωπα)

 “αθάνατοι” μέσα στις αναμνήσεις του, κυρίως ο δάσκαλος της Τετάρτης Τάξης
        (Εντύπωση)                                               (Πρόσωπο)

 σπουδαγμένος από την Αθήνα, ο οποίος εφαρμόζει με τρόπο αψυχολόγητο κι
                     (Τόπος προέλευσης)                                  (Συμπεριφορά)

ακατανόητο για τους μικρούς μαθητές του τη Νέα Παιδαγωγική, τη μέθοδο της
                                                                          (Μέθοδος διδασκαλίας)

εμπειρικής δημιουργικής μάθησης, με το… βούρδουλα, με λεκτική βία και
                                                                                       (Λόγια-Συμπεριφορά)

σωματική βία, που τη δοκίμασε και ο συγγραφέας-μικρός μαθητής, όταν τόλμησε
  (Πράξεις)                     (Πρόσωπο που υπέστη σωματική βία)

να ρωτήσει με αφέλεια:
(Ενέργεια-ερώτηση)

Πού είναι, κυρ δάσκαλε, η Νέα Παιδαγωγική; γιατί δεν έρχεται στο σχολειό;”.
(Έκφραση απορίας και παιδικής αφέλειας, λόγια που επιδέχονται δισήμαντη ερμηνεία)



Θυμήσου:

 Ποιος/ Ποια σε συνόδευσε στο Δημοτικό Σχολείο την πρώτη μέρα;

…………………………………………………………………………………………...................


 Τι σου είπε, όταν φτάσατε στο σχολείο;

…………………………………………………………………………………………...................
…………………………………………………………………………………………...................
…………………………………………………………………………………………...................
                 
  
 Τι είπε στο δάσκαλο/στη δασκάλα σου;

…………………………………………………………………………………………...................
…………………………………………………………………………………………...................
…………………………………………………………………………………………...................


 Ποιος ήταν ο διπλανός σου/ Ποια ήταν η διπλανή σου;  

…………………………………………………………………………………………...................


 Τι άλλο θυμάσαι έντονα από την πρώτη σου μέρα στο Δημοτικό Σχολείο; Αφηγήσου…

…………………………………………………………………………………………...................
…………………………………………………………………………………………...................
…………………………………………………………………………………………...................
…………………………………………………………………………………………...................
…………………………………………………………………………………………...................
…………………………………………………………………………………………...................
…………………………………………………………………………………………...................
…………………………………………………………………………………………...................



 Εσύ θυμάσαι τα ονόματα των δασκάλων σου; Γράψε τα παρακάτω:

Πρώτη τάξη: ……………………………………………………………………….......................
Δευτέρα τάξη: ……………………………………………………………………….....................
Τρίτη τάξη: …………………………………………………………………………......................
Τετάρτη τάξη: ………………………………………………………………………......................
Πέμπτη τάξη: ………………………………………………………………………......................
Έκτη τάξη: ………………………………………………………………………….......................


 Έχεις φυλάξει κάπου τα ενδεικτικά και το απολυτήριό σου; Αν όχι, αγόρασε ένα κομψό ντοσιέ κι άρχισε να ταξινομείς σ’ αυτό όλα τα ντοκουμέντα (ενδεικτικά, επαίνους, φωτογραφίες, εργασίες, βραβεία κ.ά.).


 Αφού φέρεις στη μνήμη σου επεισοδιακά περιστατικά από τη μαθητική σου ζωή, γράψε:
─ Ποια ήταν η πιο ευχάριστη εμπειρία σου από το Δημοτικό Σχολείο, που θα τη θυμάσαι όλη σου τη ζωή;
………………………………………………………………………………………….......................
………………………………………………………………………………………….......................
………………………………………………………………………………………….......................
………………………………………………………………………………………….......................


─ Ποια ήταν η πιο δυσάρεστη εμπειρία σου από το Δημοτικό Σχολείο, που θα τη θυμάσαι όλη σου τη ζωή;
………………………………………………………………………………………….......................
………………………………………………………………………………………….......................
………………………………………………………………………………………….......................
………………………………………………………………………………………….......................



ΠΑΡΑΛΛΗΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΠΟΥ ΜΠΟΡΕΙΣ ΝΑ ΔΙΑΒΑΣΕΙΣ:
1. Κατίνας Παπά «Η εκδρομή του Δημητρού», από τη συλλογή διηγημάτων «Στη συκαμιά από κάτω».
2. Χρηστοβασίλη Χρήστου «Τα διηγήματα του μικρού σχολειού» (Σε άλλη ανάρτηση, με τίτλο «Του Μικρού Σκολειού»).
3. Κονδυλάκη Ιωάννου «Όταν ήμουν δάσκαλος».



ΔΙΑΘΕΜΑΤΙΚΕΣ ΕΡΓΑΣΙΕΣ (Διάλεξε μία από τις τέσσερις):

1. Διάβασε από τη φωτοτυπία που σου δίνεται το διήγημα της Κατίνας Παπά «Η εκδρομή του Δημητρού» και σύγκρινε το δάσκαλο του Δημητρού (περ. 1935-20ός αι.) με τους δασκάλους του Νίκου Καζαντζάκη (τέλη του 19ου αι., περίπου 1890-1894).


2. Ζήτησε από ένα γνωστό σου να σου μιλήσει για το σχολείο και τους δασκάλους του. Αν μπορείς, πάρε μία συνέντευξη από ένα πρόσωπο που πήγαινε στο Δημοτικό κατά τη διάρκεια της Κατοχής (1941-1944). Μαγνητοφώνησε τη συνέντευξη, αν έχεις τη δυνατότητα, και κατάγραψε ονοματεπώνυμο, τόπο καταγωγής, ηλικία, επάγγελμα και άλλα στοιχεία του προσώπου που δίνει τη συνέντευξη.


3. Φιλοτέχνησε ένα άλμπουμ φωτογραφιών και εγγράφων από τη μαθητική ζωή σου στο Δημοτικό Σχολείο.


4. Διάβασε για τη ζωή και το συγγραφικό έργο του Ν. Καζαντζάκη και φιλοτέχνησε μια προσωπογραφία του. 

***

Κατίνα Παπά (1903 - 1957)
Η εκδρομή του Δημητρού

     Σήμερα τα πράματα ήτανε δύσκολα για το Δημητρό. Η μητέρα του ερχότανε αργά, η γειτόνισσα έλειπε, σαπούνι δεν είχε, η ώρα έφευγε, κι ωστόσο αυτός, αύριο το πρωί στις εφτά έπρεπε να 'ναι έτοιμος, με ποδιά καθαρή και το δεματάκι με το φαΐ του στο χέρι.
     Για το φαΐ δεν τον έμελλε και τόσο· «πού σε ξέρει ο άλλος τι τρως και τι δεν τρως»! Εκείνο που τον επείραζε ήτανε η ποδιά.
     ― «Η συγκέντρωσις θα γίνει εις την αυλήν του σχολείου. Θα έλθετε όλοι καθαροί και τακτικοί και με το καλαθάκι σας ο καθείς με το φαγητόν του».
     Και τα μάτια του δασκάλου, όταν έλεγε «θα έλθετε καθαροί», έπεσαν ακριβώς στην ποδιά του Δημητρού.
     Αν η μητέρα του σχόλαινε ενωρίτερα, τι ανάγκη θα είχε; Θα του καθάριζε ωραία την ποδιά του, κι αυτός πρώτος και καλύτερος θἄφτανε αύριο στο σχολειό.
     Αλλά έλα που σχολούσε αργά απ' το εργοστάσιο, κι όσο νἄρθει τόσο δρόμο στο σπίτι ενύχτωνε. Πότε θα πρόφτανε να την πλύνει; Κι αν δεν εστέγνωνε; 0 Δημητρός άνοιξε διάπλατα τα μάτια του από αγωνία. Ήταν ένας μήνας, που την περίμενε αυτή την εκδρομή, κι αν δεν επήγαινε, θἄσκαζε.
     Δεν επήγε ποτέ του εκδρομή, και του φαινόταν πολύ μεγάλο πράμα. Και μη δεν ήτανε κιόλας;
     Δένδρα, πράσινη γης, νερά τρεχούμενα, αγέρας, βουνό, ελευθερία.
     Τούμπες και πηδήματα και φωνές, κι ο δάσκαλος εκεί μπροστά, να σε βλέπει και να μη λέει τίποτες· να μη σου τραβάει τ' αυτί και να μη σου μετράει δεκαοχτώ τσουχτερές χαρακιές στη σειρά απάνω στην παλάμη σου.
     Και το πιο παράξενο, να χαμογελάει!
     Μα αυτό ίσα - ίσα ήτανε, που δεν το χωρούσε το κεφάλι του Δημητρού, κι ας το λέγανε όλα τα παιδιά, που πήγανε και πέρσι εκδρομή με το δάσκαλο. 0 Πανούτσος μάλιστα πήρε και όρκο. «0 δάσκαλος χαμογελάει! αλήθεια σου λέω, μα το σταυρό!» κι ο Πανούτσος φίλησε το σταυρό, που έκανε με τα δάκτυλά του. «ο δάσκαλος χαμογελάει! τον είδαμε με τα μάτια μας».
     Και ο Δημητρός συλλογίστηκε το δάσκαλό του, που έμπαινε κάθε μέρα στην τάξη κατσουφιασμένος κι άγριος, σαν να τον έδερνε κάθε πρωί ο πατέρας του.
     Δε θυμάται να γέλασε ποτέ.
     ― «Διατί εφόνευσεν ο Ηρακλής τας Στυμφαλίδας όρνιθας;»
     ― «Για να γεμίσει προσκέφαλα με τα πούπουλα», φώναξε ο Πανούτσος.
     Τα παιδιά γελάσανε, μα ο δάσκαλος σούφρωσε τα φρύδια του. Κατέβηκε άγριος από την έδρα κι έδωκε τέτοιο ξύλο στον Πανούτσο, που όλοι βουβάθηκαν.
     Μόνο με το Ζακυθινό δε θυμώνει· θα πεις, αυτός είναι καλός μαθητής και τα λέει όλα με τη σειρά:
     ― «Και ο Θεός καταράστηκε τους πρωτοπλάστους και είπε στον Αδάμ να κερδίζει τον άρτον του με τον ιδρώτα του προσώπου του».
     Τα φρύδια του δασκάλου ξεσούφρωσαν και το πρόσωπό του έγινε μαλακότερο.
     ...«κι εσύ φίδι, να είσαι καταραμένο και να σέρνεσαι εις τους αιώνες με την κοιλίαν σου».
     ― «Και πώς περπατούσε πρωτύτερα;» ρώτησε ο καημένος ο Δημητρός, μα έφαγε κι αυτός της χρονιάς του.
     Και να σου ορκίζεται ο Πανούτσος, πως αυτός ο δάσκαλος αύριο θα χαμογελάει! Να το βλέπεις και να μη το πιστεύεις!
     Ωστόσο η ώρα περνούσε κι ο Δημητρός δεν έβρισκε ησυχία, βγήκε στην αυλή και τράβηξε ίσια κατά τη γειτόνισσα.

     Μια μικρή κάθονταν στο κατώφλι και έτρωγε με όρεξη το ψωμί της.
     ― «Φιλίτσα! ε, Φιλίτσα», φώναξε από μακριά· «ήρθε η μητέρα σου;»
     Η μητέρα της Φιλίτσας ήτανε φίλη με τη μητέρα του Δημητρού και πολλές φορές τον φρόντιζε, όταν έλειπε η δική του. Μα για κακή του τύχη έλειπε σήμερα κι αυτή.
     ― Τι τη θέλεις; ρώτησε η μικρή.
     ― Το και το, διηγήθηκε ο Δημητρός.
     ― Μπα! και δε σου την πλένω εγώ την ποδιά σου;
     ― Ξέρεις εσύ να πλύνεις ποδιά;
     Αυτό δα έλειπε τώρα νἄξερε κι η Φιλίτσα να πλένει! Μα πάλε, πού ξέρεις! Αυτές οι κοπέλες είναι επιδέξιες· ξέρουνε τόσα πράματα, που δεν τα ξέρουμε μεις τα παιδιά!
     ― Φέρ’ την ποδιά σου και θα δεις!
     Ο Δημητρός τ’ αποφάσισε. Μια και δυο έβγαλε την ποδιά του και την παράδωκε στη Φιλίτσα.
     Εκείνη την πήρε σοβαρή και τράβηξε ίσια κατά τη βρύση. Αλλά η βρύση ήτανε κλειστή και δεν άνοιγε εύκολα. Μα κι ο Δημητρός ήτανε άντρας· έδωσε, πήρε, την άνοιξε.
     ― Εσύ να κρατάς την ποδιά κάτω από τη βρύση κι εγώ να την πλένω.
     Το νερό έτρεχε με ορμή και τους πιτσίλιζε πατόκορφα, μα ποιος πρόσεχε σε τέτοια· κι οι δυο ήτανε βυθισμένοι στη δουλειά τους.
     Ύστερα τη στίψανε μέσα στις χούφτες τους και την κρεμάσανε σουφρωμένη στο σκοινί.
     Η Φιλίτσα από τον ενθουσιασμό της μοίρασε το ψωμί της με το Δημητρό και κάθισαν κι οι δυο στο κατώφλι.
     Η Φιλίτσα δεν πήγαινε ακόμα στο σχολείο κι ο Δημητρός της έκανε το σοφό. Για να τη διασκεδάσει, της έκανε απόψε και το δάσκαλο. Σηκώθηκε ορθός, κορδώθηκε φουσκωτός, όσο μπορούσε, κι αφού έσφιξε τη μύτη του δυνατά με τα δυο του δάχτυλα για να πετύχει καλύτερα τη φωνή του δασκάλου, άρχισε να ξεφωνίζει:
     ― Σιωπή, παρακαλώ! Σήμερον θα σας είπω διά τον τρίτον άθλον του Ηρακλέους, διά τον Ερυμάνθιον κάπρον.
     Η Φιλίτσα το ’βρε πολύ διασκεδαστικό, όπως το ’λεγε με τη μύτη ο Δημητρός εκείνο το «ερυμάνθιον», έσφιξε κι αυτή τη μυτίτσα της και ξεφώνιζε: «ερυμάνθιον»!  «ερυμάνθιον»!
     Μα σε λίγο κουράστηκε, άναψαν τα μαγουλάκια της, της πόνεσε κι η μύτη της και ξανακάθισε στο κατώφλι.
     Η μέρα έφευγε και ο ουρανός σκοτείνιαζε. Ένα - ένα άρχισαν να φαίνoνται  τ’ άστρια.
     ― Και τι χρειάζονται, Δημητρό, τ' άστρια; Σου το ’πε ο δάσκαλος;
     ― Ο δάσκαλος; και τι ξέρει ο δάσκαλος απ’ αυτά;
     Ο Δημητρός άρπαξε πάλι τη μύτη του:
     «Οι αστέρες ανατέλλουσιν εξ ανατολών και δύουσιν εξ δυσμών», όχι, «και δύουσιν από δυσμών». Όχι, όχι, ούτε έτσι, στάσου να δεις, πως το λέει: «οι αστέρες ανατέλλουσιν από ανατολάς και δύουσιν από δυσμάς», μάλιστα, έτσι το λέει.
     ― Και τι πα να πει «ανατέλλουσιν από ανατολάς και δύουσιν από δυσμάς;» Εσύ το καταλαβαίνεις;
      ― Εγώ λέω, που το σωστό είναι, πως μόλις νυχτώνει, ο Θεός ανάβει στον ουρανό ένα - ένα τα λυχναράκια του, για να βλέπουν τα πουλάκια όλου του κόσμου να γυρίζουν στις φωλίτσες τους. Αυτά τα λυχναράκια του Θεού είναι τα άστρια.
      Και τα παιδιά, με τα μάτια καρφωμένα στο βαθύ ουρανό, μετρούσαν τα «λυχναράκια», ώσπου απoκoιμήθηκαν.

     Την άλλη μέρα το πρωί βούιζε η γειτονιά από τα τσιρίσματα, τις φωνές και τα γέλια των παιδιών, που ανυπόμονα περίμεναν στην αυλή, πολύ πριν της ώρας.
     «Και πού τα βάζουν κάθε μέρα τα χέρια τους και τα πόδια τους αυτά τα παιδιά, που σήμερα δεν ξέρουν πού να τα οικονομήσουν;», συλλογίζονταν μια νέα γυναίκα, που παρακολουθούσε από το παράθυρό της την ανησυχία των μικρών.
     Καθένας που έμπαινε δέχονταν τις φωνές και τα πειράγματα των αλλωνών.
      ― Ω! καλώς το Γιωργάκη! Τη νυχτικιά της νόνας σου σού ντύσανε σήμερα;
     Ο Γιωργάκης, που φορούσε μια πλατιά και μακριά άσπρη μπλούζα μ’ ένα λουρί στη μέση, κοκκίνισε όλος και σήκωσε τη μπλούζα του, για να τους δείξει, πως φορούσε και πανταλόνι.
     Τα περισσότερα παιδιά ήτανε με τις ποδιές τους φρεσκοπλυμένες και φρεσκοσιδερωμένες, μα μερικά είχαν έρθει με τις φορεσιές τους, κι αυτά τραβούσανε όλα τα πειράγματα.
     ― Δε σου πάει και άσκημα το βρακί του πατέρα σου! Έλεγε ένα στεγνό ψηλό παιδί σ' ένα στρουμπουλό παιδάκι, που φορούσε ένα μακρύ και πλατύ πανταλόνι, που το έπνιγε. Εκείνο δεν εκατάλαβε και τον κοίταξε μ' απορία. Γιατί του έλεγε, πως ήτανε του πατέρα του, αφού ήτανε του αδερφού του του μεγαλύτερου;
     Σε λίγο παρουσιάστηκε κι ο Πανούτσος, μα δεν ήτανε σαν πάντα γελαστός κι άταχτος.
     Μπήκε σοβαρός κι αμίλητος μ' ένα βαρύ καλαθάκι στο χέρι κι έδειχνε πως δεν έπαιρνε σήμερα από αστεία. Τράβηξε ίσια σε μια απόμερη γωνιά της αυλής και δε λάβαινε μέρος στις  φωνές και στα πειράγματα των παιδιών.
     Σήκωνε με τρόπο το καπάκι του καλαθιού του, βουτούσε το χέρι του μέσα και ύστερα έγλειφε ένα - ένα τα δάχτυλά του με τη σειρά. Η μητέρα του του είχε βάλει στο καλαθάκι κι ένα καλό κομμάτι μπακλαβά κι ο νους του Πανούτσου ήτανε κολλημένος εκεί.
     Σε λίγο άνοιξε διάπλατη η βαριά ξύλινη πόρτα και φάνηκε το μεγάλο αυτοκίνητο, που θα τους έπαιρνε.
     Την ίδια ώρα παρουσιάστηκε κι ο δάσκαλος και παράγγειλε ν' ανεβούν.
     Τα παιδιά ξεχύθηκαν όλα μαζί και με φωνές και γέλια πνιχτά στριμώχτηκαν, όπως μπορούσαν μέσα στ’ αυτοκίνητο· ο δάσκαλος πήδησε τελευταίος κοντά στον οδηγό και το αυτοκίνητο ξεκίνησε. Στην αρχή σιγά, κι ύστερα με ταχύτητα·  ένα πυκνό σύννεφο σκόνης σηκώθηκε από το δρόμο και σκέπασε τ’ αυτοκίνητο που έφευγε ολοταχώς απάνω στο μακρύ ίσιο δρόμο όσο που χάθηκε. Την ίδια ώρα έφτανε λαχανιασμένος κι ο Δημητρός, από την άλλη μεριά του δρόμου. Φορούσε την ποδιά του καθαρή, μα στριφτή και καταζαρωμένη, όπως την είχε απλώσει αποβραδίς η Φιλίτσα. Είχε πάρει και το ψωμί του στην τσέπη του· μα στο δρόμο συλλογίστηκε, που ο δάσκαλος τους είχε πει: «και ο καθένας με το καλαθάκι του με το φαγητόν του».
     Μη τον έβλεπε τώρα δίχως καλαθάκι και τον έστελνε πάλι στο σπίτι του;
     Ο Δημητρός δεν έχασε καιρό· έβγαλε το μαντίλι του, τ’ άπλωσε απάνω στο δρόμο, έβαλε μέσα το ψωμί του, το ’δεσε στις τέσσερις άκρες και κρατώντας από τους κόμπους το δέμα του ― τι δέμα, τι καλαθάκι το ίδιο έκανε ― έτρεχε χαρούμενος κατά το σχολειό.
     Τώρα δεν του ’λειπε τίποτα.
     Τι ωραία, που θα περνούσε! Κανένας δε θἄβλεπε το δέμα του. Έτσι που τα είχε καταφέρει στο δέσιμο, φαίνoνταν φουσκωτό σαν να είχε του κόσμου τα πράματα, ως και γλυκό μπορούσε να ’χε μέσα και φρούτα και τυρί.


Σκίτσο Αγλαΐας Παπά, αδελφής της Κατίνας Παπά
   
     Έφτασε μπροστά στο σχολειό.
     Παναγία μου! η πόρτα ήτανε κλειστή από πάνω ως κάτω! και μια τέτοια ησυχία, που όμοιά της δεν είχε καταλάβει ποτέ ο Δημητρός. Σαν να πέθανε μονομιάς όλος ο κόσμος και ν’ απόμεινε αυτός μοναχός του.
     Επάγωσε κι η πνοή του επιάστηκε.
     Κοίταξε γύρω του· κανείς!
     Μόνο η γειτόνισσα στέκονταν ακόμα στο παράθυρο και τον είδε.
     ― Άργησες! του φώναξε από το παράθυρο.
     ― Άργησα... είπε κι ο Δημητρός.
                                                       
(Από τη συλλογή διηγημάτων «Στη συκαμιά από κάτω» (1935), Εκδόσεις «Εστία», Αθήνα 2000, σελ. 186-196)


***
  
Νεοελληνική Γλώσσα Α΄ Γυμνασίου 

Βούλας Μάστορη «Στο Γυμνάσιο»

        
1. Διάβασε τα αποσπάσματα από το μυθιστόρημα και σύγκρινε τις εντυπώσεις της ηρωίδας, της Άννας, από την πρώτη μέρα της στο Γυμνάσιο με τις δικές σου. Βρες σε τι μοιάζουν.
       
                                                     
2. Γράψε παρακάτω τι σου έκανε μεγαλύτερη εντύπωση:  
…………………………………………………………………………………………...................
…………………………………………………………………………………………...................
…………………………………………………………………………………………...................
…………………………………………………………………………………………...................
…………………………………………………………………………………………...................
…………………………………………………………………………………………...................
…………………………………………………………………………………………...................
…………………………………………………………………………………………...................


3. Χαρακτήρισε με 5 επίθετα ή σύντομες φράσεις την ηρωίδα:   
•Η Άννα ήταν μαθήτρια ………………...... , ………………….. , …………………. , ………………..... , ………………………


4. Σύγκρινε το παλιό σχολείο της Άννας με το δικό σου και γράψε ονομαστικά τις μεταξύ τους διαφορές.

                                                  

                                                  Δ Ι Α Φ Ο Ρ Ε Σ


ΓΥΜΝΑΣΙΟ ΑΜΦΙΣΣΗΣ (1957                        ΤΟ ΓΥΜΝΑΣΙΟ ΣΟΥ (2013)

………………………………………….....           ………………………………………….....
………………………………………….....           ………………………………………….....
………………………………………….....           ………………………………………….....
………………………………………….....           ………………………………………….....
………………………………………….....           ………………………………………….....


5. Ποιο συναίσθημα κυριαρχεί στο ξεπροβόδισμα του πρωτόσκολου παιδιού από τη μάνα στο παρακάτω ποίημα; Βρες με ποια εκφραστικά μέσα το εκδηλώνει.     

Νίκης Σεραφετινίδου-Βούρβουλη
Την πρώτη μέρα του σχολειού

Έλα, αγοράκι μου, να σε φροντίσω
μ’ άσπρο πουκάμισο να σε στολίσω
και κει στην ξώθυρα μ’ ένα φιλί μου
να σε ξεβγάλω, μικρό πουλί μου.

Κράτα τη σάκα σου στο ’να σου χέρι.
Στ’ άλλο το χάδι μου – ποιος θα το ξέρει; –
κι όντας μονάχο σου θα ’μαι κοντά σου.
Άμε στη στράτα σου, μωρό μου, βιάσου.

Κι όταν στο σπίτι μας το μεσημέρι
φτάσεις, χαρούμενο, δροσάτο αγέρι,
στης πόρτας τ’ άνοιγμα, αγαπημένο,
με χέρια ανήσυχα θα σε προσμένω.

(«Της κούνιας ναναρίσματα»/1978. Περιλαμβάνεται στο «Ανθολόγο Λεσβίων Ποιητών» του Κώστα Μίσσιου, τόμος 10, Μυτιλήνη 1998, σελ. 240) 


Διαβάστε και την ανάρτησή μας «Ανάθεμα τα γράμματα» στο: 

ΜΥΡΣΙΝΗ ΒΟΥΝΑΤΣΟΥ
Φιλόλογος

2 σχόλια :

  1. Πάρα πολύ καλή δουλειά, συναδέλφισσα! Συγχαρητήρια! Συνδυάζεις το μάθημα της Γλώσσας με τη Λογοτεχνία, βοηθάς τα παιδιά να χρησιμοποιήσουν γραπτό και προφορικό λόγο, είναι σε επίπεδο τέτοιο που μπορούν τα παιδιά να ανταποκριθούν και μάλιστα με ευχαρίστηση (σκίτσο, αρκετές ερωτήσεις χρειάζονται μικρή απάντηση) και ενέχει και το μάθημα της Ιστορίας της Νεοελληνικής Εκπαίδευσης, που κάναμε στο Πανεπιστήμιο... Επίσης, πολύ όμορφη και η διάταξη-οργάνωση του ιστολογίου σου και η εικόνα που τοποθέτησες... Χαίρεται κανείς να τη διαβάζει...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ευχαριστώ για τα επαινετικά σας λόγια. Είναι σημειώσεις που έδινα φωτοτυπημένες στους μαθητές μου. Τώρα είμαι συνταξιούχος. Όταν βρω χρόνο, θα αναρτήσω και άλλα χρήσιμα για τα παιδιά.
    Ευχαρίστως να φιλοξενήσω στην ιστοσελίδα μου και κάποια δική σας εργασία, αν θέλετε...
    Η φωτογραφία είναι από το χωριό μου, το Παλαιοχώρι Λέσβου: ελιές, απότομες ακτές, το Αιγαίο, απέναντι η Χίος και στο βάθος αχνοφαίνεται η Τουρκία...
    Να είστε καλά και καλή δύναμη στο έργο σας. Μ.Β.

    ΑπάντησηΔιαγραφή