Παρασκευή, 5 Απριλίου 2013

ΥΔΡΟΜΥΛΟΙ ΠΑΛΑΙΟΧΩΡΙΟΥ



clip_image002
Το βιβλίο του Μάκη Αξιώτη «Υδρόμυλοι – Οι προβιομηχανικές υδροκίνητες εγκαταστάσεις – Η περίπτωση των υδρομύλων της Λέσβου» (Εκδόσεις «Αιολίδα», Μυτιλήνη 2009, σελ. 214) αποτελεί μία ακόμη καλαίσθητη έκδοση του πολυγραφότατου Λέσβιου ερευνητή, ο οποίος, «περπατώντας τη Λέσβο», καταγράφει τους 217 υδροκίνητους αλευρόμυλους του νησιού μας. Το ειδικό θέμα του βιβλίου, ο επιστημονικός και συνάμα λογοτεχνικός λόγος του συγγραφέα, η επιτόπια έρευνα, οι γραπτές πηγές, οι πληροφορητές και το πλούσιο εικονογραφικό υλικό από έγχρωμες φωτογραφίες, χάρτες και σχέδια κάνουν το βιβλίο ιδιαίτερα ενδιαφέρον, ευκολοδιάβαστο, σημαντικό. Είναι μια πολύτιμη καταγραφή, καθώς ζωντανεύει τη Λέσβο του χτες, γεμάτη πλατάνια, μύλους αγκαλιασμένους από κισσό, γη που γεννά, ανθρώπους που παράγουν, νερά που κινούν, ήχους κι ομορφιές που συγκινούν, λίγο πριν ο χρόνος αλέσει μνημεία και μνήμες.
    Οι αναφορές στους υδρόμυλους της επαρχίας Πλωμαρίου είναι πολλές (86). Πιο συγκεκριμένα:
     ~ Παλαιοχώρι (28+6): Καταγράψαμε 28 άμεσες αναφορές στο χωριό μας και στους δύο υδρόμυλούς του [σελ. 14 (2 αναφορές), 33, 47, 48-49 (2 αναφ.), 62-63 (2 αναφ.), 66-67 (2 αναφ.), 68, 72, 86, 101-102, 106 (2 αναφ: Τύποι 6 και 7α), 110 (φωτ. 31), 112 (φωτ. 33), 141 (Πίν. μνημείων), 142 (χάρτης), 148 (πίν. 3, σχ. ζ), 149 (2 αναφ.: πίν. 4, σχ. 3 και σχ. 4, α-β), 168 (πίν. 17, α/α 11), 171 (πίν. 20, σχ. ζ), 190 (2 αναφ.: πίν. 41, σχ. 6 και σχ. 7α), 214 (Πληροφορητής: Παν. Πανανής-2005)] και 6 έμμεσες [σελ. 19, 25, 28, 29, 42, 93]. Απ’ αυτές, 16 αναφορές στον 1ο Υδρόμυλο Παλαιοχωρίου (Γεωργ. Αλαμάγκου) και 12 αναφορές στο 2ο Υδρόμυλο Παλαιοχωρίου (Συνιδιοκτησία Δούκα Πανανή - Αδελφών Μελανδινού).
     ~ Περιοχή Πλωμαρίου (7): σελ. 19, 25, 28, 29, 42, 84, 93.                                         
    ~ Ποταμός Σεδούντας – Πλωμάρι (21): σελ. 13, 14 (2 αναφ.), 44, 49, 63, 64, 87, 94, 102, 104-105 (3 αναφ.), 106, 109 (2 αναφ.), 140, 142, 150, 189, 190.               
    ~ Αμπελικό (16): σελ. 13, 42, 67, 90, 93, 96, 106 (3 αναφ.), 111, 113, 141, 142, 171, 190, 191.                         
     ~ Άνω Σταυρός (3): σελ. 33, 140, 142.                
     ~ Μεγαλοχώρι (Βέρση, Άμαξος) (4): σελ. 96, 118, 140, 142.                  
     ~ Πλαγιά (4): σελ. 110, 118, 139, 142.                                                        
     ~ Νεοχώρι (3): σελ. 118, 140, 142.
   
1ος ΥΔΡΟΜΥΛΟΣ ΠΑΛΑΙΟΧΩΡΙΟΥ
(«Πάνω Μύλος», «τ’ Γουγούλα» - «Γεωργίου Αλαμάγκου»)
                                                                                                                                                                                                               
     Αναφορές 16: στις σελ. 17, 47, 48, 62-63, 66-67 (2 αναφ.), 68, 72, 106, 110 (έγχρωμη φωτ. 31), 141, 148 (πίν. 3, σχ. ζ), 149 (πίν. 4, σχ. 4, α-β), 168 (πίν. 17, α/α 11), 171 (πίν. 20, σχ. ζ), 190 (πίν. 41, σχ. 6).
                                                                                                                                                          
     Στον πίνακα μνημείων (σελ. 141), αναφέρεται ότι το Παλαιοχώρι είχε δύο υδρόμυλους, με εξωτερικό βαγένι και λειτουργία εποχική. Σήμερα ο ένας είναι με κισσό κι ο άλλος κατεστραμμένος. Εκτός από σιτηρά, οι δύο αλευρόμυλοι άλεθαν και ασβεστίτη («νταλκ»), για τη νοθεία του σαπουνιού στα σαπωνοποιεία Πλωμαρίου (σελ. 14, 50, 63 κ.α.).
     Ο 1ος Υδρόμυλος Παλαιοχωρίου βρίσκεται στο δρόμο προς Κουρνέλα, στις όχθες του ποταμού της Άμαξου (Σιλαντάς), που εκβάλλει στη Μελίντα. Ιδιοκτήτης του ήταν ο Γουγούλας (Μπουρμπούλιας), ο οποίος τον πούλησε στο Γεώργιο Αλαμάγκο. Γι’ αυτό λέγεται «τ’ Γουγούλα» ή «του Αλαμάγκου». Σήμερα ανήκει στο Γιώργο Καραμπέτσο, γιο της Ειρήνης Αλαμάγκου-Καραμπέτσου, που μας έδωσαν τηλεφωνικά πρόσθετες πληροφορίες.
     Τα κατασκευαστικά μέρη ενός υδρομυλικού συστήματος είναι: η φραγή ή δέση ή εμπολή, το μυλαύλακο, η δεξαμενή (στέρνα, χαβούζα, γούρνα), υδατοφράχτης (νεροκόφτης), ο προσαγωγός, ο υδατόπυργος (κρέμαση), το βαγένι (πηγάδι, κολέθρα, κάναλη, καρούτα) (σελ. 84).
Φωτ. 31-σελ. 110: Εργαστήρι 1ου Υδρόμυλου - Φωτογραφία Μάκη ΑξιώτηΦωτ. 31, σελ. 110: Το εργαστήρι του 1ου Υδρόμυλου 
(Φωτογραφία και σχέδια του Μάκη Αξιώτη)
clip_image006
                        
 
 
 
 
 
 
 
           Υπόμνημα πίν. 4, σχ. 4α-β, σελ. 149
      ε: εργαστήρι, θ: πόρτα, π: παράθυρο, β: βαγένι
 
       Κάτοψη και πρόσοψη του υδρόμυλου υπάρχει στον πίν. 4, σχ. 4α-β, στη σελ. 149. Η πρόσοψη του εργαστηρίου (ε) είχε δύο παράθυρα (π) και μία θύρα (θ). Στην έγχρωμη φωτογραφία 31 σελ. 110 του βιβλίου εικονίζεται το κατεστραμμένο σήμερα εργαστήρι του.
     Είναι υδρόμυλος Κατηγορίας 1–Τύπου 6, με οριζόντια φτερωτή, ο λεγόμενος ελληνικός ή ανατολικού τύπου (βλέπε σελ. 42), με μυλαύλακο+δεξαμενή+επικλινή προσαγωγό+εξωτερικό βαγένι. Είχε μακρόστενη εγκάρσια δεξαμενή και ο επικλινής προσαγωγός ήταν στρωμένος με πλάκες σχιστόλιθου και υδραυλική ασβεστοκονία. Ο δρόμος κατέστρεψε μέρος του υδατόπυργου (Βλέπε σελ. 106 και πίν. 41-σχ. 6 στη σελ. 190).
     Στις σελ. 47 και 48 αναφέρεται ότι είναι ενδιαφέρουσα η τοξοειδής έξοδος, το τοξοειδές ανακουφιστικό παράθυρο στον τοίχο που έφερε την έξοδο του νερού, φτιαγμένο από ντόπιο σχιστόλιθο (βλέπε πίν. 3-σχ. ζ, σελ. 148 και πρόσοψη στον πίν. 4-σχ.4β, σελ. 149). Ήταν μία ανακουφιστική λύση στο βάρος που εξασκούσε ο τοίχος στα υλικά που κάλυπταν την έξοδο από το ζουρειό-υπόγειο, όπου γύριζε η οριζόντια φτερωτή (κινητήριος χώρος). Με τη δύναμη του νερού, ένας άξονας (αδράχτι) ανερχόταν στο ισόγειο και κινούσε την επάνω μυλόπετρα (πανωλίθι, ανάντι) επί της κάτω (κατωλίθι, κατάντι), η οποία ήταν ακίνητη (βλέπε σελ. 43-47, 49 κ.α.).

clip_image008
     Πίν. 41-σχ. 6, σελ. 190: 1ος Υδρόμυλος, Κατηγορίας 1 και Τύπου 6
      (οριζόντια φτερωτή + μυλαύλακο + δεξαμενή + επικλινής προσαγωγός + εξωτερικό βαγένι) 
                                                                    clip_image010Πίν. 3-σχ. ζ, σελ. 148: Τοξοειδές παράθυρο
               
     Στο ισόγειο (αλεστικός χώρος) βρισκόταν το σύστημα με τις μυλόπετρες (αλεστικός μηχανισμός - Βλέπε σελ. 43, 47, 54-83). Στον πίνακα 17, α/α 11 της σελ. 168, αναφέρεται ότι σώζονται τρεις μυλόπετρες του μύλου, που βρέθηκαν ελεύθερες. Μία απ’ αυτές είναι σπάνιος μονόλιθος (κατώπετρα) και μία διαθέτει ομφαλό κι έχει μεταφερθεί στο κέντρο «Το Πέτρινο» των αδελφών Καραμπέτσου στη Μελίντα (σελ. 66-67). Ο Γιώργος Καραμπέτσος δήλωσε πως θέλει να μεταφέρει τη μυλόπετρα πίσω στο μύλο.
     Στον πίν. 20-σχ. ζ (σελ. 171) υπάρχει σχέδιο της μίας μυλόπετρας, η οποία έχει διάμετρο 1,10 μ., πάχος 6 εκ. clip_image013και αποτελείται από τρία τελείως ακανόνιστα κομμάτια, μήκους 45 εκ. (σελ. 68, 171).
Ο Λ. Λούκος αναφέρει ότι συχνά οι υδρόμυλοι είχαν δύο πανωλίθια, το χειμωνιάτικο πάχους 20-30 εκατ. και το θερινό (απολειφάδι) πάχους 6-10 εκατ., για την περίοδο που λιγόστευαν τα νερά των χειμάρρων (σελ. 66-67). Στη Λέσβο, οι καλύτερες μυλόπετρες διέθεταν στο κέντρο ομφαλό (πυρήνας), που κατασκευαζόταν από σκληρότερη φωκιανή πέτρα ή άλλο πέτρωμα, ιγνιβρίτη και ανδεσίτη κυρίως. Στη σελ. 72 αναφέρεται πως στην πάνω μυλόπετρα του 1ου Υδρόμυλου Παλαιοχωρίου η θήκη της χελιδόνας ήταν λαξευμένη κατευθείαν πάνω στο πέτρωμα της άλεσης. Για τη μέτρηση του σιταριού, είχαν το μισάρι, ειδικό μπρούντζινο κυλινδρικό δοχείο, που χωρούσε 12,5 οκάδες (=16 κιλά).
     Εργαλεία πετράδων, που λέγονταν πελεκάνοι και μυλοκόποι: χτενιά, σφυρί, ματρακάς, τσόκος, καλέμι, καλέμι οδοντωτό, διαβήτης (κουμπάσο), βελόνι, μυλοκόπι (πελεκούνι, κοπίδι), γωνιά, γουβί, στάφνη (διαβάτης), δύο μεταλλικά στεφάνια (φωτ. 8, σελ. 69).
     Όπως μας είπε η Ειρήνη Αλαμάγκου - Καραμπέτσου, δίπλα στο μύλο υπήρχε η κατοικία του μυλωνά και κοντά άλλα δύο σπίτια. Ο μύλος άλεθε σιτηρά και «νταλκ». Το ποτάμι της Μελίντας, όπως αλλιώς λέγεται ο Σιλαντάς, παλιά είχε καβούρια και μικρά κόκκινα ψάρια του γλυκού νερού.
     Θα ήταν ευχής έργο να γίνει η αναστήλωση των δύο υδρόμυλων, ίσως με οικονομική στήριξη του Υπουργείου Πολιτισμού, με εθελοντική εργασία των νέων του χωριού μας και τεχνικές συμβουλές γερόντων που θυμούνται πώς ήταν οι μύλοι παλιά, προτείνουμε εμείς.
     Οι 217 σωζόμενοι υδροκίνητοι αλευρόμυλοι της Λέσβου είναι αδιάψευστοι μάρτυρες του σημαντικού ρόλου που έπαιξαν για αιώνες στην παραγωγική διαδικασία και στην καθημερινή ζωή στο Νησί μας. Μαρτυρούν συνάμα πόσα έχουν αλλάξει στη ζωή μας σήμερα…
  *****
Από το βιβλίο του Μάκη Αξιώτη…
2ος ΥΔΡΟΜΥΛΟΣ ΠΑΛΑΙΟΧΩΡΙΟΥ
(«Κάτω Μύλος», «Συνιδιοκτησία Δούκα Πανανή – Αδελφών Μελανδινών»)
                                            
Αναφορές 12: στις σελ. 14, 33, 48-49, 63, 86, 101-102, 106, 112 (έγχρωμη φωτ. 33), 141, 149 (πίν. 4, σχ. 3), 190 (πίν. 41, σχ. 7α), 214 (βιβλιογραφική πηγή: Παναγιώτης Πανανής).
                                                                        
     Ο 2ος Υδρόμυλος Παλαιοχωρίου βρίσκεται στη θέση «Απεθαμένες», στις όχθες του ποταμού Σιλαντά, που εκβάλλει στη Μελίντα. Συνιδιοκτήτες: ποσοστό ¾ κατείχαν οι αδελφοί Μελανδινοί, Αριστείδης, Μιλτιάδης και Δημήτριος, οι οποίοι έκτισαν το μύλο σε κτήμα του Δούκα Πανανή, που ήταν ο μυλωνάς και κατείχε το ¼ της ιδιοκτησίας (σελ. 33). Στη σελ. 86 αναφέρεται ότι οι ιδιοκτήτες των κτημάτων, απ’ όπου πέρασε το μυλαύλακο, αποζημιώθηκαν με χρηματικό αντίτιμο. Το κτήμα με τα ερείπια του μύλου ανήκει σήμερα στη Διαμάντη Δούκα Πανανή - Κουτλή, δισέγγονη του ιδρυτή Δούκα, όπως μας είπε ο αδελφός της Δημήτρης. Πληροφορίες επίσης μας έδωσαν ο Παναγιώτης Πανανής κι ο γιος του Δημήτρης.
     Ο 2ος Μύλος του χωριού μας είναι υδρόμυλος Κατηγορίας Ι-Τύπου 7α, με οριζόντια φτερωτή: μυλαύλακο + δεξαμενή + μικρός προσαγωγός + εξωτερικό μεταλλικό βαγένι από τη βάση του προσαγωγού. Η κτιστή δεξαμενή είχε σαν συνέχεια ένα μικρό χώρο, από τη βάση του οποίου το νερό περνούσε στο βαγένι. Η ποσότητα του νερού ρυθμιζόταν με υδροφράχτες (σελ. 106). Το μεταλλικό βαγένι του προέρχεται από τα περίφημα μηχανουργεία Ισηγόνη της Σμύρνης (βλέπε σελ. 101-102 και πίν. 41-σχ. 7α της σελ. 190). Στον πίνακα μνημείων (σελ. 141), αναφέρεται ότι η λειτουργία του ήταν εποχική. clip_image002[12]
  
 
 
Υπόμνημα πίν. 4-σχ. 3, σελ. 149: Κάτοψη 2ου Μύλου
                 ε: εργαστήρι, θ: πόρτα, β: βαγένι
                       (Σχέδια Μάκη Αξιώτη)



clip_image004[7]
Φωτ. 33, σελ. 112: Η πέτρα στο «μαγαζί» του 2ου Μύλου, όπου σπούσαν με γουδοχέρια το ταλκ, πριν το βάλουν στο μύλο.
(Φωτογραφία και σχέδια Μάκη Αξιώτη)
                                                                                                                                                                                                                                           
     Κάτοψη του υδρόμυλου υπάρχει στον πίν. 4-σχ. 3, στη σελ. 149. Από την πόρτα (θ) έμπαιναν σε ορθογώνιο κτίσμα, πριν το εργαστήριο, το λεγόμενο «μαγαζί». Εκεί, πάνω σε μια κυλινδρική μονολιθική κατασκευή από ιγκνιβρίτη, δίπλα στην αντηρίδα του οπίσθιου τοίχου (φωτ. 33), σπούσαν με γουδοχέρι το «νταλκ», προτού το αλέσουν στο μύλο. Στη σελ. 14 του βιβλίου, ο Αξιώτης αναφέρει ότι στο «μαγαζί» λειτουργούσε μία υδροκίνητη «νταλκομηχανή». Από εσωτερική θύρα (θ) έμπαιναν στο εργαστήρι (ε), όπου βρισκόταν ο αλεστικός μηχανισμός. Το νερό έπεφτε από εξωτερικό μεταλλικό βαγένι (β).
     Ο αλευρόμυλος διέθετε δύο μυλόπετρες. Εκτός από σιτηρά, άλεθε και ασβεστίτη, το λεγόμενο «νταλκ». Στην έγχρωμη φωτ. 33 της σελ. 112 εικονίζεται η μυλόπετρα από ιγκνιβρίτη, όπου έσπαζαν τον ασβεστίτη, που τον χρησιμοποιούσαν οι σαπωνοποιίες Πλωμαρίου για νοθεία του σαπουνιού. Μετά λειοτριβούσαν τα κομμάτια στον υδρόμυλο (βλέπε και σελ. 63). Τις νταλκόπετρες τις κουβαλούσαν με τα ζώα από τα μάρμαρα της «Προυσ’νήστιργιας» (Γ. Μαυραγάνης).
  clip_image006[6]
Πίν. 41-σχ. 7α, σελ. 190: Υδρόμυλος Κατηγορίας 1-Τύπου 7α (οριζόντια φτερωτή+μυλαύλακο+δεξαμενή+μικρός προσαγωγός+εξωτερικό βαγένι)
                                                                
     Οι δύο αλευρόμυλοι αναφέρονται στο κείμενο του αξέχαστου Γιάννη Π. Μαυραγάνη «Βιοτεχνία και επαγγέλματα τα παλιά χρόνια στο χωριό», που δημοσιεύτηκε στα «Παλιοχωριανά» (τ. 32ο, σ. 496/1988). Για το 2ο υδρόμυλο έχουμε δημοσιεύσει εμείς το κείμενο «Ο αλευρόμυλος του Δημήτρη Δούκα Πανανή» της μακαρίτισσας Σουλτάνας Πανανή-Χρυσάφη, κόρης του Δημήτρη κι εγγονής του Δούκα (τ. 78ο, σ. 1260-1261/2000).
     Επίσης, αναφορές στους δύο μύλους βρίσκουμε στο βιβλίο του Γιάννη Π. Μαυραγάνη «Παλαιοχώρι Πλωμαρίου Λέσβου - Παράδοση - Ιστορία - Η Ζωή και τα Έθιμα» (Αθήνα 1993, σελ. 45, 86) και στο βιβλίο του Πλωμαρίτη αρχιτέκτονα Γιώργου Γιαννουλέλλη «Πλωμάρι Λέσβου - Τοπωνυμίες - Καταγωγή Πλωμαριτών» ( Αθήνα 1983).
     Θαυμάσια είναι και η λυρική περιγραφή του 2ου μύλου από τον αείμνηστο συγχωριανό μας Γυμνασιάρχη Στρατή Ξ. Μαυραγάνη (1903-1971), στο κείμενο «Ο μύλος ο παληός», που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «ΣΑΛΠΙΓΞ» Μυτιλήνης (αριθμ. φύλλου 5136/20-9-1928, σελ. 1η). Κριτικό σχόλιο της εφημερίδας (αρ. φ. 5137/21-9-1928) χαρακτηρίζει το δημοσίευμα «σωστό ποίημα». Επίσης, σύντομη αναφορά στο μύλο έκανε και στο κείμενό του «Λεσβιακές Εικόνες - Το μάζεμα» («ΣΑΛΠΙΓΞ», Τετάρτη 9-2-1927 (αρ. φ. 4657, σελ. 1η).
     Από τις παραπάνω βιβλιογραφικές πηγές, αντλούμε τις εξής πληροφορίες:
     ~ Ο 2ος νερόμυλος βρισκόταν στη θέση «Απεθαμένες», στις βραχώδεις όχθες του ποταμού της Μελίντας, που είχε χέλια και καβούρια. Η τοποθεσία ήταν καταπράσινη, με μια μεγάλη χαβούζα, περιβόλι, κισσούς, λυγαριές, ροδοδάφνες, βάτους, καρυδιές, λεύκες και πλατάνια, που στους κορμούς τους χάραζαν τα ονόματά τους τα παιδιά.
     ~ Δίπλα στο μύλο υπήρχε καλύβι με σοφά και τζάκι, κατοικία της πολύτεκνης οικογένειας του μυλωνά. Ο ιδρυτής του μύλου, ο μαστρο-Δούκας, φορούσε μεγάλη γαλάζια βράκα και δεν έλειπε απ’ τα χείλη του το τραγούδι. Σε χειρόγραφο «Μητρώον Θανάτων Π.» του αείμνηστου ιερέα Βασιλείου Πανανή (πέθ. το 1927) αναφέρεται, με αύξοντα αριθμό 139, θάνατος Δούκα Δ. Πανανή στις 4/3/1911.
     ~ Ο Δούκας κι ο γιος του Δημήτρης που τον διαδέχτηκε ήταν δουλευτές, έφτιαχναν και κρεβατές, ανέμες, ροδάνια, κοπανίδες, σκάφες, σκαμνάκια, τσόκαρα και τα πουλούσαν στις γυναίκες που πήγαιναν ν’ αλέσουν. Ο Δημήτρης Δ. Πανανής γεννήθηκε το 1880 (Μητρώο Αρρένων, φύλλο 32ο, α/α 4). Ο θάνατός του – μεταξύ των ετών 1939-1941 – παραδόξως δεν έχει γραφεί στις Ληξιαρχικές Πράξεις Θανάτων. Υπάρχει μόνο η εξής σημείωση στο Μητρώο Αρρένων: απεβ. 20586/51/14/1/52. Μετά το θάνατό του, ανέλαβε το μύλο ο γιος του Δούκας (1912-1989), ο οποίος ανεβοκατέβαινε από το χωριό στο μύλο.
     ~ Η μυλωνού Βλουτίνα Πανανή, η «Δούκαινα», μαγείρευε πάνω στο σοφά, μπροστά στο τζάκι του καλυβιού ή έπλεκε κάλτσες ή έκανε ρόκα με τις γυναίκες που περίμεναν να αλεστεί το σιτάρι τους. Η γυναίκα του Δημήτρη Πανανή λεγόταν Περμαθιά, το γένος Καλαϊτζή, είχε γεννήσει δέκα παιδιά και πέθανε 14/2/1951, σε ηλικία 65 ετών.
     ~ Ο μύλος, όσο λειτουργούσε, ήταν κέντρο διερχομένων, έσφιζε από ζωή, από τον κόσμο που τον επισκεπτόταν («σωστό πανηγύρι»). Τα παιδιά έπαιζαν ή τσαλαβουτούσαν στο ποτάμι κι έπιαναν χέλια και καβούρια ή καθάριζαν το σιτάρι.
     ~ Άλεθε 500 - 600 κιλά σιτάρι τη μέρα και χρειαζόταν μία ώρα για ένα σακί αλεύρι. Αν ήταν βρώμικο το σιτάρι, το καθάριζαν, το έπλεναν και το στέγνωναν πριν από την άλεση. Τα αλεστικά δίνονταν σε είδος ή χρήματα, μισή δραχμή προπολεμικά κι αργότερα μία δραχμή. Το αγώι για μεταφορά ενός σάκου 50 κιλών μία δραχμή. Στην πείνα της Κατοχής πληρώνονταν σε είδος. Ακόμα και ξερά βαλάνια άλεθαν κι έφτιαχναν ψωμί…
     ~ Η μυλόπετρα είχε μια τρύπα στη μέση κι ένα «κουρνιλέλ’», για να τρέχει το ψιλοαλεσμένο αλεύρι σε μια μεγάλη ξύλινη σκάφη. Πάνω ένα χωνί, για να ρίχνουν το σιτάρι. Είχε χερούλι, που το έδεναν με ένα σίδερο. Όταν έβγαζαν το σίδερο, έπεφτε το νερό με «δαιμονισμένο κρότο» και γύριζε ο μύλος. Όταν το έδεναν, σταματούσε το νερό.
     ~ Έξω απ’ το μύλο, μια μυλόπετρα μισοσπασμένη και μια ξύλινη ρόδα, μισογκρεμισμένος ο «γερόμυλος», ρημαγμένος απ’ τους καιρούς και την εγκατάλειψη, όταν τον περιγράφει το 1928 ο Στρατής Μαυραγάνης. Μάλλον αναφέρεται σε προσωρινή εγκατάλειψη, γιατί ο μύλος λειτούργησε μέχρι την Κατοχή και μετά την απελευθέρωση, με μυλωνάδες το γιο του Δούκα Δημήτρη και το Δούκα Δημ. Πανανή, μετά το θάνατο του πατέρα του.
      Σήμερα; Εγκαταλειμμένος, κατεστραμμένος κι αγκαλιασμένος απ’ το θανατερό αγκάλιασμα του κισσού, άφωνο παλιοχωριανό μνημείο, που, αν είχε στόμα, θα ζητούσε τη φροντίδα των ιδιοκτητών του και των άλλων Παλιοχωριανών. Ανάγκη να σώσουμε όσα παλιά έδιναν ζωή στο χωριό μας…
clip_image008«Όλα τ’ αλέθουν οι μυλόπετρες
και γίνονται άστρα»
(Γιώργου Σεφέρη «Θερινό ηλιοστάσιο», Ποιήματα, σελ. 293)
 
     Το βιβλίο το αγόρασα 20 ευρώ από πλωμαρίτικο βιβλιοπωλείο. Στην Αθήνα δύσκολα βρίσκουμε βιβλία Λέσβιων συγγραφέων. Κι αυτό με οδήγησε στην παρακάτω πρόταση: Να δημιουργηθεί «Ψηφιακή Λεσβιακή Βιβλιοθήκη», που θα συγκεντρώνει όλη τη λεσβιακή πνευματική παραγωγή: βιβλία Λέσβιων συγγραφέων, βιβλία που αναφέρονται στη Λέσβο και την ευρύτερη μικρασιατική περιοχή, φωτομηχανικά αντίγραφα παλαιών εκδόσεων, παλιά έγγραφα σε ψηφιακή μορφή, φωτογραφίες από αρχεία, χάρτες, προφορικές καταγραφές, καταλόγους συγγραφέων, θεματικούς καταλόγους και πολλά άλλα. Τα έντυπα που δεν κυκλοφορούν στην αγορά να είναι προσβάσιμα για όλους. Προτείνω μάλιστα να αναλάβει πρωτοβουλία ο Σύνδεσμος Φιλολόγων Λέσβου, δημιουργώντας σχετική ιστοσελίδα και καταρτίζοντας καταλόγους βιβλίων, σε συνεργασία με τη Βιβλιοθήκη Μυτιλήνης και το Πανεπιστήμιο Αιγαίου. Υλικό υπάρχει ήδη πολύ…
     Πρόσφατα εορτάσαμε τα εκατό χρόνια από την απελευθέρωση της Λέσβου από τους Τούρκους κατακτητές. Η «Ψηφιακή Λεσβιακή Βιβλιοθήκη» θα είναι ένα πνευματικό μνημόσυνο στους Λέσβιους προγόνους, που έζησαν σκλαβωμένοι κι αγράμματοι 450 χρόνια (1462-1912). Έτσι θα δείξουμε πόσα και τι κερδίσαμε με την ελευθερία και τη μόρφωση στα 100 χρόνια που έχουν περάσει από το 1912 και τι θ’ αφήσουμε κληρονομιά στους νεότερους Λέσβιους.
     Τέλος, συγχαίρω το συγγραφέα, που, με το βιβλίο του για τους λεσβιακούς υδραλέτες, δείχνει πως διαθέτει υψηλή αίσθηση του τι σημαίνει αγάπη για την πατρίδα.
Βουνάτσου Μυρσίνη
                                              
Σημείωση: Η παρουσίαση του βιβλίου και τα σχετικά με τους δύο υδρόμυλους του χωριού μας έχουν δημοσιευτεί προ διετίας στο περιοδικό “Τα Παλιοχωριανά”.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου